Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

ΣΑΝ ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ...

Άλλη μία ιστορία από τα νεανικά μου χρόνια. Δεν συνέβη σε μένα αλλά είμαι σίγουρος ότι συνέβη στα βασικά της σημεία όπως θα σας την διηγηθώ. 

Στον θείο μου τον Παύλο είχα αδυναμία. Πρώτος ξάδελφος της μητέρας μου που τον καμάρωνε και τον αγαπούσε πολύ.  Είχαν μεγαλώσει μαζί, σε δύσκολες εποχές, τα σπίτια τους δίπλα δίπλα. Κάποια στιγμή οι δρόμοι τους χώρισαν γιατί ο θείος Παύλος, δικηγόρος, παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην Πάτρα. 

Ερχόταν όμως στην Αθήνα συχνά. Παιδιά δεν έκανε, αδέλφια δεν είχε. Όλη του η οικογένεια ήταν η μητέρα μου και εμείς. Ταίριαζε πολύ με τον πατέρα μου, έπαιζαν σκάκι ή τάβλι ώρες, έλεγαν τα δικά τους, τσακωνόντουσαν για το ποιός κλέβει τον άλλο όταν έπαιζαν, έβγαιναν καμιά φορά ανδροπαρέα. 

Ο θείος μου έχασε την γυναίκα του γρήγορα από μία σπάνια πάθηση στο συκώτι. Τον κατέβαλε πολύ το γεγονός. Δεν τα παράτησε όμως, τον κράτησε η δουλειά του, η μητέρα μου. Οι επισκέψεις στην Αθήνα πύκνωσαν αλλά δεν μετακόμισε. Στην Πάτρα τον ήξεραν. Ήταν πολύ νέος ακόμα για να πάρει σύνταξη.

Η μητέρα μου τον πίεζε να ξαναπαντρευτεί, ήταν 40 χρονών όταν έχασε τη γυναίκα του.  Μετά από δυό τρία χρόνια η μάννα μου άρχισε να τον πιέζει. Εκείνος ούτε να το ακούσει. Δεν ήθελε άλλες αγάπες. Να "  τσιμπολογά"   από εδώ και από εκεί ήθελε... χωρίς να δεσμεύεται.  Έτσι έλεγε στους γονείς μου όταν τον πίεζαν. 

Η μητέρα μου προσπαθούσε να τον λογικέψει, δεν τα κατάφερνε. Και ο πατέρας μου που τον καταλάβαινε περισσότερο γελούσε.

Ωραίος άνδρας ο θείος Παύλος, ψηλός, λεπτός, γκριζαρισμένο αλλά πλούσιο μαλλί, ήξερε να φέρνεται στις γυναίκες. Και πολύ καλός συζητητής. Κρεμόμουν από τα χείλια του κάθε φορά όταν μίλαγε. Μορφωμένος και κοσμογυρισμένος. Είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι... 

Η ιστορία που θα σας αφηγηθώ συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του 70. Είχε έρθει στο σπίτι των γονιών μου για να τους δει, εγώ είχα πλέον παντρευτεί και έμενα αλλού. Πήγα να τον δώ ένα απόγευμα. Ήθελα να τον δω, όπως και εκείνος. 

Οι γονείς μου έπρεπε να φύγουν. Είχαν να πάνε σε μία εκδήλωση, ο θείος μου ήρθε ξαφνικά, δεν τους άφησε να το αναβάλουν. Θα έμενε καμία εβδομάδα, θα τους έβλεπε. 

Με χαρά κάθισα μαζί του. Αντροπαρέα με τον θείο Παύλο ήταν απόλαυση.  Πίναμε τον καφέ μας όταν άρχισε να με ρωτά για τα προσωπικά μου. Μετά ανάψαμε τσιγάρο και πήγαμε στις αναπολήσεις του, στις εποχές που ήταν νεότερος. Ήταν 60ρης τότε.

"  Η ιστορία που θα σου πω ανηψιέ - έτσι με έλεγε πάντα - έγινε πριν πολλά χρόνια. Την θεία σου την αγαπούσα πολύ αλλά την έχασα νωρίς, ήμουνα νέος. Η μάννα σου με πίεζε να βρω καμία άλλη αξιόλογη γυναίκα να παντρευτώ. Δεν ήθελα. Η Πάτρα είναι μικρό  μέρος, ούτε περιπέτεια δεν μπορούσα να έχω εκεί, όλο και κάποιο μάτι θα με έβλεπε. Δεν το ήθελα. 

...Έτσι όταν ήθελα και εγώ σαν άντρας την γυναικεία συντροφιά κατέβαινα στην Αθήνα. Αλλά δεν μπορούσα να κάτσω πολύ, είτε το συνδύαζα με δουλειές είτε όχι.   
Δεν είχα πολλές ευκαιρίες για περιπέτειες εκτός από τίποτε αρτίστες (εκ των υστέρων έμαθα ότι για κανένα χρόνο είχε μπλέξει με ΜΕΓΑΛΟ και ΓΝΩΣΤΟ όνομα της τότε Αθηναϊκής πίστας. Μου το είπε ο πατέρας μου μετά τον θάνατο του).

...Κάποτε γνώρισα μία όμορφη κοπέλα, την Τζίνα. Τριαντάρα τότε. Η Τζίνα ήταν "  συνοδός ευκαταστάτων μοναχικών κυρίων". Δεν μου έκρυψε ότι είναι call girl πολυτελείας. Μου το είπε από την πρώτη στιγμή. Είχε λίγους και καλούς πελάτες που χαιρόντουσαν τα κάλλη της.  Με το αζημείωτο πάντα, που είπαμε ότι ήταν τσουχτερό για την εποχή. 

...Αλλά χαλάλι της ανηψιέ !! Πρώτη φορά ένοιωθα τόσο άντρας πάλι. Και δεν ήταν μόνο φοβερή στο κρεβάτι. Ήταν και καλλιεργημένη, μπορούσες να την κυκλοφορήσεις.   

Δεν σου λέω ότι τσιμπήθηκα μαζί της. Αλλά μου άρεσε πολύ. Και σιγά σιγά, άφησα αρτίστες και καλλιτέχνιδες και περνούσα τις ελεύθερες ώρες μου στην Αθήνα μαζί της. Της έλεγα πότε θα έρθω στην Αθήνα και πάντα φρόντιζε να είναι διαθέσιμη. Τις λίγες φορές που αυτό δεν ήταν εφικτό το ανέβαλα για 2-3 μέρες και όλα ήταν μετά εντάξει. 

Ημουν πολύ ευχαριστημένος μαζί της αλλά και εκείνη μαζί μου γιατί η αλήθεια είναι πως όταν κάτι μου αρέσει είμαι κουβαρντάς. Και πιστεύω ότι και σαν άντρας, όσο να 'ναι... κάτι έκανα ακόμα τότε.. 

...Και έφθασε η στιγμή που η σχέση μας άλλαξε. Μία φορά πριν 7-8 χρόνια, μέρες Χριστουγέννων ήταν, της τηλεφώνησα να βρεθούμε. Θα ερχόμουν Αθήνα την επόμενη μέρα. Ήθελα πολύ να την δώ.

...Την άκουσα μαγκωμένη στο τηλέφωνο. Με ρώτησε αν μπορούσα να έρθω λίγες μέρες αργότερα, ίσως την Πρωτοχρονιά. Δεν γινόταν, το ταξίδι ήταν συνδυασμένο με κάτι επαγγελματικά ραντεβού που είχα στην Αθήνα εκείνες τις μέρες.

"  Δεν θα σου πω ψέμματα"   μου είπε και ακουγόταν πολύ στεναχωρημένη. "  Θέλω όμως να με πιστέψεις. Είμαι αδιάθετη..."

"  Και τι έγινε ;"   της αποκρίθηκα. "  Σιγά το πράμα Είναι ανάγκη να φτάνουμε κάθε φορά στο κρεβάτι ;  Θα κάνουμε μαζί ρεβεγιόν κορίτσι μου ! Θα το διασκεδάσουμε ! Μη στεναχωριέσαι, έχω πρόγραμμα !"

...Έτσι και έγινε ανιψιέ... Πήγαμε στη "  Μεγάλη Βρετανία"   χορέψαμε, φάγαμε, μείναμε εκεί μέχρι που τέλειωσε το πρόγραμμα. Την πήγα σπίτι της και την άφησα. 
Την άλλη μέρα μαζί στο Λυκαβητό για καφέ, ψάρι στη Βάρκιζα το μεσημέρι, σπίτι της για καφέ μετά. Από το σπίτι σας είχα εξαφανιστεί, η μάννα σου με κυνηγούσε,  "  που είσαι άσωτε ;"   μου έλεγε. 

Το βράδυ, παραμονή Χριστουγέννων  στην παραλιακή, χορός και διασκέδαση μέχρι το πρωϊ, μετά για πατσά στην Λαχαναγορά... αξέχαστες ώρες... Σαν μικρό κορίτσι έκανε...

Μετά η μάννα σου μου έκανε κεφαλοκλείδωμα, δεν με έπαιρνε άλλο. Έμεινα μαζί σας, την άλλη μέρα έφυγα πίσω στην Πάτρα.

Πριν φύγω η Τζίνα ήταν όλο ευχαριστίες.. Και για την παρέα και για τα Χριστουγεννιάτικα μπόνους που επέμενα να πάρει. Έστω και χωρίς τις συνήθεις "  υπηρεσίες"   ...

Αυτό ήταν ανηψιέ... Από τότε και μετά δεν μου ξαναπήρε ΠΟΤΕ χρήματα. ΠΟΤΕ !! Ηταν ο καυγάς μας τα επόμενα χρόνια. "  Είσαι ο ΜΟΝΟΣ άνδρας που δεν με είδε μόνο σαν κρέας"   μου έλεγε. "  Δεν θα το ξεχάσω ΠΟΤΕ αυτό ! Μην επιμένεις, δεν ξαναπαίρνω λεφτά από εσένα. Τελείωσε !!"

... Και μη νομίζεις ανηψιέ ότι της τα έδινα με άλλο τρόπο. Μου έπαιρνε κανένα δώρο στις γιορτές και της το ανταπέδιδα χωρίς υπερβολές. Και φυσικά πλήρωνα τις εξόδους μας. Αυτό ήταν όλο. Για όσο καιρό κράτησε μετά... Και κράτησε πολύ καιρό....

"  Τι έγινε μετά θείε ;"   τον ρώτησα.  "  Χωρίσατε ;"

"  Έφυγε στο εξωτερικό"   μου απάντησε αλλά σκοτείνιασε κάπως. Δεν είδα οργή στα μάτια του, θλίψη είδα. Δεν τον πολυπίστεψα, δεν επέμενα, μπορεί να ήταν και έτσι, δεν ξέρω... να τύλιξε κανέναν ;

"   Έλα ανηψιέ"   μου άλλαξε κουβέντα ο θειός μου... "  Λείπει ο πατέρας σου, θα δείρω εσένα στο τάβλι !".

ΤΕΛΟΣ   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου