Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

1000 m. -ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΜΕ ΤΙΣ ΜΙΚΡΟΑΛΛΑΓΕΣ


BOHΘΗΤΙΚΑ


ΤΣΙΠΑΚΙΑ : μικροσκοπικά ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά κυκλώματα που εκτελούν μία ή περισσότερες εργασίες κάθε είδους.  Υπάρχουν στο τηλεκοντρολ της τηλεόρασης, στην τηλεόραση, στο αυτοκίνητο, στα κομπιούτερ, στις οικιακές συσκευές, παντού. Εδώ και πολλά χρόνια. Μόνο το μέγεθος τους μικραίνει όσο περνάει ο καιρός και η ικανότης τους να κάνουν ταχύτερα περισσότερες και πιό πολύπλοκες εργασίες.



ΝΑΝΟΣΥΣΚΕΥΕΣ ή ΜΙΚΡΟΣΥΣΚΕΥΕΣ : Οι νανο-συσκευές είναι μικροσκοπικές συσκευές, τόσο μικρές που οι περισσότερες δύσκολα γίνονται αντιληπτές από το ανθρώπινο μάτι ή δεν γίνονται.  Σήμερα υπάρχουν ελάχιστες και χρησιμοποιούνται σε εξειδικευμένα εργαστήρια. Υπάρχουν όμως μικροσυσκευές που είναι το ίδιο αλλά μεγαλύτερες, τις βλέπεις αλλά είναι πολύ μικρές. Υπάρχουν μκροκάμερες τηλεόρασης, μικροκινητήρες,  μικρο-τσιπάκια κ.λ.π . Στο μέλλον που περιγραφω, θα υπάρχουν τα ιδια σε νανο-συσκευές. Νανο-κάμερες, νανο-τσιπάκια, νανο-βελόνες (ιατρικές)  κ.λ.π


1000 μετρα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 - ΜΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΜΠΟΡΑ

       «Ναι με τα πόδια πάω, δε σου είπα ότι έδωσα το αυτοκίνητο στο συνεργείο για service ; Φεύγουμε για διακοπές αύριο, το θυμάσαι ; Σιγά μην έπαιρνα ταξί πρωινιάτικα με τέτοιο καλό καιρό. Ένα χιλιόμετρο πιο κάτω είναι, άσε να κάψουμε καμιά θερμίδα ! Έλα μωρό μου κλείνω, τα λέμε πάλι αργότερα»
      
Ο Παύλος έκλεισε το τηλέφωνο και το ξανάβαλε στο τσαντάκι που κρεμόταν στον ώμο του. Η Μάρω ήταν κουραστική μερικές φορές… Όλα να τα ξέρει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, όλα να ελέγχει…

Περνώντας από μία βιτρίνα που πούλαγε αθλητικά είδη ο Παύλος Αντωνίου έριξε μία ματιά στο είδωλο του όπως διαγράφονταν στον καθρέπτη. Δεν θα έλεγε πως αποτελούσε το πρότυπο του γοητευτικού σαραντάρη. Και αρχή κοιλιάς είχε, και αρχή φαλάκρας και τα καστανόμαυρα μαλλιά του αραίωναν με ανησυχητικό ρυθμό.  Πρώτο μπόι δεν ήταν πλέον, η νέα γενιά έφτανε συχνά στο 1.80 του πριν τελειώσει το Γυμνάσιο, ούτε ήταν ιδιαίτερα δεμένος. Άρεσε όμως στις γυναίκες. Τα γυαλιά και το μούσι στο πηγούνι του έδιναν κάτι το ελιτίστικο, τα γκριζογάλανα μάτια του τραβούσαν, οι άνετοι τρόποι του έδειχναν αυτοπεποίθηση και μία ήρεμη δύναμη.

Η ξανθιά πωλήτρια μέσα από το κατάστημα του  χαμογέλασε. Ήταν μόνη. Ο Παύλος σκέφθηκε να μπει μέσα, δήθεν για να ρίξει μία ματιά, αλλά το σκέφθηκε καλύτερα και προχώρησε. Ήθελε να ξεμπερδεύει με τον πελάτη του, ένα κακομαθημένο εξηντάρη που πρόλαβε να πάρει εφ’ άπαξ και νόμιζε ότι με αυτό και με ένα θαλασσοδάνειο θα του έφτιαχνε ο Παύλος βασιλικά ανάκτορα. Κανονικά θα τον είχε ξαποστείλει ευγενικά αλλά τα πράγματα είχαν αγριέψει, η αγορά δεν αργοπέθαινε, πέθαινε γρήγορα… Άρα ο πελάτης είχε πάντα δίκιο… 

Προσπέρασε ένα τυροπιτάδικο, ήταν στο 23, από ότι του είχε πει ο πελάτης του, το γραφείο του ήταν στο 318. «Περίπου χίλια μέτρα πιο κάτω…» σκέφθηκε. «Καλά το είπα στη Μάρω»…

Το μπουμπουνητό τον ξάφνιασε. Δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι ο καιρός είχε αλλάξει. Μαύρα σύννεφα μαζεύονταν στον ουρανό… «Καλοκαιρινή μπόρα» σκέφθηκε. «Αν είμαι τυχερός θα είμαι στο γραφείο του πριν αρχίσουν οι ψιχάλες». Χθες είχε αγοράσει το καινούργιο κοντομάνικο γαλάζιο πουκάμισο, δεν ήθελε να γίνει χάλια.  

Η ταχύτητα με την οποία άλλαζε ο καιρός τον ξάφνιασε. Ήταν εννέα και μισή αλλά είχε σχεδόν σκοτεινιάσει.  Οι πρώτες ψιχάλες άρχισαν ήδη να πέφτουν ορμητικές. Ο ουρανός είχε γεμίσει μαύρα σύννεφα. Αστραπές φαίνονταν να σχίζουν τα σύννεφα με μουσική υπόκρουση δυνατούς κεραυνούς. Ο κόσμος γύρω του περπάταγε τώρα βιαστικά, προσπαθούσε να φτάσει γρήγορα στον προορισμό του ή να βρει κάπου ένα προσωρινό καταφύγιο. 

Ο Παύλος διέσχισε τρέχοντας το δρόμο. Τα ζυγά νούμερα ήταν απέναντι, εξ’ άλλου μπροστά του ήταν μία μεγάλη αψίδα κατάλοιπο ρωμαϊκής κατοχής στην πόλη του αιώνες πριν.  Από την πλευρά που ήταν πριν πέρναγαν αυτοκίνητα, από την άλλη όμως ήταν πεζόδρομος. Ίσως να καθόταν από κάτω για μερικά λεπτά, εξ’ άλλου οι καλοκαιρινές μπόρες δεν κρατούσαν πολύ. 

Με το που έφτασε απέναντι κόντεψε να χάσει την ισορροπία του. Ποτέ δεν είχε ακούσει κεραυνό τόσο κοντά του, του φαινόταν ότι μύριζε κάτι καμένο ή θειάφι. Κοίταξε γύρω του. Είχε μείνει μόνος, όλοι είχαν βρει ήδη καταφύγιο. Κάτω όμως από την μεγάλη αψίδα, λίγα μέτρα πιο κάτω δεν ήταν κανένας.

«Είμαι τυχερός» σκέφθηκε τρέχοντας σχεδόν προς την αψίδα. «Θα κάτσω λίγο από κάτω να ηρεμήσουν τα πράγματα και μετά βρεμένος ξεβρεμένος θα πάω. Εκτός αν είμαι χάλια… Ίσως πάρω και τηλέφωνο».

Ο ακόμα δυνατότερος κεραυνός που κόντεψε να τον ξεκουφάνει ήταν το ένα από τα δύο πράγματα που τον σάστισαν. Η αστραπή που ακολούθησε αμέσως μετά σχεδόν τον στράβωσε, λες και έπεσε δίπλα του. «Σημάδι με έχει βάλει γαμώτο ;” μουρμούρισε.  Είχε αρχίσει να φοβάται, πρώτη φορά ένοιωθε τόσο εκτεθειμένος στα στοιχεία της φύσης.

Τον τύπο που έπεσε πάνω του ούτε τον είδε από πού ερχόταν. «Εεεεε !» φώναξε αγανακτισμένος. «Πρόσεχε !»

Ένα πρόσωπο ήρθε στα λίγα εκατοστά από το πρόσωπο του. «Μη πας στην αψίδα !» του φώναξε ο άγνωστος. «Πέρνα απέναντι γρήγορα ! Όχι στην αψίδα, ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΑΨΙΔΑ !!»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 - ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΨΙΔΑ


Ο Παύλος πήγε να αρπάξει τον άγνωστο. Δεν το έκανε για να τον χτυπήσει αλλά για να κρατηθεί. Η δυνατή σπρωξιά του αγνώστου κόντεψε να τον ρίξει κάτω. Ο άλλος όμως τον απέφυγε.

«Φίλος είμαι, άκουσε με» φώναξε το ίδιο δυνατά ενώ απομακρυνόταν λίγο. «Πρέπει να με ακούσεις !»

Ο Παύλος κατάφερε και βρήκε την ισορροπία του. Όπως ο άγνωστος απομακρυνόταν μπόρεσε να του ρίξει μία ματιά. Στο ίδιο περίπου μπόϊ, μεγαλύτερος σε ηλικία, σχετικά καλοντυμένος. Εμφάνιση ενός μάλλον  μορφωμένου αστού που πλησίαζε ή ήταν στα πρώτα «ηντα». Τρελλός ;

«Πέφτεις πάνω μου στα καλά καθούμενα» φώναξε θυμωμένα, «…παραλίγο να με ρίξεις κάτω, μου λες κάτι μαλακίες για την αψίδα και από πάνω μου φωνάζεις ότι είσαι φίλος. Ξέρεις κάτι ; Θα σε βαρέσω αν δεν εξαφανιστείς και άσχημα μάλιστα !!»

«Για το καλό σου, όχι στην αψίδα !» φώναξε ο άγνωστος ενώ απομακρυνόταν. «Άλλαξε δρόμο ! Όχι στην αψίδα !» επανέλαβε ενώ έφευγε τρέχοντας σε ένα δρόμο κάθετο σε εκείνον που βρίσκονταν και οι δύο. Για μία στιγμή γύρισε να δει αν ο Παύλος τον ακολουθεί, σταμάτησε λίγο όταν είδε ότι ο Παύλος ακίνητος τον παρατηρούσε, και μετά χάθηκε καθώς ένα μεγάλο φορτηγό πέρασε μπαίνοντας ανάμεσα τους. Όταν μπόρεσε ο Παύλος να δει πάλι προς την πλευρά του αγνώστου, εκείνος είχε εξαφανιστεί.

Η βροχή θέριευε, οι λίγοι που είχαν μείνει ακόμα στο δρόμο έτρεχαν να προφυλαχτούν από εδώ και από εκεί. Ο Παύλος δεν μπόρεσε να μη ρίξει μία ματιά στην αψίδα. Μία φαρδιά καμάρα που είχε γίνει λεωφόρος μίας κατεύθυνσης, την είχε περάσει με το αυτοκίνητο του πολλές φορές. Δίπλα μία καμάρα μικρότερη, είχε γίνει πεζόδρομος, από την άλλη πλευρά μία επίσης μικρή καμάρα, μισογκρεμισμένη, χωρίς οροφή, που την περιτριγύριζε ένα άχτιστο οικόπεδο. Μία εικόνα οικεία στον Παύλο, την είχε δει πολλές φορές και τίποτα το ιδιαίτερο δεν του είχε τραβήξει την προσοχή.

Η βροχή δυνάμωνε, οι κεραυνοί δεν έπεφταν πια τόσο πολύ κοντά αλλά συνέχιζαν να πέφτουν κάπου γύρω. «Ε, δεν θα ακούσω ένα βλαμμένο !» σκέφθηκε ο Παύλος και έτρεξε στον πεζόδρομο που οδηγούσε στην αψίδα, στην μικρή σκεπαστή καμάρα. Σε ένα λεπτό ήταν εκεί. Ήταν μόνος του, οι περισσότεροι είχαν εξαφανιστεί σε δίπλα δρόμους, εισόδους σπιτιών και κάτω από τέντες μαγαζιών. Τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν την λεωφόρο κάτω από την αψίδα πέταγαν γύρω τους νερά, αλλά και από αυτά ήταν προφυλαγμένος.
       
«Να δω μόνο πως θα στεγνώσω !» σκέφθηκε ο Παύλος. «Και να περάσει η μπόρα δεν μπορώ να πάω στον Αναγνώστου σε αυτά τα χάλια. Πρέπει να τον πάρω…»
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Ο ουρανός σχίστηκε στα δυό, αστραπή και κεραυνός εμφανίστηκαν και ακούστηκαν ταυτόχρονα. Η αστραπή γέμισε τον ορίζοντα με ένα έντονο γαλάζιο φώς που τον τύφλωσε. Ο κεραυνός τον ξεκούφανε, πόνεσαν τα αυτιά του.  Μερικές κραυγές φόβου ακούστηκαν από την άλλη πλευρά του δρόμου. Δεύτερος κεραυνός μαζί με αστραπή, με τον τρίτο αστραπόβροντο που ήταν το ισχυρότερο από όλα τα προηγούμενα ο Παύλος είχε την εντύπωση ότι τα ουράνια τους βομβάρδιζαν. Έκλεισε ενστικτωδώς για λίγο τα αυτιά του με τα χέρια του, τα μάτια του τα είχε ούτως ή άλλως κλειστά. Αν είναι να με βρει, δεν θα το δω να έρχεται, ούτως ή άλλως» σκέφθηκε.

Ο Παύλος ήταν αναγνώστης έργων επιστημονικής φαντασίας. Το παράδοξο και το φανταστικό με επικάλυψη μίας δύσκολα να διακριβωθεί επιστημονικότητας, τον αποσπούσαν για λίγο από την μάχιμη, θλιβερή πραγματικότητα, τον ξεκούραζαν. Είχε λοιπόν διαβάσει ιστορίες για ταξίδια στο χρόνο, για παράλληλα σύμπαντα όπου κάποια άλλα ενδεχόμενα που δεν είχαν συμβεί στον δικό τους κόσμο αποτελούσαν την «εκεί» πραγματικότητα.

Τα λίγα δευτερόλεπτα που έμεινε με κλειστά τα μάτια και σκεπασμένα τα αυτιά, όλα αυτά χίμηξαν στο μυαλό του.  Τα ξαφνικά αστραπόβροντα που τους είχαν βάλει σημάδι, ο άγνωστος με την περίεργη προειδοποίηση, έστριψαν για μία στιγμή το μυαλό του στο παράδοξο, στο φανταστικό.


«Λες» είπε αστειευόμενος στον εαυτό του, περιμένοντας να πέσει το επόμενο αστραπόβροντο. «Λες να ανοίξω να τα μάτια μου και να…»

Ησυχία… Τίποτε δεν ακουγόταν. Ο Παύλος άνοιξε τα μάτια του και ελευθέρωσε τα αυτιά του.      Κοίταξε γύρω του. Και αυτό που είδε…


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 - ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

…Τον έκανε να συνοφρυωθεί. Ο Ουρανός είχε πάρει ένα μολυβί χρώμα, μία εικόνα που δεν θύμιζε σε τίποτα το ηλιόλουστο καλοκαιρινό τοπίο που υπήρχε λίγο πιο πριν. Η βροχή έπεφτε ορμητική και όσα αυτοκίνητα διέσχιζαν τον λεωφορειόδρομο κάτω από την αψίδα, είχαν τους υαλοκαθαριστήρες σε κίνηση για να βλέπουν, ενώ τα λάστιχα τους πέταγαν νερά  δεξιά και αριστερά.                                                                                                             


Ο κόσμος κάτω από τις τέντες και τις εισόδους των μαγαζιών, ήταν τώρα περισσότερος, μερικοί μόνο άφηναν το προσωρινό τους κάλυμμα και τρέχοντας μέσα στη βροχή αναζητούσαν ένα καλύτερο. Μία συνηθισμένη για χειμώνα εικόνα που δεν περίμενε κανείς να τη δει κατακαλόκαιρο.


Έβγαλε το κινητό του και πήρε τον πελάτη του τηλέφωνο.

«Τον κύριο Αναγνώστου παρακαλώ… Ευχαριστώ … Γειά σας κύριε Αναγνώστου, Αντωνίου στο τηλέφωνο. Ναι ο πολιτικός μηχανικός. Είχαμε ένα ραντεβού, για το σπίτι που θέλετε να σας φτιάξω  στη Σαρωνίδα… ναι, έχω τα σχέδια… αλλά δυστυχώς δεν θα μπορέσω να έρθω… έμεινε το αυτοκίνητο μου… - μια δικαιολογία που χρησιμοποιούσε συχνά, αν έλεγε ότι δεν πάει γιατί ήταν βρεμένος ο Αναγνώστου θα γκρίνιαζε - ναι… με αυτή την ξαφνική καταιγίδα… περιμένω οδική βοήθεια… Λυπάμαι… μπορώ να έρθω αύριο ίδια ώρα αν θέλετε… Προτιμάτε μεθαύριο απόγευμα... εντάξει… να πούμε στις έξη ; Έγινε… ευχαριστώ».

«Τώρα πρέπει να πάρω τη Μάρω» σκέφθηκε… «Αν μπορέσει να πεταχτεί να με πάρει, δεν θα ψάχνω για ταξί»

Το τηλέφωνο της Μάρως ήταν κατειλημμένο. Καθόλου περίεργο, ήταν δικηγόρος και σπάνια την έβρισκε εύκολα στο τηλέφωνο.  Πάντα όμως τον ενοχλούσε. Και μόνο η σκέψη ότι η Μάρω θα μπορούσε να γοητεύει εκείνη την ώρα κάποιο άλλο, ακόμα και πελάτη, τον έκανε έξαλλο. Κάτι που η Μάρω το ήξερε και το εκμεταλλευόταν. Η Μάρω… ξεκίνησε σαν περιπέτεια τον περασμένο χρόνο, μετά το διαζύγιο του και ακόμα μαζί ήταν. Την έφερε στο μυαλό του. Η Μάρω με τα μακριά μαύρα μαλλιά που τον τρέλαιναν όπως τα κυμάτιζε σαν αμαζόνα στις ιδιαίτερες στιγμές τους, με το σφιχτό κορμί που κόλαζε άγιο. Αχόρταγη, φιλήδονη, απαιτητική, δεν τον άφηνε να σηκωθεί από το κρεβάτι αν δεν του απορροφούσε κάθε ικμάδα… Ο έρωτας μαζί της ήταν μάχη… Μία μάχη που ποτέ δεν την είχε ζήσει με άλλη γυναίκα τόσο έντονα και απολάμβανε κάθε στιγμή της.

Απαιτητική στο κάθε τι, με εκρήξεις θυμού, ζηλιάρα, τελειομανής στη δουλειά της, μαχητική… Ο Παύλος ούτε που σκεφτόταν ένα ακόμα γάμο, φοβόταν ότι κάθε επισημοποίηση της σχέσης τους θα την υποβίβαζε. Δεν θα καταντούσε αυτό το πάθος που τους έδενε σε συζυγικό καθήκον… Μέσα του όμως τον ενοχλούσε ότι δεν του είχε πετάξει ποτέ το παραμικρό καρφί για μία αναβάθμιση της σχέσης τους. Ίσως το έπαιρνε ακόμα πιο επιπόλαια από ότι εκείνος. «Τελικά δεν την έχουμε μετρήσει τη σχέση μας, τόσο καιρό » , σκέφθηκε. «Ίσως πρέπει να το κάνουμε, να δούμε που πάει το πράγμα...» 


Ετοιμάστηκε να ξαναπάρει τη Μάρω όταν μία ακόμα λάμψη έσκισε τον μολυβί ουρανό, πέντε δευτερόλεπτα αργότερα η βροντή τον ξεκούφανε…


Ο Παύλος κοίταξε τα ρούχα του. «Χάλια έγινα» σκέφθηκε. Δεν πείραζε όμως το σπίτι του ήταν λίγο πιο κάτω, η Ελίνα, θα είχε πάει ήδη, θα του έδινε ζεστά, καθαρά ρούχα να φορέσει μετά από ένα μπάνιο που θα τον ξεκούραζε κι όλας. Τι καλή η ιδέα του να της δώσει το κλειδί του !

Η βροχή όμως δεν σταμάταγε. «Τελικά έπρεπε να είχα πάρει το αυτοκίνητο» σκέφθηκε ενώ προσπαθούσε να περπατά κάτω από τέντες καταστημάτων.   Τους τελευταίους μήνες είχε αρχίσει να κάνει κοιλίτσα, τα ρούχα του τον έσφιγγαν. Δεν ήθελε να αλλάξει τη φόρμα του,   έτσι μια και τα φαγητά της Ελίνας τα γλεντούσε - και με το παραπάνω ! - το έριχνε στο περπάτημα σε κάθε ευκαιρία μπας και έκαιγε τις παραπάνω θερμίδες. 

Το σπίτι του Λύτρα ήταν δυό χιλιόμετρα πίσω του. Η μητέρα του μαθητού του είχε προθυμοποιηθεί να τον πετάξει εκείνη, είχε όπως του είπε μία δουλειά ποιο κάτω, θα πέρναγε πολύ κοντά από το σπίτι του. Ο Παύλος όμως είχε απορρίψει ευγενικά την πρόταση. Η μητέρα του μαθητή του συχνά δημιουργούσε τέτοιες «ευκαιρίες», του την έπεφτε κανονικά. Καλοδιατηρημένη σαρανταπεντάρα, άλλους θα τους έβαζε σε πειρασμό, αλλά εκείνος έκανε πως δεν καταλάβαινε. «Καθηγητής Φυσικής είμαι γαμώτο» έλεγε στον εαυτό του, «ιδιαίτερα κάνω σε μαθητές και μαθήτριες, όχι στις μανάδες τους !»

Αυτά βέβαια τα είχε ξεχάσει μερικές φορές αλλά η συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν του γούστου του…

Το κινητό του χτύπησε στην τσέπη του. «Έλα αγάπη μου» άκουσε τη δροσερή φωνή της Ελίνας. «Που είσαι ; με τέτοιο χαμό ανησύχησα !»


«Καλά είμαι ! Μπόρα ήταν αλλά μάλλον ξεθύμανε. Βράχηκα λίγο αλλά εντάξει. Σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί. Θα κάνω ένα μπάνιο και θα είμαι εντάξει».

«Έχεις άλλα μαθήματα το πρωϊ ;»  

«Όχι ! Το μεσημέρι έχω ένα ιδιαίτερο στο Μαρούσι και μετά τρείς ώρες Φροντιστήριο το απόγευμα. Άδειος είμαι σήμερα, ευκαιρία να πάμε κανένα σινεμά αν θέλεις»

«Ωραία ιδέα !»  Η φωνή της Ελίνας έδειξε τον ενθουσιασμό της. «Αλλά αυτά τα λέμε σπίτι, μη σε παιδεύω με κουβέντες με τέτοιο καιρό. Έλα, σε περιμένω ! Έχω φτιάξει και τα γιουβαρλάκια σου !»

«Αγάπη μου !»

«Πασά μου !»

Ο Παύλος γέλασε και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Ελίνα… Αν δεν ήταν αυτή ίσως να μη σκεφτόταν ποτέ να παντρευτεί. Η Ελίνα με τα ξανθοκάστανα μαλλιά της που έπεφταν όταν τα άφηνε στους ώμους της, τα υπέροχα μάτια. Πάντα χαμογελαστή, πάντα ενδοτική, πάντα πρόθυμη να του ικανοποιήσει κάθε επιθυμία, ένα της ζήταγε, δύο του έδινε. Η τρυφερή Ελίνα που τις νύχτες αφηνόταν στην αγκαλιά του σίγουρη ότι εκεί που θα την ταξίδευε θα την περίμενε η απόλαυση και μία γλυκιά εκτόνωση… 


Τέσσερις μήνες μαζί, ίσως έπρεπε να της προσφέρει κάτι παραπάνω, να της προτείνει να συζήσουν, να δουν πως τα πάνε. Το έβλεπε ότι η Ελίνα το ήθελε, τον άφηνε με λεπτότητα να το καταλάβει χωρίς να γίνει φορτική. Ίσως θα έπρεπε να κάνει το επόμενο βήμα… ίσως να μην ήταν τόσο νωρίς όσο φοβόταν...Τελευταία το σκεφτόταν αρκετά συχνά.

Κοίταξε γύρω του. Το επόμενο μαγαζί ήταν από την απέναντι μεριά, είκοσι-τριάντα μέτρα πιο κάτω. Βγήκε κάτω από την αψίδα και έτρεξε προς τα εκεί, αν και η βροχή δεν είχε σταματήσει.
Ούτε έδωσε σημασία στο αστραπόβροντο που έσκασε κανένα χιλιόμετρο μακριά του…
…. 

Ο Παύλος ακολουθώντας ανάποδη πορεία από πριν άφησε την αψίδα και ύστερα από λίγο τρέξιμο μέσα στη βροχή έφτασε στο τυροπιτάδικο, το προσπέρασε και μπήκε στο κατάστημα με την ξανθιά πωλήτρια που είχε δει λίγη ώρα πριν. Δεν ήταν ο μόνος που είχε βρει καταφύγιο εκεί πέρα. Η πωλήτρια τον ανεγνώρισε και του χαμογέλασε.

«Κοίτα ρε, παρ’ όλα τα χάλια μου…» σκέφθηκε. Έπρεπε όμως να πάρει τη Μάρω…


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 : H ΓΝΩΡΙΜΙΑ


«Έλα Μωρό, τι κάνεις» ρώτησε τη Μάρω που περιέργως την πέτυχε με την πρώτη αυτή τη φορά. «Παίρνω, ξαναπαίρνω…»
 
«Τι θέλεις να κάνω ρε Παύλο ; » άκουσε τη φωνή της Μάρως να του απαντά έντονα. «να παρατήσω τον πελάτη μου και να πω στους δικαστές "συγνώμη, με ψάχνει ο γκόμενος ;" Tα έχουμε πει αυτά…»

Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του Παύλου. Θα της απαντούσε με ανάλογο ύφος αλλά μέσα στον κόσμο και την όμορφη ξανθιά πωλήτρια να τον περιεργάζεται δεν του έβγαινε. 

«Πήρα να πω ότι με έπιασε η καταιγίδα, έγινα μούσκεμα και γυρνώ σπίτι να αλλάξω». Ούτε ανέφερε αν μπορούσε να τον βοηθήσει, από το ύφος της καταλάβαινε και την απάντηση.

«Εντάξει… εγώ θα τελειώσω και σε καμία ώρα θα είμαι σπίτι. Θα είσαι εκεί ;»
 
«Δεν ξέρω. Θα δω τι έχω να κάνω… Τα λέμε…» απάντησε κοφτά. Έκλεισε το τηλέφωνο πριν ακούσει το αντίο της ή ότι άλλο μπορεί να του έλεγε. Θα εισέπραττε την ενόχληση του, δεν ήταν χαζή.  Κάτι ήταν και αυτό…


Αφού η κυρία ήθελε καυγαδάκι θα το είχε… Άσε που όταν τα έβρισκαν και έσμιγαν μετά από τέτοια καυγαδάκια… Ένοιωσε να φουντώνει και μόνο που το σκεπτόταν. Και μετά την ερωτική μάχη και την κορύφωση, η εκτόνωση των χιλιάδων Βόλτ, μετά το τσιγάρο ενώ η Μάρω κούρνιαζε στην αγκαλιά του….  «Η ανάπαυση του πολεμιστή» όπως του άρεσε να λέει.

«Μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι» ; η ερώτηση της πωλήτριας τον επανέφερε στην πραγματικότητα.

«Τωρα τι της λες ;» αναρωτήθηκε… «Και μετά σου λένε πως φταίει ο φονιάς..» 

«Δεν θα πάρω κάτι» απάντησε με ένα χαμόγελο που πίστευε πως ήταν αφοπλιστικό.  «Έτσι μπήκα, για να προφυλαχτώ από την βροχή»

«Κατάλαβα… δεν υπάρχει ΤΙΠΟΤΑ εδώ που να σας ενδιαφέρει…»

Το ένστικτο του κυνηγού έκανε τον Παύλο να ξεχάσει τη Μάρω και τις αναπολήσεις του. 

«Εδώ κάτι παίζει» σκέφτηκε… Τελικά δεν ήταν άσχημη ιδέα να διαπιστώσει αν είχε μαντέψει σωστά… Αν και ο τρόπος που τον κοιτούσε η πωλήτρια στα μάτια με νόημα του έδιναν ήδη την απάντηση…

«Υπάρχει… Και με ενδιαφέρει πολύ...» απάντησε ενώ το βλέμμα του διέτρεχε το αθλητικό κορμί που στεκόταν δίπλα του, τα στήθη που πρόβαλλαν μέσα από το μισάνοιχτο πράσινο πουκάμισο, πράσινο που έδενε τόσο με τα ξανθά της μαλλιά και το ηλιοκαμένο κορμί, το σφιχτό αλλά όχι σωληνωτό μπλού τζην που τόνιζε τα πόδια της.  «...Αλλά είμαι μούσκεμα και πρέπει να γυρίσω σπίτι μου. Θα ξανάρθω και ΘΑ ΠΑΡΩ αυτό που με ενδιαφέρει…» τελείωσε την φράση του κοιτώντας την έντονα.

«Αυτό ακούγεται καλύτερα…» του είπε χαμογελαστά. «Να μη περιμένουμε όμως πολύ. Τίποτα δεν είναι ανεξάντλητο εδώ μέσα»…

«Πως σε λένε ;»

«Νάντια… Εσένα ;» 

Επιθετικός Ενικός. Δεν ήταν μόνο αυτός κυνηγός...  Αυτό του άρεσε ακόμα περισσότερο, η Νάντια δεν ήταν κανένα χλάπατο. Η υπόθεση γινόταν όλο και πιό ενδιαφέρουσα, οι φαντασιώσεις του μπήκαν ορμητικά από τις πόρτες που άφηνε η όμορφη πωλήτρια ανοιχτές και άρχισαν να κοροϊδεύουν κάθε λογική ή επιφύλαξη μπορούσε να είχε.  

«Παύλο με λένε… Λοιπόν Νάντια… θα περάσω μάλλον το βράδυ, κατά τις οκτώμισι δεν σχολάς ;»

«Καλά πληροφορημένος, μου αρέσει αυτό… Θα περιμένω…»

Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Μόνο ίσως κάποιος ασυρματιστής να πει "μηνύματα πήγαν και ήρθαν επιτυχώς. Οver"

Η Νάντια γύρισε στους άλλους πελάτες και ο Παύλος βγήκε από το μαγαζί.

Έριχνε λιγότερο, ο ουρανός άνοιγε… «Καλή περίπτωση» σκέφθηκε ο Παύλος. Χωρίς δυσκολίες. Τελικά μάλλον θα ανέβαλε την συμφιλίωση με την Μάρω και τον ερωτικό πλέον καυγαδάκι για αύριο… Σήμερα μπορεί να έπαιζε σε άλλο γήπεδο...

Ένα ταξί σταμάτησε πέντε μέτρα μπροστά του.  Ο Παύλος έβαλε μία φωνή και έτρεξε. Πρόλαβε. Στο ταξί υπήρχε μία ηλικιωμένη κυρία, ο ταξιτζής ούτε την ρώτησε αν ήθελε συνεπιβάτη.

...

Η Νάντια τελείωνε με τον νεαρό που ήθελε ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια για μπάσκετ όταν το κινητό της χτύπησε.  

«Μιλάμε άνετα ;» άκουσε την κοφτή φωνή. Τόσο καιρό ο συνομιλητής της έπρεπε να είχε μάθει να μιλά σαν τους ντόπιους, εκείνη είχε προσαρμοστεί αμέσως στην τοπική διάλεκτο και συμπεριφορά. Αυτό το ξερό και ολιγόλογο του Λοτ την εκνεύριζε.

«Ναι» απάντησε στο ίδιο στυλ.

«Πως τον είδες ;»

«Τσίμπησε… Θα ξανάρθει το βράδυ να με πάρει»

«Τσίμπησε ; Γίνε πιό σαφής»

«Εννοώ ότι έδειξε ενδιαφέρον»  είπε κρύβοντας ένα αναστεναγμό, αν και ούτε αυτόν θα τον καταλάβαινε ο συνομιλητής της. 

Το είχε πάρει απόφαση ότι ο Λότ ποτέ δε θα μάθαινε αλλά μερικές φορές ξεχνιόταν...

«Ο επόμενος θα πέσει στις 9:30 τοπική σου ώρα. Τρείς ακόμα στα επόμενα πέντε λεπτά» είπε ο Λότ στον ίδιο πάντα ψυχρό τόνο. 

«Ξέρω τι πρέπει να κάνω»

«Θα πάρω μετά Κι αν θέλεις κάτι... »
«Ξέρω, θα σε πάρω» του είπε η Νάντια. «Κλείνω τώρα, έχω δουλειά»

Κάποια κοπέλα μπήκε και η Νάντια άλλαξε ύφος και πήγε χαμογελώντας να την υποδεχτεί.  


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 - ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ


Στις οκτώμισυ ο Παύλος ήταν έξω από το κατάστημα με τα αθλητικά. Είχε σχετικά εύκολα αποφύγει μία εκνευρισμένη από τη δουλειά Μάρω που γύρευε που να ξεσπάσει. Είχαν μιλήσει λίγο, ούτε που της είπε τα σχέδια του για το βράδυ, μόνο ότι είχε δουλειά με κάτι λεφτάδες πελάτες μετά μπορεί να έτρωγε  έξω μαζί τους, θα αργούσε. Το μπάνιο που είχε κάνει τον είχε ξεκουράσει, η συμπεριφορά της του είχαν σκορπίσει όποιες τύψεις θα μπορούσε να έχει. Που δεν είχε… 
 

Είδε τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού να κλείνει τα φώτα, να βγαίνει, να κατεβάζει τα ρολά… Καλά που ήταν η Νάντια ; σκέφθηκε. Δεν την είχε δει να βγαίνει και περίμενε αραχτός απέναντι ακούγοντας ραδιόφωνο από τις οκτώ και τέταρτο.

Θα πήρε άδεια για να φύγει λίγο νωρίτερα του ήρθε στο μυαλό η προφανής εξήγηση. Γυναίκα είναι, θα θέλει να φτιαχτεί, να κάνει και αυτή κανένα μπάνιο...

Παρακολούθησε αφηρημένα τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού, ένα μεσήλικα ψηλό τύπο με προχωρημένη φαλάκρα να μπαίνει στο αμάξι του και να φεύγει. Λίγο πιο κάτω από το δικό του ήταν παρκαρισμένο, αδιαφορώντας όπως και ο Παύλος για την απαγόρευση. Τον είδε να στρίβει στο πρώτο στενό και μετά συνέχισε να χαζεύει τα αυτοκίνητα που πέρναγαν μέσα από το αμάξι του, ακούγοντας μουσική. Κάθε λίγο και λιγάκι κοιτούσε από τον καθρέπτη μήπως την δει να έρχεται. Τότε θα έβγαινε. Σιγά μη ξεροστάλιαζε όρθιος ενώ εκείνη θα ερχόταν με το πάσο της. Είχε κλειστά τα τζάμια γιατί έκανε ακόμα ζέστη. Είχε το air condition ανοιχτό και απολάμβανε. Καλά θα πήγαινε η νύχτα, το ένοιωθε…

Το χτύπημα στο τζαμάκι του συνοδηγού τον ξάφνιασε. Γύρισε  και είδε τη Νάντια να του χαμογελά. Πριν προλάβει να βγεί, η Νάντια άνοιξε την πόρτα και κάθησε με άνεση πλάι του. Χαμογελάστή, σίγουρη για τον εαυτό της.

«Από πού ξεφύτρωσες ;» την ρώτησε ενώ την περιεργαζόταν. Ελαφρά βαμμένη, με ένα ανοιχτό καφέ μπλουζάκι και πράσινη κοντή φούστα που την τόνιζε μία φαρδιά δερμάτινη ζώνη, σε λίγο πιο σκούρο χρώμα. Τα δύο πάνω κουμπιά της μπλούζας ανοιχτά, σε άφηναν να καταλάβεις ότι τα στήθη από μέσα ασφυκτιούσαν. Τα καλλίγραμμα πόδια έγραφαν όπως τα δίπλωνε για να καθίσει. Όλη έγραφε !

«Λοιπόν, ικανοποιημένος από την επιθεώρηση ;» τον ρώτησε αγνοώντας την ερώτηση του. «Φεύγουμε ;»

«Και με το παραπάνω, αλλά… το αυτοκίνητο μου δεν το ήξερες, δεν είχες ξαναμπεί. Έβλεπα από τον καθρέφτη να σε δω, να βγω έξω. Πως…»

«Είμαι από αυτές που απλοποιούν τα πράγματα» του είπε γελαστά. «Και το αναπάντεχο, ε... το έχω λίγο. Μου αρέσει να αιφνιδιάζω. Φεύγουμε ;»

«Φύγαμε !» είπε βάζοντας μπρος. «Πήρες άδεια και έφυγες νωρίτερα έτσι ; Eίδα το αφεντικό σου να κλείνει μόνος του»

«Δεν είναι αφεντικό μου. Υπάλληλος είναι. Τον είχα στείλει το πρωϊ για δουλειές. Εγώ είμαι το αφεντικό !»

Ο Παύλος της έριξε μία ματιά ξαφνιασμένος. «Ώστε αφεντικό λοιπόν… Τότε γιατί μου είπες να σε πάρω από εδώ ; Θα μπορούσαμε…»

«ΔΕΝ στο είπα εγώ… ΕΣΥ το είπες ! Λοιπόν τέρμα η ανάκριση ! Που πάμε ; Αν θες, ξέρω ένα μπαράκι πολύ κοντά στο σπίτι μου… Όχι μπόμπες, σχετικά ήσυχο, καλή μουσική, ξηγημένα παιδιά αυτοί που το έχουν…»

Ο Παύλος είχε άλλα σχέδια. Αλλά αυτό το πολύ κοντά στο σπίτι μου…  μάτι έβγαζε… Από την άλλη εκείνος φορούσε τα παντελόνια γαμώτο, να της τα άφηνε όλα κατά πως γούσταρε εκείνη ;

«Δε κόβουμε χρόνο ;» της είπε θαρρετά. Αντί να πάμε πρώτα πολύ κοντά στο σπίτι σου, δεν πάμε κατ’ευθείαν στο σπίτι σου ; Όλο και κάτι θα έχεις να πιούμε, να ακούσουμε… Eκεί θα καταλήγαμε έτσι κι αλλιώς και το ξέρεις !» Όχι θα σε αφήσω να κάνεις εσύ παιχνίδι ! σκέφθηκε.

«Στρίψε δεξιά στο πρώτο φανάρι… θα σου πω από πού θα πας…»

Μωρέ μπράβο ! Δευτερόλεπτο δεν κόλωσε ! Ούτε τα προσχήματα ! Καλή ! Το κατέχει το άθλημα ! ήταν οι επόμενες σκέψεις του Παύλου. Καλά είπα εγώ ότι θα έχει ενδιαφέρον η βραδιά…

Έξω ο ουρανός είχε αρχίσει να μαζεύει σύννεφα αλλά ο Παύλος ήταν πολύ ενθουσιασμένος με τις προοπτικές της βραδιάς και με την συντροφιά του για να το προσέξει… Είχε σουρουπώσει εξ’ άλλου, τον ουρανό θα κοίταγε ;

Θα έπρεπε… Αν και πάλι… 

…..
 

Την ώρα που ο Παύλος οδηγούσε προς τη γη της επαγγελίας, 1000 μέτρα πιο κάτω, η Μάρω έβγαλε τα κλειδιά της και άνοιξε την εξώπορτα της πολυκατοικίας που έμενε ο Παύλος. Φορούσε μία κόκκινη φούστα και μία άσπρη μπλούζα, με χαμηλοτάκουνα αλλά ακριβά άσπρα παπούτσια. Ένοιωθε άνετη και όμορφη με αυτό το ντύσιμο, είχε πιάσει μερικές ανδρικές ματιές να σταματούν στο καλοσχηματισμένο κορμί της.  Θα του κάνω έκπληξη ! σκεφτόταν, καθώς πήγαινε προς το ασανσέρ. Θα δώ τηλεόραση, θα κάνω ένα μπάνιο και αν αργήσει πολύ θα με ξυπνήσει… Να μη το συνεχίσουμε με τα μούτρα που είχαμε… Ήταν κάπως, σα να τον βόλευε η τσαντίλα μου. Μη το παρατραβάω, μη το διαλύσουμε και μου βγει από πάνω ότι έφταιγα εγώ... Και δεν παίζει και κάτι άλλο...

Σε ένα λεπτό ήταν έξω από το διαμέρισμα του Παύλου. Έβγαλε τα κλειδιά της αλλά η πόρτα άνοιξε πριν βάλει το κλειδί στην κλειδαριά !! Μπροστά της στάθηκε μία ξανθιά γυναίκα, με ένα μπλέ μάλλον φαρδύ παντελόνι και μία άνετη πάνω της κίτρινη μπλούζα. Τα ψηλά πόδια της κατέληγαν σε ένα ζευγάρι σκούρες μπλέ γόβες.

«Έλα μέσα Μάρω …» της είπε η ξανθιά γυναίκα, χαμογελώντας φιλικά.

«Με ξέρεις ; Τι κάνεις εδώ ; Ποια είσαι ;»

«Ένα ένα… πέρασε μέσα.. Θα τα πούμε, μη φοβάσαι. Για να αρχίσουμε με λένε Νάντια…»
 

 

Την ώρα που μία απορημένη Μάρω έμπαινε στο διαμέρισμα του Παύλου, 1000 μέτρα πιο κάτω, ο Παύλος ακολουθώντας της οδηγίες της Νάντιας δίπλα του, παρκάριζε έξω από το σπίτι της…

«Τελικά σα να κάναμε κύκλους. Κανένα χιλιόμετρο πιο κάτω από εμένα μένεις» της είπε.

Τα σύννεφα είχαν μαζευτεί ήδη στον ουρανό. Λίγοι τα είχαν προσέξει…  


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 - ΝΑΝΤΙΑ


«Είδες ; Είμαστε και γείτονες…» απάντησε η Νάντια ξένοιαστα. «Δε ξέρω που μένεις, κάποια φορά θα μου δείξεις ;»


«Δε χαλάω εγώ χατήρι !» είπε ο Παύλος γελαστά. Κοίταξε γύρω του. Ένας πλατύς φωτισμένος δρόμος, λίγα μισοξεραμένα χαμηλά δέντρα στο πεζοδρόμιο, προσπάθεια του τοπικού δήμαρχου να δείξει ότι έχει οικολογικές ανησυχίες. Μερικά μαγαζιά, ένα πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ που πρέπει να είχε πάει. Ναι, είχε περάσει από αυτό το δρόμο, παραπάνω από μία φορά, τον ήξερε.

«Που πάμε ;» ρώτησε ενώ η Νάντια τον κατεύθυνε να περάσουν απέναντι. 


«Στην πολυκατοικία, τη δεύτερη από τη γωνία απέναντι». Με μεγάλη άνεση προχώρησε δίπλα του. Σε ένα λεπτό ήταν στην πόρτα.


Η Νάντια ξεκλείδωσε την πόρτα της πολυκατοικίας και προχώρησε στο ασανσέρ που ήταν στην άκρη του διαδρόμου, μερικά σκαλιά πιο πάνω. Ο Παύλος την ακολούθησε, κάνοντας τον άνετο, σαν να είχε βρεθεί πολλές φορές σε αυτή την κατάσταση. Κάτι όμως δεν του πήγαινε καλά… Όλα ήρθαν πολύ βολικά, πολύ εύκολα σκέφθηκε. … Ουσιαστικά με απήγαγε ! ήταν η επόμενη σκέψη του προσπαθώντας να χαμογελάσει… Δεν γέλασε…    


Ο Παύλος ετοιμάστηκε να μπει στο ασανσέρ αλλά η προς έκπληξη του η Νάντια το προσπέρασε και πήγε στην στενή σκάλα που ήταν αμέσως μετά.

«Στον πρώτο μένω» του είπε.» Δεν μπαίνω ποτέ σε ασανσέρ, Η γειτονιά έχει συχνές διακοπές ρεύματος, τις φοβάμαι. Εξ’ άλλου λίγα σκαλιά ανεβοκατέβασμα κάνουν καλό».


«Και εγώ που σε περίμενα σε οροφοδιαμέρισμα στο ρετιρέ» την πείραξε ο Παύλος. 


«Κοτζάμ ιδιοκτήτρια μαγαζιού σε κεντρική λεωφόρο, με υπάλληλο…»


«Θα έπρεπε να χρησιμοποιώ ασανσέρ» του είπε ενώ έφτανε στο πρώτο διαμέρισμα από τα 3 που είχε ο πρώτος όροφος. «Εδώ είμαστε, έλα !»


Μια τελευταία ματιά στο φωτισμένο διάδρομο, η Νάντια χαμογελαστή στην μισάνοιχτη πόρτα… Τι στο διάολο με ενοχλεί ; αναρωτήθηκε καθώς έμπαινε αν και κάπως ανόρεχτα. Αντί να τρίβω τα χέρια μου… Και ΤΩΡΑ βρήκα να σκεφθώ τη Μάρω ;
...


«Μπήκαν» είπε ο Λοτ με την κοφτή του φωνή. Έχω βάλει δύο νανορομπότ παρακολουθησης στον όροφο της. Επικοινωνούν φυσικά μεταξύ τους και με εμένα. Ένα από αυτά μπήκε μαζί τους μέσα. Το άλλο ελέγχει τον χώρο απ’ έξω… Θα μπει μόνο αν χρειαστεί, με εντολή μου . Κάνε αυτό που πρέπει να γίνει»


«Δεν παίρνω εντολές από σένα, ξεχάστηκες μου φαίνεται και ίσως θα πρέπει κάποια στιγμή να σου θυμίσω μερικά πράγματα ! Ξέρω τη διαδικασία… Την ώρα που πρέπει να γίνει θα γίνει…»   


Ο πρώτος κεραυνός έπεσε στις εννέα και μισή ακριβώς.


Ο Παύλος έτρωγε τα γιουβαρλάκια του ενθουσιασμένος. Ούτε που έδωσε σημασία στον κεραυνό που καλά καλά δεν τον άκουσε. 

«Θαύμα !!» είπε στην Ελίνα που καθόταν χαμογελαστή δίπλα του… «Τελικά καλά είπες να μη πάμε σινεμά. Όλο και κάποια πίτσα θα τρώγαμε μετά… αηδίες μπρος σε αυτά τα ποιήματα που μου έφτιαξες... Καλύτερα περάσαμε… σε είχα επιθυμήσει ! Θα πάρω εγώ μόλις τελειώσω αγκαλίτσα την αγάπη μου, θα δούμε για λίγο καμιά μαλακιούλα να χωνέψουμε… και μετά… δεύτερος γύρος !! Θα σε ξενυχτήσω απόψε !»


Η Ελίνα χαμογέλασε γλυκά κοιτώντας στον τρυφερά. Του έπιασε το χέρι. Όπως έσκυψε προς το μέρος του η βαθυκίτρινη ρόμπα που φορούσε – άψογα ταιριασμένη με τα καστανά της μαλλιά - μισάνοιξε και τα χωρίς σουτιέν στήθη της πρόβαλαν αλαβάστρινα μέσα από το άσπρο νυχτικό της.


«Μμμμμ… Καλή ιδέα αλλά δε θα σηκώνεσαι αύριο…» του είπε κάνοντας τη δύσκολη με εμφανώς παιχνιδιάρικη διάθεση…»


«Μην ανησυχείς… Περδίκι θα είμαι… Θα φροντίσεις εσύ για αυτό… Που πάς ;” ρώτησε βλέποντας την να σηκώνεται από το τραπέζι.


«Να φέρω μία μπύρα ακόμα. Να τελειώσεις το φαγητό σου. Θα πιώ και εγώ λίγη»


Ο Παύλος περίμενε, τα υπόλοιπα θα τα έτρωγε με την μπύρα. Η Ελίνα ξαναγύρισε, άφησε την μπύρα στο τραπέζι και τον αγκάλιασε τρυφερά.  Ο Παύλος την αγκάλιασε και αυτός όπως η Ελίνα στεκόταν σκυφτή πάνω του με τα μαλλιά της να του χαϊδεύουν το μάγουλο. Ένοιωσε τα χείλη της στο λαιμό του, κάτω από το αυτί. Γύρισε να τη φιλήσει και αυτός.


Δεν πρόλαβε… Η κίνηση που έκανε ήταν η τελευταία της ζωής του. Η κατευθυνόμενη νανοβελόνα αμέσου ανακοπής πετάχτηκε με ορμή από το διατρητικό όπλο που έβγαλε η Ελίνα από την τσέπη της. Ενα χιλιοστό του δευτερολέπτου αργότερα βυθίστηκε στην καρωτίδα του. Όλα τέλειωσαν πριν το καταλάβει…


Έξω ακούστηκε ο δεύτερος κεραυνός… Και μετά αμέσως ο τρίτος. Η ώρα ήταν 9:34…


«Έγινε !» είπε η Ελίνα στο κινητό. Αν και από την νανοσυσκευή παρακολούθησης θα το ξέρεις…»


«Για την δική σου ασφάλεια δουλεύουμε» απάντησε ο Λοτ.


«Με τα υπόλοιπα τι έγινε ;» ρώτησε η Ελίνα αλλάζοντας κουβέντα. Το στυλ του συνομιλητή της μόνο προστατευτικό δεν ακουγόταν, η ειρωνεία του πάντα την εκνεύριζε. «Όλα πάνε όπως είπαμε  ;”


«Ναι. Εσύ προχώρα, μπορείς να ολοκληρώσεις τη διαδικασία ολiκής εξαφάνισης.»


Εντάξει»  είπε η Ελίνα. «Και άφησε μόνο ένα από τα κωλορομπότ σου απ' έξω. Το άλλο που είναι μέσα και με ρουφιανεύει δεν το χρειάζομαι»


«Κι αν...»


«Εγώ κάνω κουμάντο, κατάλαβες ; Μη βάλω καμία συσκευή ανίχνευσης και βρω κάτι, θα είσαι ο επόμενος που θα εξαφανιστεί. Και δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανένα για αυτό ! Μη παίζεις μαζί μου !»


«Δεν είναι ανάγκη να μιλάς έτσι !» η φωνή του συνομιλητή της Ελίνας ακούστηκε ενοχλημένη     


«Θα μιλώ όπως θέλω ! Τέλειωνε με τα υπόλοιπα και έλα να με βρεις μόλις μάθεις ότι μας χρειάζεται. Πάρε και ένα δυό γορίλες μαζί σου»


«Πότε έμαθες να μιλάς σαν ντόπια... Άκου γορίλες... κάποιο ζώο ήταν έτσι ; ούτε που θυμάμαι πως ήταν...; Αλλά τι να τους κάνουμε τους ντόπιους μέσα στα πόδια μας ; Eμείς οι δυό φτάνουμε »


«Μην υποτιμάς πρόσωπα και καταστάσεις. Μπορεί να έχει και παρέα. Ποτέ δεν ξέρεις, δεν το ρισκάρω»


 «Όλα τα σκέφτεσαι...»


«Γι αυτό κάνω εγώ κουμάντο τόσα χρόνια. Κουνήσου τώρα !!» είπε η Ελίνα και έκλεισε το κινητό της. Είχε δουλειά να κάνει, αλλά μέχρι τώρα όλα πήγαιναν καλά.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 - ΟΥΙΣΚΥ ΜΠΟΟΥΜΟΡ


Αθήνα… 20:46… Διαμέρισμα Παύλου


Η Μάρω κοίταξε επιφυλακτικά τη γυναίκα που την καλούσε τόσο άνετα – ξεδιάντροπα θα έλεγε κανείς – να μπει στο διαμέρισμα του φίλου της. Είχε σχεδόν μπει, αλλά με το σώμα της και το χέρι της κράταγε την πόρτα ανοιχτή. Κοίταξε την όμορφη ξανθιά προσεκτικά. Δεν την είχε ξαναδεί ούτε σε φωτογραφία, ούτε πουθενά. Και ο Παύλος δεν είχε αδελφή. «Συγγενής που να τον περιμένει σπίτι ;» αναρωτήθηκε. «Θα το ήξερα… Μάλλον…»


«Προτιμώ να μου πεις πρώτα ποιά είσαι !» απάντησε στην πρόσκληση της άγνωστης γυναίκας. «Το Νάντια δεν μου λέει κάτι. Συγνώμη για τον τρόπο μου αλλά πάω να μπω σε ένα σπίτι και βλέπω μια άγνωστη να μου ανοίγει και να με φωνάζει μέσα… Είναι... είναι κάπως η κατάσταση… δε νομίζεις ;»


Η Νάντια την κοίταξε χωρίς να πάψει να χαμογελά. Σα να το διασκέδαζε. «Να μιλάμε τουλάχιστον σιγά, πριν μπεις μέσα» είπε, «οι γείτονες θα είναι περίεργοι. ΄Οσο για τις ενδιαφέρουσες καταστάσεις… είναι πάντα «κάπως»  Μάρω… Τουλάχιστον στην αρχή. Ο Παύλος δεν είναι εδώ… δε ξέρω αν θα γυρίσει για βράδυ… Έχουμε πολλά να πούμε… θα σε ενδιαφέρουν… Στην πόρτα θα μιλήσουμε ; Μοιάζω για κλέφτρα ή κάποια που θα σου κάνει κακό ;»


Η Μάρω κοίταξε την Νάντια στα μάτια. Φιλικότητα, ζεστασιά, άνεση...Κάτι είχε αυτή η γυναίκα, κάτι που την προδιέθετε ευνοϊκά. Η λογική έλεγε να της βάλει τις φωνές ή ακόμα καλύτερα να της φερθεί πολύ ψυχρά για να μην δώσει δικαιώματα... Σιγά μην πιανόταν από τα μαλλιά με την "άλλη" του Παύλου, ήταν σχεδόν σίγουρη ότι αυτή ήταν η περίπτωση.  


Η Νάντια παραμέρισε για να μπει η Μάρω μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω τους…  Ήταν 20:50… 


Ένας ανήσυχος άνδρας, ο ίδιος που είχε πει στον Παύλο να μην πάει κάτω από την καμάρα με την πρωϊνή μπόρα, είδε από την είσοδο της πολυκατοικίας την σκηνή της εισόδου της Μάρως στο διαμέρισμα του Παύλου στην μικρή οθόνη του ρολογιού του και ανέπνευσε με ανακούφιση… Η νανοσυσκευή παρακολουθησης περίμενε αθέατη στη κάσα της πόρτας να πάρει εντολή να μπει αθέατη μέσα. Δεν τη πήρε και έμεινε εκεί…   


Αθήνα . 20:50 μ.μ. Ίδια μέρα. Διαμέρισμα Νάντιας. 1000 μέτρα πιο κατω.


Ο Παύλος έριξε μια ματιά στο χώρο… Η πρώτη του εντύπωση ήταν ένα μικρό διαμέρισμα με ένα μικρό Χωλ που μόλις άφησαν καθώς η Νάντια τον κατηύθυνε σε μία τραπεζαρία που πρέπει να έπαιζε και ρόλο γραφείου. Ένας διάδρομος ξεκίναγε από το χωλ και οδηγούσε σε τρία δωμάτια με κλειστές πόρτες. «Μπάνιο, κουζίνα, κρεβατοκάμαρα» σκέφθηκε ενώ ακολουθώντας το νεύμα της Νάντιας καθόταν στη μια από τις δυο καρέκλες που υπήρχαν δίπλα από ένα τραπέζι. «Κλασσικό δυάρι». 


«Ευχαριστημένος από την επιθεώρηση ; » του είπε η Νάντια που στεκόταν πλάϊ του. Τι θα πιείς ;»


«Ένα ουίσκυ θα ήταν εντάξει !» απάντησε ενώ το βλέμμα του περιεργαζόταν τον χώρο. Ένα χώρο που όπως τον καλοέβλεπε...τον παραξένευε…


Το χωλ απέναντι του ήταν γεμάτο μηχανήματα που έβγαζαν ένα ελαφρό βόμβο που δεν ακουγόταν όμως πολύ, λαμπάκια που αναβόσβηναν,  οθόνες με έγχρωμες κυματομορφές που χόρευαν… Ραδιόφωνο, βίντεο, τηλεόραση, δεν υπήρχαν ούτε στο Χωλ, ούτε στη τραπεζαρία που καθόταν. Από όσο έβλεπε τουλάχιστον… Απέναντι του ένα μεγάλο μεταλλικά έπιπλο με άλλα τόσα μηχανήματα… Και μόνο δυο καρέκλες… Δεν είχε ξαναδεί τραπεζαρία χωρίς ένα καναπέ, πολυθρόνες, 3-4 καρέκλες…  Τι στο… 


«Καλώς ήρθες» του είπε η Νάντια διακόπτοντας τις σκέψεις του. Έδειχνε να μην είχε προσέξει την έκπληξη του. «Το ουϊσκάκι σου. Έβαλα ένα και για μένα»


Ο Παύλος ετοιμαζόταν να τη ρωτήσει, είχε ερωτήσεις, η κατάσταση κάπου τον ξενέρωνε αλλά πήρε το ποτήρι. Ήπιε μια μικρή γουλιά. 


«Περίεργη γεύση !» της είπε αφήνοντας το στο τραπέζι. «Κάτι σαν καπνό μου βγάζει στη γεύση και αρωματικά. Δεν είμαι ειδικός αλλά…»


«Σου αρέσει ;» τον έκοψε η Νάντια καθώς καθόταν στην άλλη καρέκλα, δίπλα του. ρώτησε η Νάντια. «Εγώ τρελαίνομαι»


«Περίεργη γεύση» ξαναείπε ο Παύλος ενώ έπινε μία ακόμα μικρή γουλιά από το χαλκο-πορτοκαλί υγρό. Δεν ήθελε να την προσβάλει ότι δεν του πολυάρεσε. «μυρίζει και περίεργα… Τι είναι ; Δεν έχω ξαναπιεί τέτοιο πράγμα»   


«Bowmore 40 ετών ! Το όγδοο ακριβότερο ουίσκυ στο κόσμο. Πάνω από 5000 ευρώ το μπουκάλι !»


«Δεν μιλάς σοβαρά !» απάντησε έκπληκτος ο Παύλος. Δεν το πίστευε αλλά καλού κακού άφησε με προσοχή το ποτήρι στο τραπέζι.


«Σοβαρά μιλάω ! Να στο κάνω και καλύτερο ; Το νερό που έχει μέσα είναι το ίδιο με αυτό που έχει μέσα του το ουίσκυ. Από την ίδια πηγή !»


«Και που το βρήκες ; Ακριβά δώρα σου κάνουν ή κάνεις εσύ στον εαυτό σου»


«Δεν μου αρέσουν τα ακριβά πράγματα εκτός από αυτό το ποτό. Έχει ιστορία… Η εταιρία  Bowmore κρατά από το 1779. Από τα παλαιότερα αποστακτήρια για single malt στη Σκωτία, στη λίμνη Ιντάαλ. Τώρα έχει περάσει σε απογόνους και τα πολύ μεγάλα αφεντικά είναι ιάπωνες. Παγκοσμιοποίηση βλέπεις. Έχει μια μικρή ιστορία αυτό που πίνεις. Δε βαριέμαι να τη λέω. Θες να την ακούσεις ;»


Ο Παύλος δεν ενδιαφερόταν για αυτό το περίεργο ουίσκυ με την ελαφρώς καπνιστή και πικρή γεύση, αλλά ήταν περίεργος. Έτσι και αλλιώς, είχε ξενερώσει για τα καλά… 
Έγνεψε καταφατικά.


«Φτιάχτηκε τυχαία ! Το είχαν σε ένα μεγάλο βαρέλι από ισπανική κερασιά για περίπου 20 χρόνια. Άρχισε όμως να στάζει και αναγκάστηκαν να το μεταφέρουν. Το έβαλαν λοιπόν σε ένα άλλο μεγάλο ξύλινο βαρέλι, εκεί που έβαζαν συνήθως το bourbon. Έμεινε εκεί καιρό, άλλα 20 χρόνια. Τότε το δοκίμασαν, κατάλαβαν ότι κάτι καλό είχαν φτιάξει και άρχισαν σε λίγο να το μοσχοπουλάνε. Έχει πολλούς φανατικούς φίλους αλλά και πολλοί δεν το αντέχουν. Από ότι καταλαβαίνω, είμαι στην πρώτη κατηγορία και είσαι στη δεύτερη»


«Ώστε Bowmore…» είπε ο Παύλος. Μια που δεν έμοιαζε να τη νοιάζει, δεν το διέψευσε.


«Bowmore 40 ετών ! Δεν είναι το μοναδικό τους προϊόν. Δεν θα την βρεις εύκολα αυτή τη μάρκα σε φτηνές κάβες και σούπερ μάρκετ αλλά κυκλοφορούνε και άλλα Bowmore, φτηνότερα, ή πολύ φτηνότερα από αυτό. To «40 ετών» κάνει τη διαφορά…» 


«Και που το βρήκες αν επιτρέπεται ; Πετάχτηκες μέχρι τη Σκωτία για να το αγοράσεις ;» είπε πειραχτικά. «Μαζί με το νερό από την ίδια πηγή ;»


Η Νάντια τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Έπεσες μέσα πολύ περισσότερο από όσο νομίζεις. Ναι πετάχτηκα στο αποστακτήριο τους στη Σκωτία…. κατά κάποιο τρόπο… Αλλά όχι ! Δεν το αγόρασα ! Το έκλεψα !!» τελείωσε την φράση της  χαμογελώντας. Με μια παιδική έκφραση που έδειχνε αφέλεια, άνεση αλλά και ειλικρίνεια !!
( Σ.τ.Σ  : Όσα γράφω για το ουίσκυ Bowmore είναι αληθινά. Πηγή μου το Internet. ) 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 - ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΑΞΕΙΔΙ
Σπίτι Νάντιας. 21:00


Ο Παύλος κοίταξε τη Νάντια σαστισμένος. Δεν φαινόταν να τον δουλεύει αλλά… «δεν είναι δυνατόν» σκέφθηκε.   


«ΔΕΝ ΗΤΑΝ ;» Τι ήξερε για την όμορφη πωλήτρια που αποδείχτηκε ιδιοκτήτης του καταστήματος που υποτίθεται ότι εργαζόταν ; Της γυναίκας που δέχτηκε τόσο πρόθυμα να βγει μαζί του με την πρώτη κρούση, αυτής που είχε την ικανότητα να φανερώνεται μπροστά του χωρίς να την βλέπει, ενώ την περίμενε ; Που σχεδόν τον παρέσυρε στο σπίτι της, που έπινε πανάκριβα ουίσκυ, είχε ένα απλό δυάρι δίχως τον στοιχειώδη οικιακό εξοπλισμό, γεμάτο από περίεργα μηχανήματα ;


«Τελικά είναι πολύ περίεργη η κατάσταση» σκέφτηκε. Ένοιωθε άβολα. Και αυτή η ελαφρά υπνηλία… 


«Μου έριξες κάτι στο ποτό» είπε προσπαθώντας να σηκωθεί. Δεν τα κατάφερε, τα πόδια του και τα χέρια του δεν υπάκουαν τις εντολές του.


«Έτσι γίνεται στα αστυνομικά που βλέπεις ;» είπε η Νάντια  χωρίς το πειρακτικό χαμόγελο να φύγει από το όμορφο πρόσωπο της.  «Δεν θα αλλοίωνα τη γεύση αυτού του υπέροχου ποτού που σου σέρβιρα, κι ας μη ήταν το δικό μου ποτήρι. Εξ’ άλλου… ξεπερασμένες τεχνικές...»


Ο Παύλος την κοίταξε σαστισμένος. Έκανε άλλη μία προσπάθεια να σηκωθεί, να πιάσει το ποτήρι να της το πετάξει…  δεν τα κατάφερε. «Τι στο διάολο…» μουρμούρισε… «τι μου έχεις κάνει ;»  


«Εδώ και μισό λεπτό έχω τον ουσιαστικό έλεγχο του νευρικού σου συστήματος.  Πλην των ζωτικών λειτουργιών που δεν θέλησα να στις πειράξω. Μη ρωτάς πως τα καταφέρνω… δεν θα καταλάβεις. Αλλά μη το παλεύεις χαλάρωσε… Δε θα σε βλάψω… όχι ακόμα τουλάχιστον, ίσως και ποτέ, δεν αποφασίζω εγώ…»


«Γιατί ; Γιατί εμένα ;»


«Ούτε και αυτό θα το καταλάβεις ακόμα… Κοίτα πρέπει να σε προετοιμάσω… Έχουμε να κάνουμε ένα ταξίδι που θα το βρεις κάπως περίεργο… Αλλά πρέπει να γίνει, πρέπει να σε πάω κάπου…» Τελειώνοντας την φράση της έβγαλε ένα μηχάνημα σαν πολύ μικρό συρραπτικό και τον ακούμπησε  ελαφρά στο λαιμό.


Ο Παύλος δεν κατάλαβε τίποτα. «Δεν πόνεσα !» σκέφθηκε… «Αλλά τι…» ήταν οι τελευταίες του σκέψεις πριν σκοτεινιάσουν όλα γύρω του...


Σπίτι Παύλου. 20:50
«Ακούω λοιπόν» είπε η Μάρω καθώς στηριζόταν στο χολ, δίπλα στον καλόγερο που είχε κρεμάσει το παλτό της τόσες φορές.  Εκείνη τον είχε αγοράσει στον Παύλο, στην γιορτή του, πέρυσι.  Μπαίνοντας μέσα φαινόταν πιο χαλαρή από πριν, αλλά ήταν σε επιφυλακή, ιδιαίτερα τα πόδια της, έτοιμα να εξαπολύσουν μία πολύ επώδυνη κλωτσιά αν η Νάντια δοκίμαζε κάτι. Τελικά η κόκκινη ζώνη στο Τae Kwon Do, μπορεί να της χρειαζόταν...   


«Τae Kwon Do ?» ρώτησε η Νάντια χαμογελώντας φιλικά. «Κapoeira ?» «Savate(Σ.τ.Σ ¨Όλα πολεμικές τέχνες, Κορεατικής, Βραζιλιάνικης και Γαλλικής αντίστοιχα προέλευσης όπου η άμυνα και η επίθεση με τα πόδια παίζει πρωτεύοντα ρόλο)  


«Ορίστε ;» ρώτησε η Μάρω κάνοντας την ανήξερη. «Τι λες ;»


«Έλα τώρα… Δε μπορείς να κρυφτείς από μένα…Η στάση του σώματος σου.. Έτοιμη να κλωτσήσεις αν χρειασθεί... Έχεις αθλητικό σώμα, σφιχτό, κάποτε γυμναζόσουν, αν όχι ακόμα… Τι θα διάλεγε μία όμορφη κοπέλα σαν και σένα, κάτι όπου τα μακριά σου πόδια παίζουν πρωταρχικό ρόλο…»


«Εσύ τι κάνεις ;» ρώτησε η Μάρω αποφεύγοντας να απαντήσει. «Κάτι από αυτά που ανέφερες ;»


Η Νάντια γέλασε. «Ράε Τουν» είπε τελικά. «Δεν το ξέρεις. Δεν υπάρχει στην εποχή σου. Θα αρχίσει να διαδίδεται σε 175 χρόνια περίπου. Αν και υπάρχουν ήδη κάποιες συγγενικές τεχνικές σε όλες τις πολεμικές τέχνες»


«Με δουλέυεις !»


«Καθόλου» είπε η Νάντια γελαστά. «Σπάνια λέω ψέματα, μπορεί να αποφύγω να απαντήσω αλλά γενικά τα ψέματα τα αποφεύγω. Έλα πάμε να κάτσουμε θα σου εξηγήσω ότι μπορείς να καταλάβεις»


«Ώστε ξέρεις πολεμική τέχνη που θα ανακαλυφθεί μετά από τόσα χρόνια» είπε η Μάρω ειρωνικά χωρίς να κουνηθεί. «Είσαι ρομπότ δηλαδή… Ή εξωγήινη μεταμφιεσμένη…  Ή ήρθες από το μέλλον… Για να δω τι άλλο έχω δει σε ταινία…» κορόιδεψε. «Δε λες πιο απλά ότι είσαι μία ακόμα γκόμενα του Παύλου ;»

Η Νάντια της γύρισε ανέμελα την πλάτη και κατευθύνθηκε στο μικρό καθιστικό που η Μάρω ήξερε τόσο καλά… Κάθισε στον καναπέ σταυρώνοντας τα πόδια της, ακούμπησε πίσω και τότε ξανακοίταξε τη Μάρω. 


«Ένα ένα… κάπου κάτι πέτυχες και συ αλλά όχι όλα...» απάντησε η Νάντια νεύοντας στη Μάρω να κάτσει και αυτή, κάτι που την  έκανε πάλι έξαλλη. «Μεσα στο σπίτι του» σκέφθηκε. «Στρογγυλοκάθησε, το παίζει άνετη…»


«Όχι δεν είμαι ρομπότ ούτε εξωγήινη. Γυναίκα σαν και εσένα είμαι αλλά σε εξελιγμένη μορφή. Ναι όσο και να σου φαίνεται τρελό» συνέχισε η Νάντια, «ταξιδεύω στο χρόνο. «Γεννήθηκα 420 χρόνια μπροστά… Δε θα καταλάβεις τον κόσμο μου… Χρησιμοποιούμε το 53 % των δυνατοτήτων του εγκεφάλου μας περίπου ενώ εσείς παίζετε ανάμεσα στο 5 % και στο 10. Όχι δεν είμαι γκόμενα του Παύλου… ηρέμησε, ο Παύλος  δεν με τραβά, είναι καλό παιδί δε λέω, αλλά σαν άνδρας δεν με τραβά ερωτικά ο τύπος του.» 


«Α... να ησυχάσω λοιπόν…» την κορόιδεψε πάλι η Μάρω καθώς στηριζόταν στον τοίχο του καθιστικού 2 μέτρα δεξιά και απέναντι από τη Νάντια. Δεν πίστευε φυσικά κουβέντα από όσα της έλεγε η Νάντια αλλά ήταν πάντα σε επιφυλακή. Η «άγνωστη μουρλή» - όπως ήταν η ετυμηγορία της - φαινόταν φιλική αλλά καλού κακού… Και της είχε ανάψει την περιέργεια, έπρεπε να μάθει τι γινόταν με τον Παύλο, είτε ήταν γκόμενα του είτε όχι.


«Οι άνδρες είναι πολύτιμο είδος στον κόσμο μου. Είναι μόλις το 18 % του συνολικού πληθυσμού. Αφανίστηκαν στον τελευταίο μεγάλο πόλεμο με τις βιολογικές βόμβες επιλεκτικής φυλετικής μόλυνσης… Έχουν μεγάλη αξία και έχω μάθει από μικρή να διαλέγω το καλύτερο. Δεν προσβάλω τον Παύλο, για προσωπικές μου επιλογές μιλάμε. Όσοι άνδρες έμειναν μάς είναι απαραίτητοι… Για διασκέδαση, για έρωτα, για αναπαραγωγή, για να μας προστατεύουν και να μας φροντίζουν, για να μας κάνουν να νοιώθουμε ωραία, για να κάνουν καλύτερα από εμάς μερικές δουλειές… όσα κάνει δηλαδή και ένας άνδρας σήμερα... 


«Πω πω μαλλιοτράβηγμα που θα πέφτει για αυτό το 18 %» κορόιδεψε πάλι η Μάρω.


«Εδώ ίσως να έχεις κάποιο δίκιο» γέλασε η Νάντια… « Άσε τα όμως αυτά… μη τρώμε τον χρόνο μας δεν έχουμε πολύ. Ο Παύλος Μάρω κινδυνεύει… Αν ενδιαφέρεσαι γι αυτόν… πρέπει να μάθεις μερικά πράγματα. Και γρήγορα »


Σπίτι Νάντιας. 21:20
Ο Παύλος άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε έκπληκτος τη Νάντια που κάτι παρακολουθούσε σε μία οθόνη σε ένα δωμάτιο που δεν το είχε ξαναδεί. Βρισκόταν μισοκαθισμένος σε ένα πάγκο, γύρω του δεν υπήρχαν παρά μηχανήματα, σαν αυτά που είχε δει στο χολ αλλά πιο μεγάλα και περισσότερα. Πήγε να σηκωθεί αλλά πάλι το σώμα του δεν τον υπάκουε.


«Που είμαι ;» ρώτησε τη Νάντια που του είχε γυρισμένη την πλάτη.


 «Ηρέμησε… είπαμε… δε κουνιέσαι πριν το θελήσω εγώ. Όσο για το που είμαστε, σε ένα από τα δωμάτια που είδες πριν… Κρεβατοκάμαρα πρέπει να ήταν παλιά»


Ο Παύλος κοίταξε πάλι γύρω του… κρεβάτι δεν υπήρχε πουθενά… «Που κοιμάται ;» αναρωτήθηκε.


«Α δε κοιμάμαι εδώ» είπε η Νάντια καταλαβαίνοντας την απορία του. «...Κοιμάμαι εκεί που θα πάμε… Δεν είπαμε πως θα πάμε ταξίδι ;»


«Που ;» ρώτησε ο Παύλος ξέπνοα. Η απίθανη κατάσταση στην οποία βρισκόταν τον είχε ζαλίσει περισσότερο από ότι του είχε δώσει.  


«Α θα δεις…» είπε η Νάντια… «Μη φοβάσαι… έχεις παραπάνω οξυγόνο πλέον στο αίμα σου… για πολλές ώρες. Εκεί που θα πάμε θα σου χρειασθεί… Φεύγουμε σε πέντε περίπου λεπτά» συνέχισε κοιτώντας το ρολόι της. «Με ότι σου έδωσα όσο κοιμόσουν ο οργανισμός σου δεν κινδυνεύει φυσιολογικά από σοκ απρόσμενων παραστάσεων. Το πολύ πολύ να φωνάξεις στην αρχή με ότι δεις» .


Η Νάντια ανέβασε τα ρολά ενώ ο Παύλος την κοίταζε απορημένος. Τι σοκ μου λέει αυτή ;» σκέφθηκε.  «Με την απέναντι πολυκατοικία που ήδη φαίνεται ;» 


Τότε η Νάντια πάτησε ένα κουμπί… Η εικόνα μπροστά στον Παύλο άλλαξε. Και δεν μπόρεσε να μη φωνάξει με ότι είδε…


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 - EL CAMINO DE LA MUERTE


Σπίτι Νάντιας 21:25
 Πριν πατήσει το κουμπί η Νάντια η απέναντι πολυκατοικία φαινόταν ξεκάθαρα. Έβλεπε μερικούς στα απέναντι να μπαλκόνι να χαζεύουν στην τηλεόραση, δύο άνδρες έπαιζαν τάβλι. Ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό βραδάκι…

Την επόμενη στιγμή η εικόνα άλλαξε. Βράχια κάτω του, αφηρημένο τοπίο που γινόταν όλο και πιο συγκεκριμένο, όλο και πιο απειλητικό. Ο Παύλος κοιτούσε πλέον ένα πανύψηλο βουνό που βρισκόταν από κάτω του και ερχόταν με φόρα προς αυτόν. Αυτός, η Νάντια, όλο το δωμάτιο, λες και βρισκόταν σε αεροπλάνο που κατέβαινε με ταχύτητα προς αυτό το βουνό, αεροπλάνο έτοιμο να συντριβεί από στιγμή σε στιγμή.

«Μη τρομάζεις» του είπε η Νάντια, ακούγοντας την κραυγή του. Ήταν όχι μόνο ατάραχη αλλά φαινόταν και να διασκεδάζει με τον φόβο του και την έκπληξη του. «… αυτό που βλέπεις είναι τρισδιάστατη εικόνα από δορυφόρο, ζουμαρισμένη…. ακόμα στη γειτονιά μου είμαστε !, δεν κουνηθήκαμε πόντο ακόμα !»

«Που είναι αυτό ; Γιατί ;»

«Σιγά σιγά… έπρεπε να κάνω ένα τελευταίο έλεγχο, αλλά σου δείχνω κι όλας να πάρεις μία ιδέα για το τι θα γίνει σε λίγα λεπτά. Να συνηθίσεις. Η μεταφορά είναι ακαριαία, αλλά δεν θέλω αντιδράσεις πανικού. Καλό θα ήταν να προετοιμαστείς».

Τελειώνοντας την πρόταση της η Νάντια πάτησε πάλι ένα κουμπί. Το βουνό που έπεφταν να το συναντήσουν εξαφανίστηκε. Η απέναντι πολυκατοικία φάνηκε ξανά, οι άνθρωποι στα μπαλκόνια, οι δύο γείτονες της που έπαιζαν αμέριμνοι τάβλι,,,.

Κοίταξε πάλι το ρολόϊ της και μετά έκανε για λίγο κάτι τελευταίες ρυθμίσεις σε κάποιες συσκευές. Μετά φόρεσε στον Παύλο, που καθόταν και την χάζευε άβουλος και σαστισμένος, μία ταινία στο μέτωπο. Έμοιαζε με ταινία για να συγκρατούν τον ιδρώτα τους οι παίκτες του τένις, αλλά ο Παύλος ένοιωθε μεταλλικά ελάσματα να του πιέζουν μέσα από το ύφασμα το μέτωπο και τους κροτάφους.

«Σου πάει !» Είπε γελώντας η Νάντια, «το άσπρο είναι ουδέτερο χρώμα». Φόρεσε μία ίδια ταινία στο κεφάλι της και μετά βοήθησε τον ανήμπορο να αντιδράσει Παύλο να φορέσει ένα γκρι πουλόβερ κλειστό μέχρι το λαιμό και ένα μπλε τζάκετ. Η ίδια φόρεσε ένα ανοιχτό καφέ πουλόβερ και ένα σκούρο καφέ τζάκετ. Mετά του κρέμασε από το λαιμό μία φωτογραφική μηχανή.

«Εκεί που πάμε πρέπει να μοιάζεις με τουρίστας» είπε κοιτώντας ικανοποιημένη το αποτέλεσμα.  Αγνόησε τις απορημένες ματιές του Παύλου και ξανακοίταξε το ρολόϊ της. «Δε θέλω πανικό !» του είπε. «Χαλάρωσε ! Αν δεν θες να πάθεις κάτι, και μπορείς να πάθεις πολλά, πίστεψε με, στάσου πλάϊ μου μόλις φτάσουμε !» 

Το ρολόϊ της Νάντιας έδειξε 9:30. O Παύλος μόλις πρόλαβε να ακούσει τον κεραυνό. Ήταν σαν να έπεσε στο κεφάλι του, για μια στιγμή ζαλίστηκε και  έκλεισε ενστικτωδώς τα μάτια του... 

…Η πρώτη αίσθηση ήταν μία ελαφρά δυσκολία στην αναπνοή που δεν κράτησε όμως πολύ και ένας κρύος αέρας στο πρόσωπο του. Ο Παύλος άνοιξε τα μάτια του και παρά τις προειδοποιήσεις της Νάντιας παραλίγο να βγάλει μία δεύτερη κραυγή.

Γύρω του πανύψηλα βουνά… Άλλων οι χιονισμένες κορυφές φαινόντουσαν κοντά ή μακριά του άλλων ήταν χαμένες μέσα σε ομίχλη και σύννεφα. Πολύ υψηλά βουνά από ότι μπορούσε να καταλάβει, δασωμένα, με ένα πελώριο χαλί λες να τα καλύπτει, χαλί σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου. Βουνά που κατέβαιναν άλλοτε με γκρεμούς και απότομες πλαγιές και άλλοτε πιο ομαλά σε χαράδρες και σε άλλα χαμηλότερα βουνά, όσο μπορούσε να πιάσει το μάτι του αυτό γινόταν.

Πάνω του ήλιος ! Ήλιος που βγήκε μια στιγμή από τα σύννεφα και τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι του. Ένοιωσε την Νάντια να τον πιάνει αγκαζέ, χωρίς καμία τρυφερότητα όμως, το χέρι της τον κράταγε κολλημένο στο πλάϊ της, ατσάλινη τανάλια. «Είναι πολύ δυνατή» σκέφτηκε.

«Είμαστε 7 ώρες πίσω» πρόλαβε την ερώτηση του η Νάντια. «Γι αυτό ο Ήλιος. Εδώ είναι τρείς παρά 28 μεσημέρι» συνέχισε ενώ του έβγαζε με το άλλο της χέρι την ταινία από το κεφάλι του και την έβαζε μαζί με την δικιά της σε μία τσέπη του τζάκετ της. 

Ο Παύλος ξανακοίταξε γύρω του… Βρίσκονταν σε ένα χωμάτινο δρόμο, τρία μέτρα περίπου φαρδύ. Ήταν σχεδόν στριμωγμένοι στην άκρη του δρόμου, ακούμπαγαν σε ένα σχεδόν κάθετο βράχο, γεμάτο πρασινάδα. Κοίταξε ψηλά, όσο έβλεπε, το θέαμα ήταν ίδια λες και το βουνό που βρίσκονταν τρύπαγε τα σύννεφα και χανόταν στον ουρανό. Ο δρόμος έκανε μία πολύ ανοιχτή στροφή πενήντα μέτρα πιο πέρα, σε μία ανηφορική κλίση, μετά έκοβε απότομα δεξιά και χανόταν. Με το βράχινο πρασινωπό τοίχο πάντα πάνωθε του. Κοίταξε μπροστά την άλλη άκρη του στενού δρόμου. Ένας γκρεμός κατέβαινε άγνωστο που, όσο έβλεπε κατέβαινε, κάθετα.
 

«Που είμαστε ;» ρώτησε. «Τι είναι εδώ ;»

«Α όχι και πολύ κοντά... 11 χιλιάδες χιλιόμετρα από την Αθήνα !! Καλώς όρισες στις Άνδεις ! » γέλασε η Νάντια απολαμβάνοντας την έκπληκτη έκφραση στο πρόσωπο του. «Βολιβία. Υψόμετρο τέσσερεις  χιλιάδες μέτρα εδώ που είμαστε. Πάει και πιο πάνω όπως είδες. Ένα χιλιόμετρο πιο χαμηλά, καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα πίσω αριστερά σου η Λα Παζ, διοικητική πρωτεύουσα της Βολιβίας, τρεις χιλιάδες εξακόσια μέτρα υψόμετρο, η υψηλότερη πρωτεύουσα του κόσμου. Την διακρίνεις ;»

Το θέαμα ήταν μαγευτικό, κάτω από άλλες συνθήκες θα το θαύμαζε. Δεν φοβόταν τα ύψη, αλλά εδώ ήταν σε μεγάλο ύψος, το έβλεπε, το ένοιωθε. Την ίδια ώρα ένοιωθε και κάτι άλλο. Μπορούσε πάλι να κουνηθεί. Πήγε να τραβηχτεί από τη Νάντια αλλά εκείνη δεν τον άφησε…

«Πρόσεχε !» του είπε. «Δεν τέλειωσα την ξενάγηση. Ο δρόμος που είμαστε ενώνει την Λα Παζ με μία μικρότερη πόλη, το Κορόϊκο, τριάντα ακόμα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά. Είμαστε περίπου στο μέσο της διαδρομής, στο μέσο του πουθενά, ενός πολύ επικίνδυνου πουθενά. Ο δρόμος λέγεται «el camino de la muerte” ισπανικά, «δρόμος του θανάτου» στα δικά μας. Δεν χρειάζεται να πας μέχρι την άλλη άκρη του δρόμου, τα χαλίκια γλιστράνε. Κι αν ζαλιστείς έτσι αμάθητος που είσαι από μεγάλα ύψη… θα βρεθείς να μετράς χιλιόμετρα πέφτοντας.

….Αν πάλι είσαι άτυχος και σε κρατήσει κανένας βράχος μερικά μέτρα πιο κάτω… δε θα ζήσεις περισσότερο… Εδώ βασιλεύει ο κόνδορας των Άνδεων… βασιλιάς του Ουρανού για τους Ίνκας, τεράστιος πολύ επικίνδυνος, ιδίως όταν πεινά. Δε θα καλοπεράσεις στα γαμψά του νύχια ! Αν μάλιστα έρθει με παρέα… Ακόμα και μοναχικούς τουρίστες που χάζευαν έχει αρπάξει ! Πετά ψηλά, από πάνω μας και βλέπει τα πάντα, πίστεψε με. Πέφτει σαν βολίδα και αρπάζει ότι βρει αν πεινά, αν νοιώθει ότι μπορεί. Ούτε θα καταλάβεις πως θα βρεθείς στα νύχια του. Μετά θα σε αφήσει να γκρεμιστείς στα βράχια χαμηλότερα και τότε θα γίνεις τροφή του. Υπέροχο πουλί, όσο το βλέπεις σε ντοκυμαντέρ ή από μακριά. Δεν θέλεις να το γνωρίσεις αλλιώς… και εδώ έχει πολλούς… 



Ο Παύλος ασυναίσθητα κοίταξε ψηλά… «Μη φοβάσαι !» γέλασε πάλι η Νάντια. Σίγουρα μας έχουν δει, αλλά με δύο ανθρώπους, δεν τολμά. Ποτέ δεν επιτίθεται σε ομάδα μεγαλόσωμων ζώων ή ανθρώπων.

«Άφησα βέβαια τελευταίο το νευρωνικό μου μαστίγιο» συνέχισε βγάζοντας λίγο από την τσέπη της κάτι που έμοιαζε με λαβή. Δεν χρειάζεται να σε αγγίξει. Αφόρητος πόνος… δεν θέλεις να τον δοκιμάσεις… Γι αυτό κάτσε πλάϊ μου ήσυχα και απόλαυσε τη θέα. Σε λίγο θα είναι εδώ ένα αυτοκίνητο που θα μας πάρει. Έπρεπε κανονικά να είναι εδώ, αλλά σε αυτό το δρόμο αν κολλήσεις πίσω από άλλο αυτοκίνητο άντε να προσπεράσεις.

«Πως ήρθαμε εδώ ; Κάποιο είδος τηλεμεταφοράς ; Πως τα καταφέρνετε ; Ποια είσαι ; Γιατί εμένα ; Γιατί εδώ, στην άλλη άκρη του κόσμου ; »

«Πάλι απορίες ;» τον πείραξε η Νάντια. «Mη στεναχωριέσαι, εκεί που πάμε θα μάθεις μερικά από αυτά που ρώτησες. Ίσως και όλα, είπαμε δεν αποφασίζω εγώ μόνη μου. Χαιρέτα !! Σήκωσε το χέρι σου και χαιρέτα !!» είπε αλλάζοντας ύφος.

Ο Παύλος την κοίταξε απορημένος. Μετά κοίταξε μπροστά στον χωμάτινο δρόμο και κατάλαβε. Μία ομάδα ποδηλατών κατέβαιναν ο ένας πίσω από τον άλλο με μεγάλη ταχύτητα. Πήγαιναν προς τη μέσα μεριά του δρόμου αλλά με την ταχύτητα που είχαν αυτό του Παύλου δεν του φαινόταν καθόλου αρκετό. Ήταν καμιά δεκαριά, νέα παιδιά, με έναν λίγο μεγαλύτερο μπροστά. Ο αρχηγός τους ανταπόδωσε τον χαιρετισμό που του έκανε με το ένα χέρι μία χαμογελαστή Νάντια, ενώ με το άλλο χέρι κρατούσε τον Παύλο κολλημένο στο πλάϊ της. Ο Παύλος σήκωσε μηχανικά το χέρι του και χαιρέτησε και αυτός. Μερικοί του το ανταπέδωσαν, ένα ζευγάρι τουριστών για αυτούς, που σίγουρα είχαν παρέα κάπου πιο πέρα. 

«Καλά τρελλοί είναι ;» είπε ο Παύλος όταν οι ποδηλάτες χάθηκαν από το οπτικό του πεδίο. «Εδώ βρήκαν να κάνουν κούρσα με τα ποδήλατα τους ;»

«Καλώς ήρθες στο δρόμο του Θανάτου» είπε η Νάντια. «Δεν τον έβγαλαν τσάμπα έτσι. Περισσότεροι από διακόσιοι νεκροί κάθε χρόνο, για πολλά χρόνια. Ποδηλάτες, αυτοκίνητα με τουρίστες αλλά και ντόπιους…. Έτσι ήταν μέχρι το 2006. Μετά τέλειωσε ο άλλος δρόμος που συνδέει τη Λα Πάζ με το Κορόϊκο. Οι πιο πολλοί τώρα πάνε από εκεί. Από τους τουρίστες και τους ντόπιους εννοώ. Εκτός από τους λάτρεις των extreme sports σαν αυτούς που είδες. Κορόϊκο – Λα Παζ με ποδήλατο να κατεβαίνει βολίδα τον δρόμο του θανάτου, τον πιο επικίνδυνο δρόμο του κόσμου ; Μεγάλη πρόκληση για μερικούς !! Κι ας καταλήγουν μερικοί στα βράχια πιο κάτω, τροφή για τους κόνδορες !

Ο Παύλος την κοίταξε σκεφτικός. Είχε πολλά ακόμα να ρωτήσει αλλά δεν πρόλαβε ούτε να τα σκεφθεί καλά καλά. Ο θόρυβος ενός αυτοκινήτου ακούστηκε πίσω τους.

«Επιτέλους !» είπε η Νάντια κοιτώντας το μαύρο αυτοκίνητο που σήκωνε σκόνη κατηφορίζοντας. «Ηρθε !»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 - ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ


Αθήνα – Διαμέρισμα Παύλου – 21:16
«Τι λες τώρα ;» είπε η Μάρω ξαφνιασμένη. «Για να τα ξεκαθαρίσουμε λίγο γιατί σαν πολλές κοτσάνες μου πετάς και εγώ κάθομαι και τις ακούω. Που ξέρεις τον Παύλο ; Ποια είσαι ; κι άσε τις μαλακίες ότι ήρθες από το μέλλον… Πως μπήκες σπίτι του ; Κι αν ο Παύλος κινδυνεύει… αν… λέμε, από ποιόν κινδυνεύει ; Από όσο ξέρω δεν έχει εχθρούς».

«Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε ώρα. Σε λίγο θα είναι και εδώ… Τι μπορώ να κάνω για να σε πείσω… Δε μου λες... έχεις κομπιουτεράκι ; Ο Παύλος... κάπου στο σπίτι εννοώ, πίστεψε με δεν το έψαξα. Και ένα κουτί σπίρτα, αν υπάρχει… Από το οποίο θα βγάλεις όσα σπίρτα θες, χωρίς να σε βλέπω. Για να μη νομίσεις ότι τα μέτρησα πριν έρθεις. Μόνο κάνε γρήγορα…»

Σε ένα λεπτό, μία απορημένη Μάρω είχε γυρίσει με το κομπιουτεράκι που είχε ο Παύλος στο γραφείο του και ένα κουτί σπίρτα που βρήκε στην Κουζίνα. Ο Παύλος δεν κάπνιζε αλλά τα είχε για να ανάβει το καμινετάκι όταν έφτιαχναν Ελληνικό καφέ. Έλεγε ότι Ελληνικός σε ηλεκτρικό μάτι κουζίνας δεν έλεγε…

«Γράψε ένα οκταψήφιο ακέραιο» είπε η Νάντια στη Μάρω. "Όποιον θέλεις. Και πες μου ποιον έβαλες»

«98798765» είπε η Μάρω.

«Η τετραγωνική του ρίζα είναι 9939.757» είπε αμέσως η Νάντια. «Τσέκαρε το αλλά κάνε γρήγορα !!»

Η Μάρω πάτησε τα πλήκτρα και την κοίταξε έκπληκτη.

«Η ώρα είναι 21:18» συνέχισε η Νάντια. «Αν πολλαπλασιάσεις το 98798765 που έβαλες στην αρχή με το 2118 το αποτέλεσμα είναι  209255784270. Τσέκαρε το πάλι !!»

«Καλά…» Είπε η Μάρω αφού το τσέκαρε… «Μπορεί στα μαθηματικά…»

«Πέτα τα σπίρτα στο πάτωμα !! Τώρα !»

Η Μάρω έχυσε τα σπίρτα στο πάτωμα. Πριν προλάβει να πέσει το τελευταίο η Νάντια της ειπε :

«32 είναι ! Μέτρα τα !!»

 «Το έχω δει σε μία ταινία αυτό…» είπε η Μάρω καθώς έσκυβε και τα μάζευε. «32 είναι αλλά…»

Δεν μπόρεσε να συνεχίσει… Η Νάντια δεν ήταν πια αραχτή στον καναπέ δυό μέτρα μπροστά της. Εκεί ήταν μερικά δευτερόλεπτα πριν. Τώρα ήταν πίσω από τη Μάρω… γαντζωμένη στη πλάτη της… Τα χέρια της είχαν γύρει το κεφάλι της Μάρως προς τα πίσω ενώ τα ανοιχτά της πόδια σαν ατσάλινα ελάσματα εμπόδιζαν τα χέρια της Μάρως να κινηθούν.

«Εδώ θα σε μάλωνε και ο δάσκαλος σου στο Τάε Κβο Ντο» είπε άνετα στη Μάρω που δε μπορούσε να κουνηθεί. «Δε με εμπιστεύεσαι, είμαι πιθανός στόχος για σένα και με αφήνεις από τα μάτια σου σκύβοντας στο πάτωμα ; Όχι βέβαια πως θα άλλαζε κάτι, αλλά λάθος σου !
   ...Αν θέλω σου σπάω το σβέρκο το επόμενο δευτερόλεπτο. Μη κουνιέσαι. Δεν έχω σκοπό να το κάνω. Τις ικανότητες μου σου δείχνω. Τα πόδια μου δεν αφήνουν τα χέρια σου να κινηθούν και με τον τρόπο που κάθομαι τα πόδια σου ούτε εύκολα κουνιούνται ούτε με φθάνουν. Αν ήθελα καθόμουν στη σπονδυλική σου στήλη, ένα πόντο δεξιότερα. Σου πίεζα τα νεύρα στο νωτιαίο μυελό με το σώμα μου και σε άφηνα παράλυτη !»

Με το που σταμάτησε να μιλά η Νάντια, η Μάρω ένοιωσε να ελευθερώνεται. Είδε το κορμί της Νάντιας στον αέρα, να παίρνει μία στροφή και να προσγειώνεται πάλι στον καναπέ μπροστά της. Το επόμενο δευτερόλεπτο η Νάντια την κοίταζε ήρεμη και χαμογελαστή. Μόνο το λίγο ανάκατο μαλλί της έδειχνε ότι κάτι είχε κάνει.

«Λοιπόν… ελπίζω να σε έπεισα για τις σωματικές και νοητικές ικανότητες μου. Αυτό που μόλις σου έκανα είναι μία τεχνική Ραν Τουν. Όσο για το ότι έρχομαι από το μέλλον… εδώ θα πρέπει να με πιστέψεις. Έρχομαι από το μέλλον. Δεν διαβάζω το μέλλον για να σε καταπλήξω, δεν είμαι μάγισσα.»

«ΟΚ…» είπε η Μάρω ενώ σηκωνόταν… «Είσαι πολύ καλή στα Μαθηματικά, έχεις μεγάλη αντίληψη, είσαι πάρα πολύ γρήγορη, εξασκημένη και δυνατή. Σαν τις ηρωίδες σε ταινίες δράσης. Μόνο που εκεί είναι εφέ, εσύ είσαι πράγματι έτσι. Αυτά ξέρω. Α… εντάξει… μπορούσες να μου κάνεις κακό και για κάποιο λόγο δεν μου έκανες. Αλλά αυτά με το μέλλον…»

«Μάρω άκου με !! Και μετά αποφάσισε, αλλά θα αποφασίσεις γρήγορα !» 

«Εντάξει !» είπε η Μάρω καθώς καθόταν στον καναπέ δίπλα στη Νάντια. Ήξερε πλέον ότι η ξανθιά αμαζόνα "την είχε" όπου και να ήταν. «Λέγε, δεν σου υπόσχομαι βέβαια ότι θα σε πιστέψω κι όλας»

«Στην εποχή μου έχουμε την τεχνολογία να τηλεμεταφερόμαστε. Να πηγαίνουμε σε όποιο σημείο της γης θέλουμε σχεδόν ακαριαία. Όχι πάντα, όχι εύκολα, χρησιμοποιούμε τα ενεργειακά πεδία των κεραυνών. Και με τις απαραίτητες προϋποθέσεις μπορούμε να μεταφερόμαστε στο χρόνο. Αλλά εκεί δεν αρκούν ένας δυό κεραυνοί. Θέλει και άλλες συνθήκες και ειδικές συσκευές πολύπλοκες ακόμα και για μένα. Τις χρησιμοποιώ χωρίς να τα καταλαβαίνω όλα, όπως ένα παιδί ανοίγει και βλέπει τηλεόραση. Πόσο μάλλον εσύ...

...Είμαστε μητριαρχική κοινωνία. Οι άνδρες σπανίζουν. 18 % σημαίνει ένας άνδρας για κάθε πέντε με έξη γυναίκες περίπου... Οικογένειες δεν υπάρχουν. Υπάρχουν όμως μαθητές και πέντε επαγγέλματα, ο κάθε ένας και η κάθε μία ανάλογα με το σε τι ηλικία βρίσκεται και σε τι ασκείται ή τι επάγγελμα εξασκεί, έχει συγκεκριμένα δικαιώματα και συγκεκριμένα καθήκοντα. Υπάρχουν οι ιερείς, οι κυνηγοί, οι δάσκαλοι, οι έμποροι και οι τεχνικοί. Με υποκατηγορίες φυσικά. Θα βρεις μαθητές όπως και άνδρες και γυναίκες σε κάθε ένα από αυτά. Η πολιτική ηγεσία και η στρατιωτική ηγεσία προέρχεται από όλες τις κατηγορίες με κάποιες διαδικασίες επιλογής, μη σε ζαλίζω. Ένοπλες δυνάμεις μετά τον πόλεμο ουσιαστικά δεν υπάρχουν, όταν χρειάζεται χρησιμοποιείται ειδικά εξασκημένο σώμα που προέρχεται από τους κυνηγούς κυρίως και τους τεχνικούς.

...Εγώ είμαι σε αυτό το ειδικό σώμα των κυνηγών. Σε μία υποκατηγορία που μοιάζει με αυτό που εσείς θα αποκαλούσατε πράκτορες. Υπάρχει μία ακόμα κυνηγός της ίδιας κατηγορίας με εμένα, είναι με τον Παύλο αυτή τη στιγμή. Μοιάζουμε σαν δυό σταγόνες νερό. Δεν είμαστε κλώνοι, οι κλώνοι σταμάτησαν χρόνια πριν, είχαν παρενέργειες που δε μπορούμε ακόμα ούτε εμείς να τις ελέγξουμε. Και στην φυσική κατάσταση τους αλλά και σε κάθε δραστηριότητα. Με την άλλη Νάντια είμαστε μονοζυγωτικές δίδυμες, από ένα σπερματοζωάριο και ένα ωάριο δηλαδή. ίδιο DNA, ίδια ομάδα αίματος αλλά διαφορετικό παράγοντα Σέλμαν»

«Παράγοντα Σέλμαν ;» ρώτησε απορημένη η Μάρω. «Δεν είμαι γιατρός, αλλά αυτή τη λέξη... και νόμιζα ότι ήμουν αρκετά ενημερωμένη»

«Μπορεί και να' σαι» χαμογέλασε η Νάντια. «Θα ανακαλυφθεί σε 46 χρόνια από τώρα...»

«Α... πολύ ωραία... δεν μας έφτανες εσύ... Και αυτή η άλλη Νάντια είπες ότι είναι με τον Παύλο τώρα ;»

«Ναι ! Το πραγματικό της όνομα είναι Κάλι. Από την θεά του Θανάτου των Ινδών... Αλλά το άλλαξε, κυκλοφορεί σαν Νάντια... Βλέπεις η αδελφή μου θέλει κάθε τι δικό μου, το όνομα μου είναι το πρώτο που πήρε... Είναι αυτό που θα λέγατε διαταραγμένη προσωπικότητα. Πολύ επικίνδυνη... Και ανήκει σε μία φατρία που μάχεται την δικιά μας. Γύρισε για να βρει εμένα... αυτοί και οι φονιάδες της με κυνηγούν, πολλά χρόνια τώρα...

...Βλέπεις έχω κάτι που το θέλει, κάτι που αν το πάρει και με σκοτώσει θα την κάνει αρχηγό σε πολλά πλανητικά συστήματα του Γαλαξία που ακολουθούν την φατρία της. Μέχρι τότε θα με ψάχνει... Και από τότε που η αρχηγός της φατρίας της ήρθε πίσω για να σας γυρίσει το μέλλον... το παίζει υπαρχηγός της... και περιμένει...»

«Α...» είπε η Μάρω... «Απλά πράγματα... Όλο το μέλλον δηλαδή εδώ μαζεμένο... να μας φυλάξετε εσείς οι καλοί, να μας το γυρίσουν οι άλλοι οι κακοί, όπου και το διδυμάκι σου... Γιατί τώρα μου θυμίζει τις ταινίες "Terminator" με τον Σβαρτσενέγκερ, και την τηλεοπτική σειρά "Τα Χρονικά της Σάρας Κόνορς" αυτή η ιστορία ; Εντάξει σπίρτα πεσμένα δεν μετράω αλλά τηλεόραση τα βράδια και σινεμά βλέπω... Ας το καλό σου... Και πήγα για μια στιγμή να σε πάρω στα σοβαρά...»

«Οι σεναριογράφοι των ταινιών που είπες... Ξέρεις πως τους ήρθε ξαφνικά η ιδέα ; Εμείς τους την φυτέψαμε... Πολλά Χρόνια πριν... Για να προειδοποιήσουμε τον "μεγάλο φίλο" που είναι αποκλεισμένος στην εποχή σας εδώ και πενήντα χρόνια... Κώδικες κρυμμένοι στις ιδέες του σεναρίου... Κώδικες που εκείνος θα καταλάβαινε. Mε αλλαγές βέβαια, στις ταινίες που αναφέρεις ο πόλεμος είναι ουσιαστικά ανάμεσα σε ανθρώπους και μηχανές, στην πραγματικότητα είναι ανάμεσα σε ανθρώπους από το μέλλον μόνο. Εν πάσει περιπτώσει η ιδέα δεν έπιασε εντελώς, το έμαθε και η αρχηγός της φατρίας που σου έλεγα... Η αρχηγός της άλλης Νάντιας, της Κάλι... Για αυτό ήρθε. Παίζονται πολλά Μάρω... Πάρα Πολλά...»

«Α.... μάλιστα..." είπε ειρωνικά η Μάρω... Να παίρνουμε στα σοβαρά τώρα και τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας... Είναι γράμματα στους δικούς σας που έχουν κολλήσει στην εποχή μας... Κοίτα ρε... Θα πάω να ξαναδώ τον "ΕΤ" !! (Σ.τ.Σ : "Εξωγήϊνος", του Σπίλμπεργκ, 1981) Και ποια είναι η αρχηγός της αδελφούλας σου ;»

«Ελίνα τη λένε !! Μία από τις ικανότερες φόνισσες της εποχής μου. Νομίζω και ελπίζω πως  είμαι καλύτερη. Δεν έχουμε αναμετρηθεί ποτέ. Η Ελίνα σκότωσε ήδη τον κλώνο του Παύλου, ναι ο Παύλος είχε κλώνο, ήταν ένα από τα τελευταία αποτυχημένα πειράματα κλωνοποίησης.

... Αυτά για τώρα ! Έρχονται !! » συνέχισε αλλάζοντας ύφος η Νάντια. «... μου το εξέπεμψε μόλις τώρα μια νανοσυσκευή παρακολουθησης που εσύ δεν τη βλέπεις. Και έρχεται με άλλους τρεις φονιάδες της. ΕΔΩ !! Για μένα !

... Δεν προλαβαίνουμε να φύγουμε. Έχουν δική τους νανοσυσκευή που δεν εκπέμπει σε μένα, δεν μπορώ να την εντοπίσω. Πρέπει να ετοιμαστούμε !!» Τώρα η Νάντια μιλούσε πιό γρήγορα, σχεδόν χωρίς να παίρνει ανάσα, σαν να ήταν η Μάρω γραμματέας της και να της υπαγόρευε βιαστικά.   

«...Οι δύο από τους φονιάδες είναι άνθρωποι της σημερινής εποχής. Με πείρα μάλλον στις γνωστές σας πολεμικές τέχνες. Τους κουβαλά για να μου αποσπάσει την προσοχή, αρκετά ώστε αυτή και ο Λοτ να με σκοτώσουν. Ίσως δεν ξέρουν για σένα ότι είσαι εδώ και για το Ταε Κβο Ντό σου. Η Ελίνα ειδοποίηθηκε ότι είμαι εδώ, πριν έρθεις. Δεν ξέρω αν είναι εδώ αυτή η συσκευή τους ή όχι. Την Ελίνα ούτε την ξεγελάς, ούτε φυσικά την κάνεις καλά. Αυτούς ίσως. Όσο εγώ θα προσπαθώ να εξουδετερώσω τον Ρον και την Ελίνα, αυτοί οι δυό είναι δική σου δουλειά, είτε ξέρουν για σένα είτε όχι !!»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 - ΔΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ


Αθήνα – Διαμέρισμα Παύλου – 21:35
 

"Και ο Παύλος ;" ρώτησε η Μάρω... "είπες ότι κινδυνεύει..."

"Μάρω ! Έφτασαν ! Στρίβουν τη γωνία ! Θα τα πούμε όλα μετά !! Πρόσεχε ! Αν έρθεις αντιμέτωπη με την Ελίνα ή με τον Λοτ δεν θα τους κοιτάς στα μάτια. Έχουν εκπαιδευθεί να διαβάζουν στα μάτια σου που θα κατευθύνεις το χτύπημα σου.
Χτύπα με τα πόδια σου στα πόδια τους. Είναι η μόνη περίπτωση να κάνεις κάτι. Η Ελίνα είναι πολύ καλή στο Ράε Τουν. Αλλά και ο Λοτ ξέρει καλά και είναι πολύ  πιό γρήγορος από σένα.
Ότι άλλο κάνεις εκτός από πολύ γρήγορη κλωτσιά στα πόδια θα την προλάβουν ! Και αν πετυχεις δώσχε αμέσως δεύτερη και αμέσως μετά τρίτη ! Αν πέσουν κάτω κλωτσιά αμέσως στο κεφάλι !! Χτύπα να σκοτώσεις !


Αυτά αν με βγάλουν εκτός... Οι άλλοι δυό... της κλάσης σου, λίγο πάνω λίγο κάτω. Ή θα δώσεις τον αγώνα της ζωής σου σε ένα λεπτό ή τέλειωσες !!" 

"Να κρατώ κάτι ;"

"Η Ελίνα και ο Λοτ ότι και να κρατάς θα στο πάρουν αμέσως ! Άνοιξε την πόρτα. Θα πεις ότι μόλις έφυγα από το μπαλκόνι !" συμπλήρωσε η Νάντια ενώ άνοιγε την πόρτα της βεράντας. "Έξω έχω ένα μικρό πλεονέκτημα. Ήρθαν ! Κάνε ότι είπαμε και γύρνα να τους ανοίξεις ! Μη κοιτάς Ελίνα και Λοτ στα μάτια ! Θα σε υπνωτίσουν !"

"Αστυνομία ?"

"Με τη νανοσυσκευή ειδοποίησα ένα φίλο. Ξέρει τι πρέπει να κάνει. Αλλά μέχρι να 'ρθει η αστυνομία που θα καλέσει..."

Το κουδούνι της πόρτας ακούστηκε. Η Μάρω πήγε να ανοίξει. Γύρισε μία στιγμή να δει, η Νάντια είχε εξαφανιστεί και η πόρτα της βεράντας ήταν ελαφρώς ανοιχτή...

Βολιβία - El Camino de la Muerte - 14:50
 
To μαύρο αυτοκίνητο που σταμάτησε μπροστά τους ήταν μέσα στη σκόνη. Ένα Παλιό Γκολφ που κατά περίεργο τρόπο δεν έμοιαζε παράταιρο με το περιβάλλον. "Ίσως γι αυτό το διάλεξαν" σκέφθηκε ο Παύλος.
"Μπες μέσα " είπε η Κάλι, ανοίγοντας την πίσω πόρτα. Ο Παύλος πέρασε μέσα και η Κάλι κάθισε  δίπλα του. Όπως κάθισαν ο Παύλος ήταν από την μέσα μεριά. Το γιατί το κατάλαβε μόλις ο οδηγός, κάποιος ντόπιος υπέθεσε ο Παύλος, ξεκίνησε. Πήγαιναν σιγά και κολλητά με τον κάθετο βράχο που ορθώνονταν απέναντι από τον γκρεμό, από την άλλη μεριά του δρόμου.
Όπως πήγαιναν η πίσω πόρτα από την μεριά του δεν άνοιγε. Σχεδόν ακουμπούσε στα βράχια. Δεν υπήρχε περίπτωση να διαφύγει από εκεί, για αυτό ούτε είχαν νοιαστεί να την κλειδώσουν. Αν πάλι κατάφερνε από θαύμα να εξουδετερώσει την γυναίκα που ήξερε σαν Νάντια, θα έβγαινε και θα έπεφτε στον γκρεμό. Ο οδηγός δεν χρειαζόταν καν να προσπαθήσει, τώρα ο δρόμος ήταν πιο στενός από εκεί που είχαν επιβιβαστεί, πόντους απείχαν από τον γκρεμό.

Η Κάλι ρώτησε κάτι τον οδηγό στα ισπανικά, κάτι που ο Παύλος δεν κατάλαβε μια και δεν ήξερε αυτή τη γλώσσα. Κράτησε όμως τις λέξεις "Aeropuerto militar"  που τις είπαν 2-3 φορές στην κουβέντα τους. Κάτι για κάποιο στρατιωτικό αεροδρόμιο πρέπει να έλεγαν. Μέχρι εκεί καταλάβαινε...

"Που πάμε ;"ρώτησε πιο πολύ για να μη σκέπτεται τον γκρεμό που έχασκε δίπλα τους, τις πεταμένες πέτρες που γλύστραγαν στην άκρη... Απέφευγε να κοιτάξει από το τζάμι του οδηγού μπροστά και αριστερά του, η θέα τον ζάλιζε, το στομάχι του είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται...

"Θα δεις... κλείσε λίγο τα μάτια σου. Θα ανακατευθείς αν κοιτάς κάτω. Όλοι το παθαίνουμε την πρώτη φορά. Και δεν θέλω να ξεράσεις εδώ μέσα !"

"Ποιά είσαι ; Γιατί εμένα ; Γιατί εδώ ;"

"Κουβεντούλα θέλεις ;" είπε η Νάντια . "Αν νομίζεις φουκαρά μου πως θα ηρεμήσεις με όσα ακούσεις... Τέλος πάντων... Μέχρι τώρα δε μου δημιούργησες προβλήματα, θα σου πω μερικά.
Όσα γίνεται... και ότι καταλάβεις κατάλαβες"

Η Νάντια γύρισε προς το μέρος του. Τα όμορφα μάτια της τον μάγευαν, τα σαρκώδη χείλη ήταν πρόκληση , τα πόδια της όπως πρόβαλαν μέσα από τη φούστα... "Τρελλός για δέσιμο είμαι !" σκέφθηκε. "Την θέλω ακόμα !!"

Η Νάντια τον κοίταξε και τα μάτια της άστραψαν, έχοντας καταλάβει την ταραχή του. "Θα με λες Νάντια" του είπε χαδιάρικα. "Ας μη το αλλάξουμε αυτό...

Ποια είμαι... μεγάλη ιστορία... Ήρθα από το μέλλον, πολλά χρόνια μπροστά. Όχι μόνη μου.  Θέλουμε να επανορθώσουμε ας πούμε μία αδικία... Να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους... και ο χρόνος για να το κάνουμε αυτό είναι τώρα... Όσο για τη Βολιβία... έχουμε πολλά πλεονεκτήματα εδώ... και μια και η απόσταση όπως είδες δεν είναι πρόβλημα για μας..."

"Γιατί εμένα ;" ρώτησε ο Παύλος. "Δεν πολυπίστευε όσα άκουγε, αλλά είχε εντυπωσιασθεί από την τηλεμεταφορά. Κάτι από όσα του έλεγε η Νάντια μπορεί και να ήταν αληθινό...

"Γιατί είσαι το τελευταίο δείγμα από το οποίο έγινε κλώνος χρόνια πριν. Χωρίς να το ξέρεις φυσικά. Είχαν επενδυθεί πολλά λεφτά σε αυτό αλλά δεν έπιασε. Ο κλώνος σου έπρεπε να πεθάνει, είναι ήδη νεκρός τώρα που μιλάμε. Για σένα θα δούμε.."

"Και γιατί δεν σκοτώσατε και μένα ήδη ;"

Η Νάντια άνοιξε το στόμα της να απαντήσει. Αλλά δεν απάντησε. Όπως είχε την προσοχή της στον Παύλο δεν πρόσεχε τον οδηγό.  Ο οποίος πάτησε με το αριστερό του χέρι ένα κουμπί.  Μία νανοβελόνα έσκισε την ταπετσαρία που πάνω της στήριζε η Νάντια τη πλάτη της και χώθηκε μέσα της με ορμή, αφήνοντας ακαριαία μέσα στην ξαφνιασμένη Νάντια το περιεχόμενο της.

"Τι στο καλό... ;" είπε ο Παύλος έκπληκτος...

Ο οδηγός γύρισε και τον κοίταξε. "Μιλάς αγγλικά ;" ρώτησε ενώ φρέναρε το αμάξι.

"Ναι φυσικά" είπε ο Παύλος κοιτάζοντας τον Βολιβιανό. Στα τριάντα με σαράντα τον έκανε, το πρόσωπο του ήταν σκαμμένο, δεν μπορούσε να πει. Μελαχρινός, με μαύρα μάτια που έλαμπαν, μάτια που έδειχναν φιλικά.

"Ποιός είσαι πάλι εσύ ; Δεν είσαι μαζί της ; Tην σκότωσες ;"

"Με λένε Αμάρο. Σου φτάνει αυτό. Και όχι, δεν την  σκότωσα, δεν είμαι φονιάς. Σκοτώνουμε πάνω στην μάχη, αν υπάρχει λόγος, όχι όταν δεν χρειάζεται. Θα ξυπνήσει σε λίγο, πρέπει να κάνουμε γρήγορα. Θα την αφήσουμε μέσα στο αμάξι, στην επόμενη στροφή..."

"Γιατί δεν την αφήνουμε εδώ και να φύγουμε εμείς με το αμάξι ;" ρώτησε ο Παύλος.

"Γιατί με τις νανοσυσκευές τους και τους δορυφόρους παρακολουθούν και αυτή και το αυτοκίνητο και εμένα και εσένα. Αν φανούν δύο ή τρία ή τέσσερα ξεχωριστά ίχνη, οι τηλεπρογραμματιζόμενοι κόνδoρες θα επιτεθούν και δεν θα περάσουμε καλά... "

"Οι πoιοί ;"

"Τεράστιοι κόνδορες με νανοτσιπάκια εμφυτευμένα στον εγκέφαλο τους. Τους ελέγχουν χρόνια..."

"Και... και τι θα κάνεις..." Ο Παύλος τον κοίταζε και ήταν έτοιμος να τρελαθεί. "Αν δεν τα έχω ήδη παίξει" σκέφθηκε... "Πολύ μεγάλη ποσότητα πληροφορίας απότομα... δεν καταλαβαίνω τίποτα..."

"Στην επόμενη στροφή θα αφήσουμε το αμάξι με την Κάλι και θα βγούμε. Κάλι την λένε στην πραγματικότητα. Θα κάνουμε γρήγορα. Υπάρχει καταφύγιο. Μόλις μπούμε θα μας λούσει μία ακτινοβολία, μη φοβάσαι δεν θα καταλάβεις τίποτα και αν δεν το κάνεις συχνά δεν βλάπτει. Οι νανοσυσκευές παρακολούθησης θα εξουδετερωθούν. Όσο πιο γρήγορα γίνουν όλα αυτά, τόσο δυσκολότερα θα μας εντοπίσουν.  Αν μας πάρουν χαμπάρι οι κόνδορες τους ή όσοι μας βλέπουν πριν μπούμε στο καταφύγιο..."

Ο Παύλος τον κοίταζε σαν χαζός... "Γιατί εγώ ; " μουρμούρισε με απόγνωση. " Γιατί εγώ ;"

"Σου είπε ότι έρχεται από το μέλλον ;" ρώτησε ο Αμάρο αγνοώντας την απελπισία του συνομιλητή του.

"Nαι. Βέβαια εγώ..."

"Αλήθεια λέει. Από το 2430. Μπορούν και επιστρέφουν από το την εποχή τους στο παρελθόν, φτάνουν σε μας, πάνε αν θέλουν και πολύ πιο πίσω στο χρόνο. Το έχουν κάνει από ότι ξερω. Όποτε θέλουν από το παρελθόν στο οποίο βρίσκονται επιστρέφουν στην εποχή τους.
...Τα ταξίδια στο χρόνο δεν είναι τόσο εύκολα για αυτούς όσο οι τηλεμεταφορές αλλά τα καταφέρνουν. Υπάρχει όμως φράγμα. Κανείς τους από όσα μου έχουν πει δεν έχει ταξιδέψει στο μέλλον, στο δικό τους μέλλον δηλαδή, ποιό πέρα από την εποχή τους. Μόνο ένας άνθρωπος το έχει καταφέρει μέχρι τώρα αυτό"

"Ποιός τα κατάφερε;" ρώτησε αυθόρμητα ο Παύλος

"EΣΥ !!!"



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 - H APXH


Αθήνα – Διαμέρισμα Παύλου
 Ανοίγοντας την πόρτα η Μάρω έγιναν μερικά πράγματα που δεν κατάλαβε πως έγιναν. Βρέθηκε κολλημένη με τα πλάϊ στον τοίχο του χωλ με ένα άνδρα να την κρατά με το ένα του χέρι στο λαιμό και με το άλλο πίσω, στη μέση πιέζοντας την περιοχή του κόκκυγα.

Το αριστερό χέρι του ξανθού άνδρα στο λαιμό της, αυτό μόνο μπόρεσε να δει με την άκρη του ματιού της από αυτόν, την έσφιγγε έτσι που της προκαλούσε ζάλη. Στραγγαλιστική λαβή στις καρωτίδες, το ήξερε από το Τae Kwo Do.

Ο Λοτ,  ήταν σίγουρη πως αυτός ήταν, μπορούσε να την ρίξει λιπόθυμη όποτε ήθελε ή και να την πνίξει αν έσφιγγε λίγο ακόμα.  Ταυτόχρονα τα πόδια της είχαν παραλύσει όπως και τα χέρια της. Αυτό δεν ήξερε πως γινόταν, κάποια νεύρα θα πίεζε ο Λοτ στη σπονδυλική της στήλη με το άλλο χέρι. Δεν μπορούσε να τον δει καλά αλλά είδε ότι είχε βγάλει τα παπούτσια του. Και πάλι της έριχνε περισσότερο από ένα κεφάλι.

Η Πόρτα πίσω της είχε κλείσει. Όλα έγιναν σε δευτερόλεπτα, πριν προλάβει να ρωτήσει ποιός είναι για να κερδίσει χρόνο, ή να βάλει μία φωνή.

«Ψάξτε το διαμέρισμα !»  Άκουσε μία γυναικεία φωνή «και μη πάτε να τα βάλετε με όποια δείτε. Θα σας σκοτώσει πριν το καταλάβετε. Πυροβολείστε στο ψαχνό αν θέλετε να ζήσετε. Και μη χωριστείτε... Να πηγαίνετε και οι δύο μαζί, να καλύπτετε διαφορετικό χώρο με τα μάτια σας και με τα όπλα σας ο κάθε ένας. Είναι πολύ επικίνδυνη» 

Η Μάρω είδε δυο πανύψηλους άνδρες να προχωρούν αργά και διστακτικά προς τα μέσα. Κρατούσαν περίστροφα με γεμιστήρες, τα είχε δει η Μάρω σε έργα πολλές φορές. Ύστερα από ένα λεπτό μία κανθοκάστανη γυναίκα εμφανίστηκε μπροστά της. Φορούσε  ένα φαρδύ μαύρο παντελόνι, μία πράσινη μπλούζα και ήταν ξυπόλυτη. Προφανώς είχε βγάλει και αυτή τα παπούτσια της.  Έτσι ήταν λίγο πιο κοντή από την Μάρω.

«Τι πάθανε και βγάζουν τα παπούτσια τους ;» αναρωτήθηκε η Μάρω. «Κανένα είδος τελετουργικού ; H Νάντια δεν τα είχε βγάλει»

«Λοιπόν κούκλα ;» της είπε η Ελίνα κοιτώντας την στα μάτια. Η Μάρω ήταν σίγουρη ότι αυτή ήταν. «Που πήγε η παρέα σου ; »

«Μη τους κοιτάς στα μάτια... » θυμήθηκε η Μάρω τα λόγια της Νάντιας. Ήταν αργά... ούτε ένα δέκατο του δευτερολέπτου δεν πέταξε η ματιά της προς την βεράντα... Για την Ελίνα ήταν αρκετό. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη της.

«Πήγαινε ! » είπε στο Λοτ δείχνοντας του την βεραντόπόρτα . «Και προσεκτικά ! σε περιμένει ! Εχει πλεονέκτημα εκεί που κρύφτηκε»

«Και μ' αυτή ; » ρώτησε ο Λοτ χωρίς να χαλαρώσει την πιεση στο λαιμό και στη πλάτη της Νάντιας. 

«Άσε την σε μένα. Θα παίξω λίγο μαζί της μπας και ξέρει κάτι... άστη μου με τα μούτρα στο τοίχο...»

Ο Λοτ γύρισε τη Μάρω σαν άψυχη κούκλα... Τώρα ένοιωθε το αριστερό της μάγουλο να πιέζεται στη σκληρή επιφάνεια του τοίχου. Αμέσως μετά όμως ένοιωσε ελεύθερη. Πήγε να γυρίσει όταν άκουσε την φωνή της Ελίνας να συνοδεύει μία κλωτσιά στο αριστερό της νεφρό.

«Είμαι πίσω σου. Αν κουνηθείς χωρίς την άδεια μου θα σε σακατέψω για πάντα. Μπορώ να το κάνω πριν καν σκεφθείς να κουνηθείς, ένα δάχτυλο του ποδιού μου ή του χεριού μου φτάνει ! Αν είσαι έξυπνο κορίτσι μη το δοκιμάσεις»

«Έβγαλαν τα παπούτσια τους για να κλωτσούν πιό εύκολα» σκέφθηκε μέσα στον πόνο της η Μάρω. Είδε τον Λοτ να πλησιάζει προσεκτικά την μπαλκονόπορτα. Κάτι έπρεπε να κάνει, να τους αποσπάσει κάπως την προσοχή...

«Μη με πειράξετε... » είπε με τρεμάμενη φωνή. «Θα σας πω ότι ξέρω... ότι μου είπε πριν φύγει... Δε ξέρω  ποιά είναι... Μπήκε ξαφνικά και...»

Μιλώντας η Μάρω ο Λοτ κοντοστάθηκε για μια στιγμή και μετά συνέχισε. Ειχε φθάσει πια στην πόρτα της βεράντας. Η Ελίνα είχε γυρίσει και παρακολουθούσε τη φοβισμένο κοπέλα που έτρεμε...

Ο Λοτ είχε σχεδόν αγγίξει την πόρτα της βεράντας όταν πάγωσε... Ήταν όμως αργά... Η Μάρω δεν κατάλαβε τι έγινε... την μία στιγμή ο Λοτ πήγαινε προς την βεραντόπορτα την άλλη ήταν κάτω στο χαλί, ένα μπλέ παντελόνι είχε ξεπροβάλει ακαριαία πίσω από την πολυθρόνα σαν φίδι και τον είχε ρίξει κάτω. Ακούστηκε ένας ήχος και η Μαρω είδε το σώμα του Λοτ να κάνει ένα σπασμό και να μένει ακίνητο στο χάλι.

Όλη η σκηνή είχε κρατήσει δυό δευτερόλεπτο. Τώρα πίσω από την πολυθρόνα δεν φαινόταν τίποτα, εκτός από το ακίνητο σώμα του Λοτ.   

 «Δεν είχε βγεί έξω ! Με χρησιμοποίησε για να τους μπερδέψει» σκέφθηκε η Μάρω νοιώθοντας μία άγρια χαρά. «Ήξερε ότι θα κοιτούσα ενστικτωδώς στη βεράντα και θα ότι θα το καταλάβαιναν»

Η Ελίνα βλέποντας τον Λοτ ακίνητο έβγαλε μία κραυγή. Ασυναίσθητα κοίταξε προς τον ακίνητο Λοτ. Η απειλή που έπρεπε να αντιμετωπίσει ήταν εκεί, όχι η τρομαγμένη κοπέλα που έτρεμε και κόντευε να κατουρηθεί από το φόβο της    

Αυτό ήταν και το λάθος της... Η Μάρω κατάλαβε περισσότερο παρά είδε την στιγμιαία χαλάρωση της Ελίνας. Και ήξερε που στεκόταν η Ελίνα πίσω της, την έβλεπε με την άκρη του ματιού της. Δεν θα είχε άλλη ευκαιρία... «κτύπα χαμηλά» οι δυό λέξεις της Νάντιας είχαν χαραχτεί στο μυαλό της. Το δεξί πόδι της Μάρως τινάχτηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και έδωσε ένα "τι τσάγκι" με το δεξί της πόδι (Σ.τ.Σ κλωτσιά προς τα πίσω του Tae Kwo Do) με όλη της τη δύναμη στο αριστερό πόδι της Ελίνας, μπροστά από τον αστράγαλο.  

Την ίδια ώρα που η Ελίνα έβγαλε μία κραυγή πόνου, χτύπησε την Μάρω  στη πλάτη. Αλλά η Μάρω είχε μετακινηθεί, η γροθιά της Ελίνας την είχε βρει μερικούς πόντους πιό αριστερά από ότι χρειαζόταν για να είναι το χτύπημα θανατηφόρο. Προκάλεσε όμως στην Μάρω ένα φοβερό πόνο στη περιοχή του σηκωτιού, πόνο που της έκοψε την ανάσα.

Η Ελίνα σήκωσε το χέρι της να δώσει το επόμενο δευτερόλεπτο το δεύτερο και τελειωτικό χτύπημα στη Μάρω που είχε παραλύσει από τον πόνο. Όλο της το μένος είχε τώρα επικεντρωθεί σε αυτή τη μελαχρινή που την είχε ξεγελάσει κάνοντας την φοβισμένη, και που ήξερε Tae Kwo Do.

Δεύτερο λάθος... Ενα ξανθό βέλος πετάχτηκε πίσω από τον καναπέ. Η Μάρω την είδε - όσοι πρόλαβε - να παίρνει μία περιστροφή στον αέρα και να βουτά πάνω στην Ελίνα. Ταυτόχρονα οι δύο κακοποιοί ξεπρόβαλαν σαστισμένοι. Στο σύμπλεγμα της Νάντιας με την Ελίνα δεν ρίσκαραν να ρίξουν, έριξαν στην Μάρω.

.... Η οποία όμως δεν ήταν πια εκεί. Συγκρατώντας τον πόνο της άφησε το κορμί της να πέσει στο χαλί, πριν οι σφαίρες των κακοποιών χτυπήσουν τον τοίχο εκεί που ήταν η Μάρω κλάσματα του δευτερολέπτου πριν.

Ένα "Ντόλιο Τσάγκι" (γυριστή κλωτσιά με το πάνω μέρος του ποδιού) έκανε το ένα πιστόλι να πεταχτεί στον αέρα ενώ ο ξαφνιασμένος κακοποιός έβγαζε μία κραυγή πόνου. Η Μάρω τον αγνόησε ο δεύτερος κακοποιός ήδη την σκόπευε. Πυροβόλησε αλλά όχι την Μάρω... Γιατί με το δεύτερο "Ντόλιο Τσάγκι" της μελαχρινής αμαζόνας στον αστράγαλό του έχασε την ισορροπία του και πυροβόλησε το ταβάνι.

Η Μαρω βρέθηκε πάνω του σαν πεινασμένο αγρίμι. Ο αγκώνας της κατέβηκε με ορμή στο πρόσωπο του. Ακούστηκε ένας κρότος από κόκαλα που σπάζουν και ο κακοποιός έμεινε αναίσθητος με το σαγόνι του σπασμένο.

Ο δεύτερος όμως κακοποιός έπεσε πάνω της. Ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι την έκανε να ζαλιστεί και να πέσει κάτω. Μέσα σε ομίχλη είδε την Νάντια να στριφογυρίζει στο πάτωμα ανταλλάσσοντας με την Ελίνα χτυπήματα, τον κακοποιό να την σημαδεύει με το πιστόλι... Με όση δύναμη της είχε απομείνει έπιασε ένα πεσμένο στο χαλί τασάκι και του το πέταξε.

Δεν τον πέτυχε... Ο κακοποιός όμως σάστισε, κοίταξε να το αποφύγει, ανέβαλε για λίγο τον πυροβολισμό του. Την ίδια στιγμή η Μάρω σηκώθηκε στα γόνατα τας και  πιάνοντας τον πεσμένο κάτω καλόγερο τον χρησιμοποίησε σαν μακρύ κοντάρι για να χτυπήσει τα γόνατα του κακοποιού. Τα πόδια του μεγαλόσωμου άνδρα λύγισαν, ένα δεύτερο χτύπημα με τον καλόγερο στο κεφάλι τον άφησε ακίνητο... 

Την ίδια ώρα η Ελίνα έβγαλε μία κραυγή πόνου καθώς ένα χτύπημα της Νάντιας την είχε ρίξει μισό μέτρο πίσω. Πριν προλάβει η Νάντια να ορμήξει η Ελίνα κύλισε προς την πόρτα, πετάχτηκε, την άνοιξε και βρέθηκε έξω από το διαμέρισμα. Η πόρτα έκλεισε πίσω της. Όταν η Νάντια την άνοιξε η Ελίνα δεν φαινόταν πουθενά.

Η Νάντια γύρισε και μπήκε μέσα... «Δεν πήγε και άσχημα» μουρμούρισε κρύβοντας το λαχάνιασμά της. «Αν και θα μπορούσαμε και καλύτερα...»

Την ίδια ώρα προειδοποιημένη από την ξαφνική κραυγή της Μάρως γύρισε απότομα. Ο ένας από τους δύο κακοποιούς, αυτός που η Μάρω τον είχε χτυπήσει με τον καλόγερο, είχε μισοσηκωθεί, είχε βγάλει ένα δεύτερο όπλο και ετοιμαζόταν να πυροβολήσει.

Το επόμενο πράγμα που είδε η Μάρω ήταν το πιστόλι να πετά στον αέρα, και τον κακοποιό να κοιτά την Νάντια έντρομος. Η Νάντια του έκανε ένα νόημα να φύγει και ο κακοποιός βλέποντας ότι ήταν πλέον άοπλος και  ότι είχε να τα βάλει με δυό εξασκημένες γυναίκες στήθηκε στα πόδια του, άνοιξε την πόρτα και εξαφανίστηκε από τις σκάλες.

«Λοιπόν όπως έλεγα» είπε η Νάντια χαμογελαστά, «δεν τα πήγαμε άσχημα... Και βοήθησες πολύ σε αυτό...Περισσότερο από ότι περίμενα...» 

«Προσπάθησα, αλλά θέλω εξάσκηση» είπε η Μάρω κολακευμένη. «Αλλά αυτόν στο τέλος, δεν τον σκότωσες, τον άφησες  να φύγει»


«Είπαμε, στον κόσμο μου οι άνδρες είναι περιζήτητοι, δεν τους σκοτώνουμε χωρίς σοβαρό λόγο. Δεν μπορούσε πλέον να μας κάνει τίποτα. Τι να τον κάναμε... Δεν ξέρει κάτι που δεν το ξέρω ήδη εγώ ή που δεν θα το μάθω σε λίγο. Άσε που...»


«Τι ;»


«Μπορεί να έκανε τον σκληρό αλλά ήταν ψηλός, δεμένος, με ωραία μάτια... τα πρόσεξες ;»


«Όχι ! Συγνώμη που είχα το μυαλό μου στο να τον εμποδίσω να μας κάνει κακό» έκανε την πειραγμένη η Μάρω.  «Έπρεπε να σας αφήσω μόνους και να φύγω »


«Χμμμ... Δεν θα ήταν άσχημη ιδέα...» απάντησε η Νάντια. 


Κοίταξαν η μία την άλλη και έβαλαν τα γέλια. 


«Ας το καλό !» σκέφθηκε η Μάρω... «πιάνω μία μουρλή που δεν τη ξέρω μέσα στο σπίτι του Παύλου, ακούω ένα σωρό απίθανα, πλακώνουμε κάτι τύπους και τώρα γελάμε σαν καλές φίλες ! Και όλα αυτά σε λιγότερο από μία ώρα ! Θέλω γιατρό !!»