Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

1000 μέτρα - Νο 5.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ (συντομευμένη) του τέλους του προηγουμένου  

«Μιλάμε άνετα ;» άκουσε η Νάντια την κοφτή μεταλλική φωνή. Τόσα χρόνια στην ενδιάμεση ζώνη είχε πάρει τις τοπική χωροχρονική συμπεριφορά αλλά μερικές φορές αυτό το ξερό και ολιγόλογο της την έδινε…  
       «Τσίμπησε… Θα ξανάρθει το βράδυ να με πάρει» 
       «Ο επόμενος θα πέσει στις 9:30 τοπική σου ώρα. Τρείς ακόμα στα επόμενα πέντε λεπτά» είπε η κοφτή φωνή. 


Στις οκτώμισυ ο Παύλος ήταν έξω από το κατάστημα με τα αθλητικά. Είχε σχετικά εύκολα αποφύγει μία εκνευρισμένη από τη δουλειά Μάρω που γύρευε που να ξεσπάσει. Είχαν μιλήσει λίγο, ούτε που της είπε τα σχέδια του για το βράδυ, μόνο ότι είχε δουλειά με κάτι λεφτάδες πελάτες μετά μπορεί να έτρωγε  έξω μαζί τους, θα αργούσε. Το μπάνιο που είχε κάνει τον είχε ξεκουράσει, η συμπεριφορά της του είχαν σκορπίσει όποιες τύψεις θα μπορούσε να έχει. Που δεν είχε… 
 

Είδε τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού να κλείνει τα φώτα, να βγαίνει, να κατεβάζει τα ρολά… Καλά που ήταν η Νάντια ; σκέφθηκε. Δεν την είχε δει να βγαίνει και περίμενε αραχτός απέναντι ακούγοντας ραδιόφωνο από τις οκτώ και τέταρτο.
 

Θα πήρε άδεια για να φύγει λίγο νωρίτερα του ήρθε στο μυαλό η προφανής εξήγηση. Γυναίκα είναι, θα θέλει να φτιαχτεί, να κάνει και αυτή κανένα μπάνιο...
 

Παρακολούθησε αφηρημένα τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού, ένα μεσήλικα ψηλό τύπο με προχωρημένη φαλάκρα να μπαίνει στο αμάξι του και να φεύγει. Λίγο πιο κάτω από το δικό του ήταν παρκαρισμένο, αδιαφορώντας όπως και ο Παύλος για την απαγόρευση. Τον είδε να στρίβει στο πρώτο στενό και μετά συνέχισε να χαζεύει τα αυτοκίνητα που πέρναγαν μέσα από το αμάξι του, ακούγοντας μουσική. Κάθε λίγο και λιγάκι κοιτούσε από τον καθρέπτη μήπως την δει να έρχεται. Τότε θα έβγαινε. Σιγά μη ξεροστάλιαζε όρθιος ενώ εκείνη θα ερχόταν με το πάσο της. Είχε κλειστά τα τζάμια γιατί έκανε ακόμα ζέστη. Είχε το air condition ανοιχτό και απολάμβανε. Καλά θα πήγαινε η νύχτα, το ένοιωθε…
 

Το χτύπημα στο τζαμάκι του συνοδηγού τον ξάφνιασε. Γύρισε  και είδε τη Νάντια να του χαμογελά. Πριν προλάβει να βγεί, η Νάντια άνοιξε την πόρτα και κάθησε με άνεση πλάι του. Χαμογελάστή, σίγουρη για τον εαυτό της.
 

«Από πού ξεφύτρωσες ;» την ρώτησε ενώ την περιεργαζόταν. Ελαφρά βαμμένη, με ένα ανοιχτό καφέ μπλουζάκι και πράσινη κοντή φούστα που την τόνιζε μία φαρδιά δερμάτινη ζώνη, σε λίγο πιο σκούρο χρώμα. Τα δύο πάνω κουμπιά της μπλούζας ανοιχτά, σε άφηναν να καταλάβεις ότι τα στήθη από μέσα ασφυκτιούσαν. Τα καλλίγραμμα πόδια έγραφαν όπως τα δίπλωνε για να καθίσει. Όλη έγραφε !
 

«Λοιπόν, ικανοποιημένος από την επιθεώρηση ;» τον ρώτησε αγνοώντας την ερώτηση του. «Φεύγουμε ;»
 

«Και με το παραπάνω, αλλά…το αυτοκίνητο μου δεν το ήξερες, δεν είχες ξαναμπεί. Έβλεπα από τον καθρέφτη να σε δω, να βγω έξω. Πως…»
 

«Είμαι από αυτές που απλοποιούν τα πράγματα» του είπε γελαστά. «Και το αναπάντεχο, ε... το έχω λίγο. Μου αρέσει να αιφνιδιάζω. Φεύγουμε ;»
 

«Φύγαμε !» είπε βάζοντας μπρος. «Πήρες άδεια και έφυγες νωρίτερα έτσι ; Eίδα το αφεντικό σου να κλείνει μόνος του»
 

«Δεν είναι αφεντικό μου. Υπάλληλος είναι. Τον είχα στείλει το πρωϊ για δουλειές. Εγώ είμαι το αφεντικό !»
 

Ο Παύλος της έριξε μία ματιά ξαφνιασμένος. «Ώστε αφεντικό λοιπόν… Τότε γιατί μου είπες να σε πάρω από εδώ ; Θα μπορούσαμε…»
 

«ΔΕΝ στο είπα εγώ… ΕΣΥ το είπες ! Λοιπόν τέρμα η ανάκριση ! Που πάμε ; Αν θες, ξέρω ένα μπαράκι πολύ κοντά στο σπίτι μου… Όχι μπόμπες, σχετικά ήσυχο, καλή μουσική, ξηγημένα παιδιά αυτοί που το έχουν…»
 

Ο Παύλος είχε άλλα σχέδια. Αλλά αυτό το πολύ κοντά στο σπίτι μου…  μάτι έβγαζε… Από την άλλη εκείνος φορούσε τα παντελόνια γαμώτο, να της τα άφηνε όλα κατά πως γούσταρε εκείνη ;
 

«Δε κόβουμε χρόνο ;» της είπε θαρρετά. Αντί να πάμε πρώτα πολύ κοντά στο σπίτι σου, δεν πάμε κατ’ευθείαν στο σπίτι σου ; Όλο και κάτι θα έχεις να πιούμε, να ακούσουμε… Eκεί θα καταλήγαμε έτσι κι αλλιώς και το ξέρεις !» Όχι θα σε αφήσω να κάνεις εσύ παιχνίδι ! σκέφθηκε.
 

«Στρίψε δεξιά στο πρώτο φανάρι… θα σου πω από πού θα πας…»
 

Μωρέ μπράβο ! Δευτερόλεπτο δεν κόλωσε ! Ούτε τα προσχήματα ! Καλή ! Το κατέχει το άθλημα ! ήταν οι επόμενες σκέψεις του Παύλου. Καλά είπα εγώ ότι θα έχει ενδιαφέρον η βραδιά…
 

Έξω ο ουρανός είχε αρχίσει να μαζεύει σύννεφα αλλά ο Παύλος ήταν πολύ ενθουσιασμένος με τις προοπτικές της βραδιάς και με την συντροφιά του για να το προσέξει… Είχε σουρουπώσει εξ’ άλλου, τον ουρανό θα κοίταγε ;
 

Θα έπρεπε… Αν και πάλι… 
…..
 

Την ώρα που ο Παύλος οδηγούσε προς τη γη της επαγγελίας, 1000 μέτρα πιο κάτω, η Μάρω έβγαλε τα κλειδιά της και άνοιξε την εξώπορτα της πολυκατοικίας που έμενε ο Παύλος. Θα του κάνω έκπληξη ! σκεφτόταν, καθώς πήγαινε προς το ασανσέρ. Θα δώ τηλεόραση, θα κάνω ένα μπάνιο και αν αργήσει πολύ θα με ξυπνήσει… Να μη το συνεχίσουμε με τα μούτρα που είχαμε… Ήταν κάπως, σα να τον βόλευε η τσαντίλα μου. Μη το παρατραβάω…
 

Σε ένα λεπτό ήταν έξω από το διαμέρισμα του Παύλου. Έβγαλε τα κλειδιά της αλλά η πόρτα άνοιξε πριν βάλει το κλειδί στην κλειδαριά !! Μπροστά της στάθηκε μία ξανθιά γυναίκα, με ένα ανοιχτό καφέ μπλουζάκι και μία πράσινη φούστα. Μία φαρδιά σκούρα πράσινη ζώνη τόνιζε τη μέση της. Τα πόδια της καλλίγραμμα κατέληγαν σε ένα ζευγάρι καφέ γόβες.
 

«Έλα μέσα Μάρω …» της είπε η ξανθιά γυναίκα, χαμογελώντας φιλικά.
 

«Με ξέρεις ; Τι κάνεις εδώ ; Ποια είσαι ;»
 

«Ένα ένα… πέρασε μέσα.. Θα τα πούμε, μη φοβάσαι. Για να αρχίσουμε με λένε Νάντια…»
 


 

Την ώρα που μία απορημένη Μάρω έμπαινε στο διαμέρισμα του Παύλου, 1000 μέτρα πιο κάτω, ο Παύλος ακολουθώντας της οδηγίες της Νάντιας δίπλα του, παρκάριζε έξω από το σπίτι της…
 

«Τελικά σα να κάναμε κύκλους. Κανένα χιλιόμετρο πιο κάτω από εμένα μένεις» της είπε.
 

Τα σύννεφα είχαν μαζευτεί ήδη στον ουρανό. Λίγοι τα είχαν προσέξει…  

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Αν είχατε μέρες να μπείτε στο blog μου, δείτε και την φάτσα μου και μερικά άλλα για μένα στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου