Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

1000 μέτρα - 16


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16.

Περίληψη προηγουμένων : Το κινητό της Μάρως χτύπησε. «Σε ένα λεπτό θα δεις λίγο πιο μπροστά σου να σταματά ένα σκούρο μπλε Όπελ» άκουσε μία άγνωστη ανδρική φωνή. Άνοιξε την πόρτα και μπες μέσα»

Δυό μέτρα πίσω από την Μάρω, χτύπησε και το κινητό της κοκκινομάλλας που την παρακολουθούσε μαζί με τους δύο άνδρες. «Ετοιμάζονται να την μαζέψουν» ακούστηκε η ψυχρή φωνή της Ελίνας. «Ακτίνες αποτροπής ! Τώρα !»

Αθήνα. Κοντά στο σπίτι της Νάντιας.

Η Μάρω έκλεισε το κινητό της προβληματισμένη.  Ποιός ήταν άραγε ο άνδρας που την πήρε τηλέφωνο ; Που βρήκε τον αριθμό του κινητού της ; Κι αν δεν επρόκειτο για βοήθεια αλλά ήταν απλώς μία παγίδα ;

Κοίταξε γύρω της. Είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται σύρριζα με το πεζοδρόμιο. Δεν πρόλαβε όμως να δει κάτι άλλο. Πρόλαβε και είδε μία γαλάζια λάμψη και μετά όλα έσβησαν γύρω της.
...

«Συνέρχεται !» άκουσε η Μάρω μία άγνωστη φωνή να λέει. άνοιξε τα μάτια της. Βρισκόταν σε ένα άγνωστο χώρο. Συσκευές με πολλά φωτάκια και οθόνες, υπολογιστές, δύο γυναίκες να πηγαινοέρχονται  να τις χειρίζονται και να λένε κάτι ακαταλαβίστικα σε αυτήν,  η μία νεαρή μικρότερη της, η άλλη μεγαλύτερη. Και η Νάντια να την πλησιάζει χαμογελαστή...

«Μη σηκωθείς απότομα... ηρέμησε... όλοι φίλοι είναι εδώ, είσαι σε καλά χέρια» της είπε η Νάντια.

«Τι έγινε ;» μουρμούρισε καθώς έπιανε το χέρι της Νάντιας για να κάτσει στον πάγκο που την είχαν βάλει. «θυμάμαι μία λάμψη, γαλάζια... μετά δε θυμάμαι... λιποθύμησα ;»

 «Θα τα πούμε όλα... πήγαινε στο μπάνιο να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου, σε εκείνη την πόρτα δεξιά... μετά θα πιείς ένα καφέ και θα μιλήσουμε...»

... Πέντε λεπτά αργότερα η Μάρω έπινε τον καφέ που της πρόσφερε η Νάντια, καθισμένη σε ένα τραπέζι, απέναντι της. «Τελικά εσείς στο μέλλον από καφέ...δεν...» είπε πειράζοντας τη νέα της φίλη. «Έλα μη κατσουφιάζεις, είναι απλώς πολύ δυνατός» μουρμούρισε σφίγγοντας το χέρι της Νάντιας. «Κάτι τέτοιο χρειαζόμουν υποθέτω... Λοιπόν λέγε μου... καιρός να μάθω...»

«Ρώτα και θα σου πω...» της είπε  χαμογελώντας η Νάντια. « Όσα προλαβαίνουμε δηλαδή γιατί σε λίγο φεύγουμε και από εδώ... Θα το πούμε και αυτό...»

«Που είμαι ;»

«Στο διαμέρισμα της δίδυμης αδελφής μου της Κάλι. Σου έχω μιλήσει για αυτήν... Πήρε τον Παύλο παρά την θέληση του πριν λίγες ώρες και τηλεμεταφέρθηκαν  σε άγνωστη κατεύθυνση. Εκμεταλλευόμενοι τα ενεργειακά πεδία των κεραυνών, σου είπα δυό λόγια για αυτό όταν είμαστε στο διαμέρισμα του Παύλου.  Από εδώ έφυγε η Κάλι με τον Παύλο... η Ισμήνη και η Ράλια ψάχνουν μπας και καταφέρουν να βρουν που πήγαν. Δύσκολη δουλειά αλλά η Κάλι βιαζόταν, μπορεί να άφησε ίχνη»

«Έπιασαν τον Παύλο, τον πήραν» σκέφθηκε η Μάρω. Τον λυπόταν, νοιαζόταν γι αυτόν, ήθελε να τελειώσει όλη αυτήν η φριχτή και για τους δύο περιπέτεια που ανακάτεψε έτσι ξαφνικά τις ζωές τους... Όμως... Κάτι έλειπε μέσα της...έπρεπε να τον δει, να μιλήσουν, να καταλάβει πως νοιώθει κι εκείνος... πως ένοιωθε και αυτή...

«Η γαλάζια λάμψη...» ρώτησε τελικά οδηγώντας τις σκέψεις της αλλού «... το τηλεφώνημα...»

«Το τηλεφώνημα στο κινητό σου ήταν από τον Ερμή, τον αρχηγό της ομάδας μας στη δική σας εποχή. Ακόμα και εγώ που είμαι επικεφαλής της όλης αποστολής τον συμβουλεύομαι. Είναι πενήντα χρόνια εγκλωβισμένος  στην εποχή σας. Και για αυτόν σου έχω μιλήσει»

«Α ναι... Ο Terminator !» είπε η Μάρω χαμογελώντας. «και η λάμψη ;»

«Αυτοί από πίσω σου... Η Ελίνα παρακολουθούσε τις επικοινωνίες μας και τους ειδοποίησε ότι ερχόμαστε. Έριξαν ακτίνες αποτροπής να μας σταματήσει. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι υπήρχε και δεύτερη ομάδα εκτός από την ομάδα του Ερμή. Ξέραμε ότι μπορεί να μας παρακολουθούν και τους παγιδέψαμε»

«Δηλαδή... χαμός έγινε !»

«Οι τρεις που έρχονταν πίσω σου αιχμαλωτίστηκαν. Τους τρεις νεαρούς που σε συνόδευαν τους ναρκώσαμε και μετά τους κάναμε μόνιμη ύπνωση όσο αφορά το τι έγινε αυτά τα δύο λεπτά που κράτησε η συμπλοκή μας με την ομάδα της Ελίνας. Τώρα θυμούνται  ότι έφυγες με ταξί. Δεν θα έχουν κανένα πρόβλημα. Εσένα σε υπνωτίσαμε παροδικά για να μη βάλεις τις φωνές και σε φέραμε εδώ. Δεν θα το θυμάσαι»

«Τίποτα δε θυμάμαι μετά την λάμψη. Και εσύ πως ξέφυγες»

«Η Ελίνα με τους τρεις μπήκαν στο σπίτι μου δευτερόλεπτα πριν χτυπήσεις το κουδούνι. Νόμιζα ότι είσαι εσύ και άνοιξα. Λάθος μου, έπρεπε να είχα ελέγξει ποιός ήταν. Όταν χτύπησες εσύ την πόρτα με είχαν ήδη ρίξει αναίσθητη. Όμως μία δικιά μας νανοσυσκευή παρακολούθησης πρόλαβε και έστειλε σήμα στον Ερμή, πριν την εντοπίσουν. Όταν η ομάδα που έστειλε ο Ερμής μπήκε στο σπίτι μου, ήταν η Ελίνα μόνη της. Οι άλλοι τρεις της δικιάς της ομάδας είχαν ξεχυθεί πίσω σου.»

«Φτηνά τη γλύτωσες !» είπε ανακουφισμένη η Μάρω. Χαιρόταν τόσο που αυτή η ξανθιά κούκλα από το μέλλον είχε γλυτώσει, καθόταν τώρα απέναντι της και μιλούσαν πίνοντας καφέ... «από το μέλλον ;» απόρησε με την ίδια τη σκέψη της. «Ναι, είναι τόσο παλαβά όλα αυτά που μου λέει... που τελικά την πιστεύω...»

«...Στην ομάδα που ήρθε να με γλυτώσει...» συνέχισε η Νάντια ενώ κατσούφιαζε, «ήταν τρεις κοπέλες...οι δύο από την εποχή μου και η μία από εδώ, δικιά σας. Την δικιά σας την σκότωσε η Ελίνα και έσπασε το πόδι της μίας από την εποχή μου. Η τρίτη πρόλαβε και με ελευθέρωσε και τότε η Ελίνα το έσκασε.... Είχε να κάνει με εμένα που είμαι στο ίδιο επίπεδο ή καλύτερη της στο Ράε Τουν και με μία ακόμα που επίσης το ξέρει καλά. Δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μαζί μας, και το έσκασε πάλι. Η Ελίνα μπλέκεται σε μάχη μόνο όταν οι πιθανότητες είναι να κερδίσει»

«Σκότωσε μία...» είπε η Μάρω ανατριχιάζοντας και σφίγγοντας πάλι το χέρι της Νάντιας. «Όλο σκοτώνει... Και ο κόσμος, εκεί που με ελευθερώσατε ;»

«Δυό άσχετοι ήταν κοντά και αυτοκίνητα περαστικά. Βράδυ, σε μία πόλη που οι περισσότεροι δεν θέλουν να ανακατευθούν σε τίποτα. Και να πουν ότι είδαν κάτι που κράτησε τόσο λίγο... τρελούς θα τους βγάλουν. Όσο για το διαμέρισμα του Παύλου, φρόντισε η Ελίνα και έστειλε καθαριστές. Εμείς στείλαμε στο δικό μου σπίτι. Δεν υπάρχει πλέον τίποτα ανησυχητικό εκεί»

«Καλά πόσοι καθαριστές, όπως τους λες, έχει φέρει κάθε ομάδα ;»

«Τους ίδιους έχουμε. Έχουν ορκισθεί ότι θα είναι ουδέτεροι και είναι. Οι παραβάτες ακρωτηριάζονται και καίγονται στα ιερά όρη του Τρίλμπερ, 215 έτη φωτός από εδώ...  Φριχτός θάνατος, πίστεψε με. Από τότε που έγινα έφηβη δε θυμάμαι περίπτωση να έχουν παραβιάσει καθαριστές τον όρκο τους. Λοιπόν... τέρμα η ανάκριση προς το παρόν...» είπε η Νάντια βλέποντας την μία κοπέλα  να της κάνει νόημα. 

«Κάτι βρήκε η Ισμήνη, πάω να δώ. Πιες τον καφέ σου»

Βολιβία. Άνδεις. Κοντά στο "Εl camino de la muerte»

Περίληψη προηγουμένων : «Μας τίναξαν και έφυγαν» είπε η Κάλι στο κινητό της. «Μόνο εγώ γλύτωσα. Δεν πρέπει να είναι μακριά. Όχι, δεν χρειάζεται να τους κυνηγήσουμε» είπε με ένα κακό χαμόγελο. «Ελάτε να με πάρετε... Ξέρω που πάνε... Αν έρθετε γρήγορα θα είμαστε εκεί πριν από αυτούς και θα τους περιμένουμε...»

Η διαδρομή μέσα στα δάση ήταν μαγευτική. Ο Παύλος κάτω από άλλες συνθήκες θα την απολάμβανε. Τώρα προχωρούσε γρήγορα, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, προσπαθώντας να μη μείνει πίσω, να μη τους καθυστερεί. Αυτό όμως όσο πέρναγε η ώρα γινόταν όλο και πιό δύσκολο.

«Κατάπιε αυτό» του είπε η Eneninda που περπατούσε δίπλα του. Του έδωσε ένα καφέ χάπι, σαν μεγάλη παστίλια ήταν. Το στιγμιαίο άγγιγμα των χεριών τους έκανε τον Παύλο να ριγήσει.

«τι είναι ;»

«Παστίλια για το ύψος. Δεν είσαι μαθημένος σε λίγο οξυγόνο. Κάτι πρέπει να σου έδωσε η Κάλι πριν ξεκινήσετε αλλιώς ούτε μέχρι εδώ θα άντεχες» . Ο Αμάρο που ερχόταν από πίσω τους έβγαλε ένα μπουκάλι νερό από το σακίδιο που είχε στην πλάτη του και του έδωσε να πιεί μία γουλιά. 

«Δεν μας ακολουθούν ;» ρώτησε ο Παύλος προσπαθώντας να μη χάσει το ρυθμό του.

«Όχι !» είπε ο Μαουρίτσιο που τον άκουσε. «Και αυτό δεν είναι καλό ! Θα έπρεπε να ήταν ξωπίσω μας, να τους ακούγαμε, να βλέπαμε τους κόνδορες τους ψηλά... Κάτι μαγειρεύουν»

Η Eneninda αντάλλαξε μία ματιά με τον Αμάρο... Κάτι πήγε να πει στον αδελφό της , αλλά μετά σαν να το μετάνοιωσε. «Άλλο ένα ερώτημα με τα χίλια που έχω μαζεμένα» σκέφθηκε ο Παύλος που παρακολούθησε τη σκηνή. «δεν μου τα λένε όλα. Περπατάω μέσα στα δάση με ανθρώπους που δεν ξέρω, χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα. Τρέλλα ! Και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για αυτό»

Κάποια στιγμή η ομάδα έκοψε το ρυθμό της. Είχαν φτάσει σε ένα πλάτωμα. Ένας χωμάτινος δρόμος ερχόταν από το άγνωστο και χανόταν πεντακόσια μέτρα πιο κάτω.

«Πάλι τρέχουμε ;» ρώτησε ο Παύλος βλέποντας το πλάτωμα.

 «Όχι. Αυτή τη φορά περιμένουμε. Τον Αμάρο»

Ο Παύλος κοίταξε πίσω του, ο Αμάρο δεν ήταν πιά μαζί τους. «Κάποια στιγμή είχε απομακρυνθεί και δεν τον πήρα χαμπάρι» σκέφθηκε.

Άραξαν σε κάτι δέντρα, πολύτιμο διάλειμμα για τον Παύλο που είχε κουραστεί. Πέντε λεπτά αργότερα ένα μεγάλο καφέ station wagon σταμάτησε στο πλάτωμα. Ο Βολιβιανός οδηγός τους καθόταν στο τιμόνι.  Σε μισό λεπτό είχαν μπει μέσα. Ο Μαουρίτσιο κάθισε δίπλα στον Αμάρο, η Eneninda με τον Παύλο και τον Κάσα κάθησαν πίσω.

«Η λιμουζίνα μας» είπε η Eneninda . «Πως λένε για τους ναυτικούς ; Μία γυναίκα σε κάθε λιμάνι ! Ε, ο Αμάρο έχει μία αυτοκινητάρα  σε κάθε δάσος να μας περιμένει !»

«Που τις βρήκες ;» ρώτησε ο Παύλος

«Τις κλέβω !» απάντησε ο Βολιβιανός με φυσικότητα. «Μας χρειάζονται. Έχω κρησφύγετα σε πολλά μέρη. Τις κρύβω σε σπηλιές, τις σκεπάζω με μουσαμά, μετά με φυλλωσιές και μετά ή τις φέρνω εγώ πίσω ή ο αδελφός μου»

«Και μία φορά η σπηλιά έγινε φωλιά για αρκούδες !» είπε γελώντας ο Μαουρίτσιο. «Αυτό δεν του το είπες ! Ούτε για τα φίδια που βρήκες πέρισυ στο πορτ μπαγκάζ» 

Ασυναίσθητα ο Παύλος κοίταξε κάτω. «Αυτό μας έλειπε» σκέφτηκε.

«Μη φοβάσαι» του είπε η Eneninda γελώντας. «Είχε ξεχάσει ο αδελφός του να ενεργοποιήσει  τον πομπό  υπερήχων απώθησης που δεν αφήνει τίποτα να πλησιάσει. Τώρα είμαστε εντάξει».

Ο Αμάρο οδηγούσε κάπου μία ώρα. Ο Παύλος ένοιωσε ότι κατέβαιναν. Πέρασαν δύο μικρά χωριά που πρέπει όμως να συγκέντρωναν τουρίστες, ο Παύλος πρόλαβε να δει τα δύο μικρά Πούλμαν σε ένα από αυτά. Και ο δρόμος έγινε καλύτερος.

«Μόλις πέρασαν» είπε ο οδηγός του ενός πούλμαν στο κινητό του. «Ναι, γνώρισα τον Αμάρο, αυτός οδηγούσε, δίπλα του ένας άλλος. Ο ξένος που ψάχνετε καθόταν πίσω, ανάμεσα σε μία ντόπια και έναν που δεν είδα καλά. Τι θέλετε να κάνω ; να πω στην τοπική ομάδα της Λα Παζ να τους περιμένει ;»  

«Όχι !» απάντησε η Κάλι. «Έχω άλλα σχέδια»

Συνεχίζεται... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου