Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

EL CAMINO DE LA MUERTE - 1000 μ.– 9

ΠΕΡΙΛΗΨΗ του προηγουμένου 

Σπίτι Παύλου 21:00


H Nάντια λέει στην Μάρω ότι έχει έλθει από το μακρινό μέλλον, το 2430. Αρχίζει να της λέει για τον τρόπο ζωής τους. Όλοι στην εποχή της ελέγχουν τις ικανότητες του μυαλού τους 5-10 φορές περισσότερο από τους σημερινούς ανθρώπους. Μόνο το 18 % είναι άνδρες, οι γυναίκες είναι αμφισεξουαλικές. Λέει ότι ο Παύλος κινδυνεύει και πρέπει να βιαστούν. 
 

Σπίτι Νάντιας – 1000 μέτρα πιο κάτω - 21:25
 

Η Νάντια είχε ναρκώσει τον Παύλο που ξυπνά. Η Νάντια ελέγχει το νευρικό του σύστημα. Του λέει ότι σε 5 λεπτά φεύγουν ταξίδι. Στην αρχή ο Παύλος βλέπει την απέναντι πολυκατοικία, μετά βλέπει που θα πάνε και βγάζει μία κραυγή... 
 
Σπίτι Νάντιας 21:25
 

Πριν πατήσει το κουμπί η Νάντια η απέναντι πολυκατοικία φαινόταν ξεκάθαρα. Έβλεπε μερικούς στα απέναντι να μπαλκόνι να χαζεύουν στην τηλεόραση, δύο άνδρες έπαιζαν τάβλι. Ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό βραδάκι…
 

Την επόμενη στιγμή η εικόνα άλλαξε. Βράχια κάτω του, αφηρημένο τοπίο που γινόταν όλο και πιο συγκεκριμένο, όλο και πιο απειλητικό. Ο Παύλος κοιτούσε πλέον ένα πανύψηλο βουνό που βρισκόταν από κάτω του και ερχόταν με φόρα προς αυτόν. Αυτός, η Νάντια, όλο το δωμάτιο, λες και βρισκόταν σε αεροπλάνο που κατέβαινε με ταχύτητα προς αυτό το βουνό, αεροπλάνο έτοιμο να συντριβεί από στιγμή σε στιγμή.
 

«Μη τρομάζεις» του είπε η Νάντια, ακούγοντας την κραυγή του. Ήταν όχι μόνο ατάραχη αλλά φαινόταν και να διασκεδάζει με τον φόβο του και την έκπληξη του. «… αυτό που βλέπεις είναι τρισδιάστατη εικόνα από δορυφόρο, ζουμαρισμένη…. ακόμα στη γειτονιά μου είμαστε !, δεν κουνηθήκαμε πόντο ακόμα !»
 

«Που είναι αυτό ; Γιατί ;»
 

«Σιγά σιγά… έπρεπε να κάνω ένα τελευταίο έλεγχο, αλλά σου δείχνω κι όλας να πάρεις μία ιδέα για το τι θα γίνει σε λίγα λεπτά. Να συνηθίσεις. Η μεταφορά είναι ακαριαία, αλλά δεν θέλω αντιδράσεις πανικού. Καλό θα ήταν να προετοιμαστείς».
 

Τελειώνοντας την πρόταση της η Νάντια πάτησε πάλι ένα κουμπί. Το βουνό που έπεφταν να το συναντήσουν εξαφανίστηκε. Η απέναντι πολυκατοικία φάνηκε ξανά, οι άνθρωποι στα μπαλκόνια, οι δύο γείτονες της που έπαιζαν αμέριμνοι τάβλι,,,.
 

Κοίταξε πάλι το ρολόϊ της και μετά έκανε για λίγο κάτι τελευταίες ρυθμίσεις σε κάποιες συσκευές. Μετά φόρεσε στον Παύλο, που καθόταν και την χάζευε άβουλος και σαστισμένος, μία ταινία στο μέτωπο. Έμοιαζε με ταινία για να συγκρατούν τον ιδρώτα τους οι παίκτες του τένις, αλλά ο Παύλος ένοιωθε μεταλλικά ελάσματα να του πιέζουν μέσα από το ύφασμα το μέτωπο και τους κροτάφους.
 

«Σου πάει !» Είπε γελώντας η Νάντια, «το άσπρο είναι ουδέτερο χρώμα». Φόρεσε μία ίδια ταινία στο κεφάλι της και μετά βοήθησε τον ανήμπορο να αντιδράσει Παύλο να φορέσει ένα γκρι πουλόβερ κλειστό μέχρι το λαιμό και ένα μπλε τζάκετ. Η ίδια φόρεσε ένα ανοιχτό καφέ πουλόβερ και ένα σκούρο καφέ τζάκετ. Mετά του κρέμασε από το λαιμό μία φωτογραφική μηχανή.
 

«Εκεί που πάμε πρέπει να μοιάζεις με τουρίστας» είπε κοιτώντας ικανοποιημένη το αποτέλεσμα.  Αγνόησε τις απορημένες ματιές του Παύλου και ξανακοίταξε το ρολόϊ της. «Δε θέλω πανικό !» του είπε. «Χαλάρωσε ! Αν δεν θες να πάθεις κάτι, και μπορείς να πάθεις πολλά, πίστεψε με, στάσου πλάϊ μου μόλις φτάσουμε !» 
 

Το ρολόϊ της Νάντιας έδειξε 9:30. O Παύλος μόλις πρόλαβε να ακούσει τον κεραυνό. Ήταν σαν να έπεσε στο κεφάλι του, για μια στιγμή ζαλίστηκε και  έκλεισε ενστικτωδώς τα μάτια του... 
 

…Η πρώτη αίσθηση ήταν μία ελαφρά δυσκολία στην αναπνοή που δεν κράτησε όμως πολύ και ένας κρύος αέρας στο πρόσωπο του. Ο Παύλος άνοιξε τα μάτια του και παρά τις προειδοποιήσεις της Νάντιας παραλίγο να βγάλει μία δεύτερη κραυγή.
 

Γύρω του πανύψηλα βουνά… Άλλων οι χιονισμένες κορυφές φαινόντουσαν κοντά ή μακριά του άλλων ήταν χαμένες μέσα σε ομίχλη και σύννεφα. Πολύ υψηλά βουνά από ότι μπορούσε να καταλάβει, δασωμένα, με ένα πελώριο χαλί λες να τα καλύπτει, χαλί σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου. Βουνά που κατέβαιναν άλλοτε με γκρεμούς και απότομες πλαγιές και άλλοτε πιο ομαλά σε χαράδρες και σε άλλα χαμηλότερα βουνά, όσο μπορούσε να πιάσει το μάτι του αυτό γινόταν.
 

Πάνω του ήλιος ! Ήλιος που βγήκε μια στιγμή από τα σύννεφα και τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι του. Ένοιωσε την Νάντια να τον πιάνει αγκαζέ, χωρίς καμία τρυφερότητα όμως, το χέρι της τον κράταγε κολλημένο στο πλάϊ της, ατσάλινη τανάλια. «Είναι πολύ δυνατή» σκέφτηκε.
 

«Είμαστε 7 ώρες πίσω» πρόλαβε την ερώτηση του η Νάντια. «Γι αυτό ο Ήλιος. Εδώ είναι τρείς παρά 28 μεσημέρι» συνέχισε ενώ του έβγαζε με το άλλο της χέρι την ταινία από το κεφάλι του και την έβαζε μαζί με την δικιά της σε μία τσέπη του τζάκετ της. 
 

Ο Παύλος ξανακοίταξε γύρω του… Βρίσκονταν σε ένα χωμάτινο δρόμο, τρία μέτρα περίπου φαρδύ. Ήταν σχεδόν στριμωγμένοι στην άκρη του δρόμου, ακούμπαγαν σε ένα σχεδόν κάθετο βράχο, γεμάτο πρασινάδα. Κοίταξε ψηλά, όσο έβλεπε, το θέαμα ήταν ίδια λες και το βουνό που βρίσκονταν τρύπαγε τα σύννεφα και χανόταν στον ουρανό. Ο δρόμος έκανε μία πολύ ανοιχτή στροφή πενήντα μέτρα πιο πέρα, σε μία ανηφορική κλίση, μετά έκοβε απότομα δεξιά και χανόταν. Με το βράχινο πρασινωπό τοίχο πάντα πάνωθε του. Κοίταξε μπροστά την άλλη άκρη του στενού δρόμου. Ένας γκρεμός κατέβαινε άγνωστο που, όσο έβλεπε κατέβαινε, κάθετα.
 


«Που είμαστε ;» ρώτησε. «Τι είναι εδώ ;»
 

«Α όχι και πολύ κοντά... 11 χιλιάδες χιλιόμετρα από την Αθήνα !! Καλώς όρισες στις Άνδεις ! » γέλασε η Νάντια απολαμβάνοντας την έκπληκτη έκφραση στο πρόσωπο του. «Βολιβία. Υψόμετρο τέσσερεις  χιλιάδες μέτρα εδώ που είμαστε. Πάει και πιο πάνω όπως είδες. Ένα χιλιόμετρο πιο χαμηλά, καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα πίσω αριστερά σου η Λα Παζ, διοικητική πρωτεύουσα της Βολιβίας, τρεις χιλιάδες εξακόσια μέτρα υψόμετρο, η υψηλότερη πρωτεύουσα του κόσμου. Την διακρίνεις ;»
 

Το θέαμα ήταν μαγευτικό, κάτω από άλλες συνθήκες θα το θαύμαζε. Δεν φοβόταν τα ύψη, αλλά εδώ ήταν σε μεγάλο ύψος, το έβλεπε, το ένοιωθε. Την ίδια ώρα ένοιωθε και κάτι άλλο. Μπορούσε πάλι να κουνηθεί. Πήγε να τραβηχτεί από τη Νάντια αλλά εκείνη δεν τον άφησε…
 

«Πρόσεχε !» του είπε. «Δεν τέλειωσα την ξενάγηση. Ο δρόμος που είμαστε ενώνει την Λα Παζ με μία μικρότερη πόλη, το Κορόϊκο, τριάντα ακόμα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά. Είμαστε περίπου στο μέσο της διαδρομής, στο μέσο του πουθενά, ενός πολύ επικίνδυνου πουθενά. Ο δρόμος λέγεται «el camino de la muerte” ισπανικά, «δρόμος του θανάτου» στα δικά μας. Δεν χρειάζεται να πας μέχρι την άλλη άκρη του δρόμου, τα χαλίκια γλιστράνε. Κι αν ζαλιστείς έτσι αμάθητος που είσαι από μεγάλα ύψη… θα βρεθείς να μετράς χιλιόμετρα πέφτοντας.
 

….Αν πάλι είσαι άτυχος και σε κρατήσει κανένας βράχος μερικά μέτρα πιο κάτω… δε θα ζήσεις περισσότερο… Εδώ βασιλεύει ο κόνδωρας των Άνδεων… βασιλιάς του Ουρανού για τους Ίνκας, τεράστιος πολύ επικίνδυνος, ιδίως όταν πεινά. Δε θα καλοπεράσεις στα γαμψά του νύχια ! Αν μάλιστα έρθει με παρέα… Ακόμα και μοναχικούς τουρίστες που χάζευαν έχει αρπάξει ! Πετά ψηλά, από πάνω μας και βλέπει τα πάντα, πίστεψε με. Πέφτει σαν βολίδα και αρπάζει ότι βρει αν πεινά, αν νοιώθει ότι μπορεί. Ούτε θα καταλάβεις πως θα βρεθείς στα νύχια του. Μετά θα σε αφήσει να γκρεμιστείς στα βράχια χαμηλότερα και τότε θα γίνεις τροφή του. Υπέροχο πουλί, όσο το βλέπεις σε ντοκυμαντέρ ή από μακριά. Δεν θέλεις να το γνωρίσεις αλλιώς… και εδώ έχει πολλούς… 





 

Ο Παύλος ασυναίσθητα κοίταξε ψηλά… «Μη φοβάσαι !» γέλασε πάλι η Νάντια. Σίγουρα μας έχουν δει, αλλά με δύο ανθρώπους, δεν τολμά. Ποτέ δεν επιτίθεται σε ομάδα μεγαλόσωμων ζώων ή ανθρώπων.
 

«Άφησα βέβαια τελευταίο το νευρωνικό μου μαστίγιο» συνέχισε βγάζοντας λίγο από την τσέπη της κάτι που έμοιαζε με λαβή. Δεν χρειάζεται να σε αγγίξει. Αφόρητος πόνος… δεν θέλεις να τον δοκιμάσεις… Γι αυτό κάτσε πλάϊ μου ήσυχα και απόλαυσε τη θέα. Σε λίγο θα είναι εδώ ένα αυτοκίνητο που θα μας πάρει. Έπρεπε κανονικά να είναι εδώ, αλλά σε αυτό το δρόμο αν κολλήσεις πίσω από άλλο αυτοκίνητο άντε να προσπεράσεις.
 

«Πως ήρθαμε εδώ ; Κάποιο είδος τηλεμεταφοράς ; Πως τα καταφέρνετε ; Ποια είσαι ; Γιατί εμένα ; Γιατί εδώ, στην άλλη άκρη του κόσμου ; »
 

«Πάλι απορίες ;» τον πείραξε η Νάντια. «Mη στεναχωριέσαι, εκεί που πάμε θα μάθεις μερικά από αυτά που ρώτησες. Ίσως και όλα, είπαμε δεν αποφασίζω εγώ μόνη μου. Χαιρέτα !! Σήκωσε το χέρι σου και χαιρέτα !!» είπε αλλάζοντας ύφος.
 

Ο Παύλος την κοίταξε απορημένος. Μετά κοίταξε μπροστά στον χωμάτινο δρόμο και κατάλαβε. Μία ομάδα ποδηλατών κατέβαιναν ο ένας πίσω από τον άλλο με μεγάλη ταχύτητα. Πήγαιναν προς τη μέσα μεριά του δρόμου αλλά με την ταχύτητα που είχαν αυτό του Παύλου δεν του φαινόταν καθόλου αρκετό. Ήταν καμιά δεκαριά, νέα παιδιά, με έναν λίγο μεγαλύτερο μπροστά. Ο αρχηγός τους ανταπόδωσε τον χαιρετισμό που του έκανε με το ένα χέρι μία χαμογελαστή Νάντια, ενώ με το άλλο χέρι κρατούσε τον Παύλο κολλημένο στο πλάϊ της. Ο Παύλος σήκωσε μηχανικά το χέρι του και χαιρέτησε και αυτός. Μερικοί του το ανταπέδωσαν, ένα ζευγάρι τουριστών για αυτούς, που σίγουρα είχαν παρέα κάπου πιο πέρα. 
 

«Καλά τρελλοί είναι ;» είπε ο Παύλος όταν οι ποδηλάτες χάθηκαν από το οπτικό του πεδίο. «Εδώ βρήκαν να κάνουν κούρσα με τα ποδήλατα τους ;»
 

«Καλώς ήρθες στο δρόμο του Θανάτου» είπε η Νάντια. «Δεν τον έβγαλαν τσάμπα έτσι. Περισσότεροι από διακόσιοι νεκροί κάθε χρόνο, για πολλά χρόνια. Ποδηλάτες, αυτοκίνητα με τουρίστες αλλά και ντόπιους…. Έτσι ήταν μέχρι το 2006. Μετά τέλειωσε ο άλλος δρόμος που συνδέει τη Λα Πάζ με το Κορόϊκο. Οι πιο πολλοί τώρα πάνε από εκεί. Από τους τουρίστες και τους ντόπιους εννοώ. Εκτός από τους λάτρεις των extreme sports σαν αυτούς που είδες. Κορόϊκο – Λα Παζ με ποδήλατο να κατεβαίνει βολίδα τον δρόμο του θανάτου, τον πιο επικίνδυνο δρόμο του κόσμου ; Μεγάλη πρόκληση για μερικούς !! Κι ας καταλήγουν μερικοί στα βράχια πιο κάτω, τροφή για τους κόνδωρες !
 

Ο Παύλος την κοίταξε σκεφτικός. Είχε πολλά ακόμα να ρωτήσει αλλά δεν πρόλαβε ούτε να τα σκεφθεί καλά καλά. Ο θόρυβος ενός αυτοκινήτου ακούστηκε πίσω τους.
 

«Επιτέλους !» είπε η Νάντια κοιτώντας το μαύρο αυτοκίνητο που σήκωνε σκόνη κατηφορίζοντας. «Ηρθε !»
 

Συνεχίζεται…
 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Αν δεν έχετε διαβάσει την 7η και την 8η συνέχεια, είναι ακριβώς από κάτω, μετά από μερικές γελοιογραφίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου