Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

1000 METPA / ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14.


Σημείωση : Δύο περιλήψεις για να σας βοηθήσουν, μία πριν από το τι γίνεται με την Νάντια και την Μάρω, και μία περίληψη πριν το τι γίνεται με τον Παύλο, την Eneninda (τελικά επεκράτησε το λατινικό !) και την παρέα της.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ

«Λοιπόν όπως έλεγα» είπε η Νάντια χαμογελαστά, «δεν τα πήγαμε άσχημα... Και βοήθησες πολύ σε αυτό...Περισσότερο από ότι περίμενα...» 
«Προσπάθησα, αλλά θέλω εξάσκηση» είπε η Μάρω κολακευμένη. «Αλλά αυτόν στο τέλος, δεν τον σκότωσες, τον άφησες  να φύγει» 
«Δεν σκοτώνω χωρίς λόγο. Μπορούσα να τον αιχμαλωτίσω, αλλά και πάλι... τι να τον έκανα ; δεν ξέρει κάτι που δεν το ξέρω ήδη ή που δεν θα το μάθω σε λίγο. Άσε που...»
«Τι ;»                                                                                       
 «Μπορεί να έκανε τον σκληρό αλλά ήταν ψηλός, δεμένος, με ωραία μαύρα μάτια... τα πρόσεξες ;»       
«Όχι ! Συγνώμη που είχα το μυαλό μου στο να τον εμποδίσω να μας κάνει κακό» έκανε την πειραγμένη η Μάρω.  «Έπρεπε να σας αφήσω μόνους και να φύγω »                                                                  
 «Χμμμ... Δεν θα ήταν άσχημη ιδέα...» απάντησε στο ίδιο πειρακτικό ύφος η Νάντια.  
Κοίταξαν η μία την άλλη και έβαλαν τα γέλια. «Ας το καλό !» σκέφθηκε η Μάρω... «πιάνω μία μουρλή που δεν τη ξέρω μέσα στο σπίτι του Παύλου, ακούω ένα σωρό απίθανα, πλακώνουμε κάτι τύπους και τώρα γελάμε σαν καλές φίλες ! Και όλα αυτά σε λιγότερο από μία ώρα ! Θέλω γιατρό !!» 

Αθήνα - Σπίτι Παύλου

Η Νάντια έστειλε ένα μήνυμα με το κινητό της και μετά άλλο ένα.  «Έλα, φεύγουμε !» είπε μετά στην Μάρω. «Ούτε εγώ ξέρω ποιοί θα είναι σε λίγα λεπτά εδώ. Κανονικά πρέπει να έρθουν δικοί μας να καθαρίσουν, αλλά ποτέ δεν ξέρεις»

Σε μισό λεπτό κατέβαιναν τις σκάλες. Φθάνοντας στην είσοδο της πολυκατοικίας η Νάντια σταμάτησε. «Πρόσεξε !» είπε σιγά στην Μάρω. «Δεν πρέπει να έρχονται πάλι, όχι τόσο γρήγορα. Αλλά δε θέλω να το ρισκάρω. Μπορεί να έχουν και κανένα νανορομποτ να μας παρακολουθεί αλλά για αυτό δε μπορώ να κάνω τίποτα αυτή τη στιγμή»


«Και αν μας παρακολουθούν όπως λες ; Θα μας βρούνε !»


«Μπορούν να μας βρουν αλλά δεν είναι τόσο απλό. Πρέπει να το ρισκάρουμε. Θα είμαστε προσεκτικές. Υπάρχουν νανοσυσκευές που εντοπίζουν άλλες νανοσυσκευές και τις εξουδετερώνουν. Αλλά δεν έχω τώρα. Δεν τις δίνουν και στα περίπτερα»


«Και τι κάνουμε ; » ρώτησε η Μάρω ανήσυχη.   


«Προσέχουμε. Μπορεί να έκαναν και στην αστυνομία κανένα τηλέφωνο. Αν είναι έτσι θα περιμένουν δύο γυναίκες. Πήγαινε μπροστά, θα σε ακολουθώ, λίγα μέτρα πίσω σου θα είμαι. Στάσου ! Ξέρεις που πας ;»


«Μακριά από εδώ»


«Δε φτάνει. Πάμε σε ένα κρυσφήγετο μου. Θα στρίψεις στο πρώτο δρόμο δεξιά όπως βγούμε και ύστερα από 100 μέτρα περίπου θα βρεις το 22. Δεν έχει θυρωρό, η πόρτα είναι ακόμα ανοιχτή»


«Εντάξει. Και μετά ; Σε περιμένω μέσα από την πόρτα της πολυκατοικίας ;»


«Όχι. Μπες στο άνετο και πάρε το ασανσέρ για τον πέμπτο. Κατέβα σιγά σιγά με τα πόδια στο δεύτερο. Χτύπα στο διαμέρισμα που είναι απέναντι από το ασανσέρ. Θα έχω έρθει και θα σου ανοίξω. Κατάλαβες ;»


«Δεν είναι και δύσκολο. Το σπίτι σου είναι εκεί ή μένουν κι άλλοι ; Το ξέρει και ο Παύλος αυτό το σπίτι ; Δεν μου είπες ακόμα που είναι...»


«Τώρα όλα ; Καθυστερείς και πρέπει να γίνουν πολλά. Φεύγα !»

Η Μάρω έφυγε μπροστά με τις αισθήσεις της σε επιφυλακή. Μετά τις κουβέντες της Νάντιας περίμενε περιπολικά να σταματούν μπροστά της ή τύπους από το παρόν και το μέλλον να της ορμάνε ξαφνικά.

Τίποτα όμως περίεργο δεν έγινε. Στρίβοντας στη γωνία όπως της είπε η Νάντια έριξε μία κλεφτή ματιά πίσω της. Η ξανθή αμαζόνα ήταν πράγματι μερικά μέτρα πίσω της, περπατούσε και εκείνη αδιάφορα. Η Μάρω βρήκε το 22, μπήκε στο ασανσέρ και ανέβηκε στον πέμπτο. Όταν βγήκε δεν υπήρχε ψυχή, ούτε τίποτα ακουγόταν. Άρχισε να κατεβαίνει με προσοχή τις σκάλες. Στο δεύτερο όροφο η ίδια ησυχία. Χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος απέναντι από το ασανσέρ όπως της είχε πει η Νάντια. «Είναι η μέρα μου να χτυπώ κουδούνια και να μου ανοίγει αυτή η μουρλή που λέει ότι είναι από το μέλλον !» σκέφθηκε και γέλασε.

Η πόρτα άνοιξε και το χαμόγελο της Μάρως πάγωσε στα χείλια της.

«Πέρασε μέσα !» άκουσε την Ελίνα να της λέει με ένα ψυχρό χαμόγελο. «Και χωρίς κουταμάρες έτσι ; δε θέλεις να πάθεις τίποτα... Βήμα δε θα προλάβεις να κάνεις και αυτό τουλάχιστον πρέπει ήδη να στο είπε η Νάντια. Αν πάλι καταλάβω ότι πας να φωνάξεις θα τσακίσω τον όμορφο λαιμό σου πριν προλάβεις να βγάλεις άχνα»

Βολιβία. Camino de la muerte. ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ

Οι κόνδορες έγιναν πέντε και πετάνε από πάνω μας !" είπε  ο Κάσα από την άλλη πλευρά της σπηλιάς. "Έρχονται και δύο αυτοκίνητα από αντίθετες διευθύνσεις κατά δώ. Μάλλον δικά τους είναι"

Η Eneninda σηκώθηκε από το βράχινο παγκάκι και προχώρησε προς την είσοδο της σπηλιάς. "Για να δοκιμάσω κάτι" είπε στον Κάσα.
"Σβήστε τους πυρσούς και κρατείστε μόνο ένα κερί σε κάθε σημείο !" ακούστηκε ο Μαουρίτσιο. "Όλες οι συσκευές εκτός, μόνο στην είσοδο θα την χειρίζεται η Ενενίνντα όσο χρειάζεται. Και μη μιλάτε μέχρι να σας πω. Μόνο σημειώματα και νεύματα. Δεν ξέρουν που ακριβώς είμαστε, θα επιτεθούν πάλι σε όλη την περιοχή σκανάροντας την ταυτόχρονα.... Όπλα στα χέρια, μπορεί να μείνουμε ξαφνικά χωρίς ένα τοίχο ή χωρίς ταβάνι με τους κόνδορες πάνωθε μας !"

Η σπηλιά βυθίστηκε στο απόλυτο σχεδόν σκοτάδι. Το σώμα της Ενενίνντα αχνοφάνηκε, ο Κάσα σηκώθηκε παραχωρώντας της την θέση του.  Ο Πάυλος κρατούσε φοβισμένος και την αναπνοή του. Τόσα πολλά... σε τόσο λίγο χρόνο... τι να πρωτο-αφομοιώσει...

Ο δυνατός κρότος ήρθε έξαφνα και τους ξεκούφανε, η σπηλιά άρχισε να τρέμει...

Χώματα άρχισαν να πέφτουν από την οροφή,ένα κομμάτι βράχου ξεκόλλησε και έπεσε στα πόδια του Αμάρο. Ο Παύλος κοίταξε έντρομος γύρω του. Η γή χόρευε, χόρευε άσχημα και θανατηφόρα... με μουσική υπόκρουση κάτι που δεν ακουγόταν αλλά τους ζάλιζε, τους τρύπαγε το κρανίο, τους έφερνε εμετό...

«Έχουν συσκευές υποήχων μαζί τους» ακούστηκε η φωνή της Eneninda. Ακουγόταν φοβισμένη. 

«Δε μπορώ να κάνω τίποτα με τους κόνδορες και η σπηλιά δε θα αντέξει ακόμα για πολύ»

 «Εneninda παράτα τα !» ακούστηκε η φωνή του Μαουρίτσιο. "Ρύθμισε την πυροδότηση ένα λεπτό μετά που η σπηλιά θα καταρρεύσει. Δεν πρέπει να βρουν τίποτα. Κάσα, Αμάρο ετοιμάστείτε, πάρτε και τον ξένο, φεύγουμε !»

Σε μισό λεπτό είχαν μαζευτεί στο πίσω μέρος της σπηλιάς. Ο Μαουρίτσιο έριξε μία ματιά να σιγουρευτεί ότι όλοι ήταν εκεί και μετά με την κάνη του όπλου του πίεσε τον βράχο πάνω του σε ένα ορισμένο σημείο. Ακούστηκε ένα "κρακ" και ο βράχος πάνω τους λες και σχίστηκε στα δυο. Μία σκοτεινή τρύπα περίπου ένα τετραγωνικό μέτρο έχασκε σαν ένα στόμα έτοιμο να τους καταπιεί.

Ένα πιό δυνατό τρέμουλο της σπηλιάς έκανε τον Κάσα να χάσει σχεδόν την ισορροπία του. Μικρά κομμάτια βράχια έπεφταν πια από παντού. Και αυτό το πράγμα που δεν ακουγόταν αλλά έφερνε πονολέφαλο και αναγούλα...

Ο Κάσα έκανε με τα χέρια του στήριγμα, ο Αμάρο πάτησε στα χέρια του και πετάχτηκε πάνω, σε μισό λεπτό είχε χαθεί στο σκοτάδι πάνωθε τους. Ένα αχνό φως φάνηκε καθώς ο Αμάρο άναψε ένα πυρσό.

Η Eneninda ανέβηκε μετά, στηριζόμενη και στον Μαουρίτσιο. Μετά ανέβασαν τον Παύλο τη στιγμή που μία τρίτη ακόμα ποιό δυνατή σεισμική δόνηση έκανε μεγάλα κομάτια βράχια να πέσουν κοντά στην είσοδο. Ο Παύλος είδε μπροστά τους, όσο του επέτρεπε το φως του πυρσού, ένα μακρύ και στενό διάδρομο. Ο Μαουρίτσιο τους ακολούθησε και ξαπλώνοντας στο διάδρομο έβγαλε τα χέρια του για να πιαστεί ο Κάσα. Με ένα τίναγμα ο Κάσα τα έπιασε και μετά ο αρχηγός τους τον τράβηξε πάνω, ενώ μία συσκευή ακούστηκε να σπάζει καθώς ένα μεγάλο κομμάτι βράχου έπεσε πανω της.  

Ο Αμάρο πάτησε τον βράχο δίπλα του σε κάποιο σημείο και το άνοιγμα κάτω τους έκλεισε. Ο Παύλος πήγε να πάρει μία ανάσα ανακούφισης αλλά η φωνή του Μαουρίτσιο τον έφερε στην  πραγματικότητα. «Γρήγορα, δεν είμαστε ασφαλείς, πρέπει να απομακρυνθούμε»

Άρχισαν να τρέχουν σκυφτοί, ένας ένας, ο διάδρομος ήταν στενός, δυό δίπλα δίπλα δεν χωρούσαν. Και εδώ το έδαφος έτρεμε, και εδώ οι υπόηχοι τους τρύπαγαν το κρανίο αλλά η ελπίδα ότι γλυτώνουν, ότι φεύγουν, τους έδινε κουράγιο. Ο Παύλος πήγε να πέσει δυό φορές αλλά τον κράτησε ο Αμάρο που ήταν πίσω του.

Πόση ώρα έτρεχαν ο Παύλος δεν μπόρεσε να υπολογίσει. Κάποια στιγμή όμως ο Κάσα που προπορευόταν σταμάτησε και ο Παύλος παραλίγο με τη φόρα του να τον ρίξει κάτω.

«Φτάσαμε στην έξοδο», γύρισε και είπε στον Παύλο, «είμαστε περίπου ενάμιση χιλιόμετρο πιό πέρα. Υπάρχει ένα μονοπάτι και ένα πλάτωμα. Είναι γυμνό, περίπου πεντακόσια μέτρα, ήταν να γίνει ο δρόμος από εδώ αλλά τελικά άλλαξαν γνώμη. Σε αυτά τα πεντακόσια μέτρα είμαστε εκτεθειμένοι και σε πυρά, αν μας πάρουν χαμπάρι και σε κόνδορες από πάνω μας. Μετά μέσα στο δάσος είναι κάπως καλύτερα τα πράγματα. Θα περνάμε το πλάτωμα ένας ένας, μη δίνουμε στόχο. Ακολούθα μας !»

«Η Σπηλιά ;»


«Μπορεί να μην ανατινάχτηκε» απάντησε ο Κάσα. «Όπως όλα γκρεμίζονταν και με τους υπόηχους κάτι μπορεί να πήγε στραβά. Ή να άντεξε τελικά. Θα δουμε αργότερα. ». 


Ο Κάσα γύρισε και εξαφανίστηκε στο φως της μέρας που τον τύφλωσε για μια στιγμή. Ύστερα από δυό τρία λεπτά ο Παύλος ένοιωσε τον Αμάρο να τον τον σκουντά απαλά... "Σειρά σου. Όσο πιο γρήγορα μπορείς» του είπε. «φτερά στα πόδια !»

Ο Παύλος τινάχτηκε μπροστά, είδε ένα χωμάτινο πλάτωμα, δένδρα γύρω του, ένας γκρεμός αριστερά του που δεν φαινόταν πόσο κάτω πήγαινε και φως, πολύ φως. Οι άλλοι δεν φαινόντουσαν.  Άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε... Χώμα κάτω, φως παντού, δέντρα μπροστά...

Τριακόσια περίπου μέτρα πάνω του ο τεράστιος κόνδορας ζυγίστηκε λες στον άερα, έκλεισε τα φτερά του και άρχισε να πέφτει σαν βολίδα...

Συνεχίζεται...

Και για όσες και όσους θέλουν να αλλάξουν εντυπώσεις, υπάρχει η μίνι έκθεση ζωγραφικής στην προηγούμενη ανάρτηση. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου