Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

1000 μέτρα - 17


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

Αθήνα. Στο σπίτι της Κάλι.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ

«Δυό άσχετοι ήταν κοντά εκεί που σε πήραμε και αυτοκίνητα περαστικά. Βράδυ, σε μία πόλη που οι περισσότεροι δεν θέλουν να ανακατευθούν σε τίποτα. Και να πουν ότι είδαν κάτι που κράτησε τόσο λίγο... τρελούς θα τους βγάλουν. Όσο για το διαμέρισμα του Παύλου, φρόντισε η Ελίνα και έστειλε καθαριστές. Εμείς στείλαμε στο δικό μου σπίτι. Δεν υπάρχει πλέον τίποτα ανησυχητικό εκεί»
«Καλά πόσοι καθαριστές, όπως τους λες, έχει φέρει κάθε ομάδα ;»
«Τους ίδιους έχουμε. Έχουν ορκισθεί ότι θα είναι ουδέτεροι και είναι. Λοιπόν... τέρμα η ανάκριση προς το παρόν...» είπε η Νάντια βλέποντας την μία κοπέλα  να της κάνει νόημα. «Κάτι βρήκε η Ισμήνη, πάω να δώ. Πιες τον καφέ σου»

H Νάντια μίλησε αρκετή ώρα με τις δύο κοπέλες που την βοηθούσαν. Της έδειχναν κάτι φωτεινά ίχνη σε μία μεγάλη οθόνη συσκευής που έμοιαζε με οθόνη ραντάρ, όπως τουλάχιστον της είχε δει η Μάρω σε ταινίες, μετά γράμματα και σειρές αριθμών στην οθόνη ενός υπολογιστή συνδεδεμένου με καλώδια με μερικές από τις συσκευές που έβλεπε. Κατά διαστήματα μιλούσαν σε μία γλώσσα που ή Μάρω δεν την καταλάβαινε ούτε θυμόταν να την είχε ακούσει ποτέ. 

«Σε μισή ώρα περίπου φεύγουμε» είπε η Νάντια γυρίζοντας ύστερα από λίγο. Με το που είδε την Μάρω κατάλαβε πως κάτι την απασχολούσε. 

«Φεύγουμε ;» είπε η Μάρω με κάποια ένταση στη φωνή της. «Φεύγουμε ποιοί και πάμε που ;»

«Εσύ και εγώ. Οι άλλοι πρέπει να κάτσουν εδώ. Είναι πολλά που πρέπει να γίνουν ακόμα. Όσο για το που πάμε... δεν θα σε ενθουσιάσει αυτό που θα σου πω... Πρέπει να πάμε...»

«Δεν με ενδιαφέρει που πρέπει να πάς» την έκοψε η Μάρω. «Είναι δικός σου πόλεμος και λυπάμαι που στο λέω, δεν με αφορά ! Συνεχίστε ότι κάνετε, εγώ φεύγω. Θέλω να πάω να κάνω ένα μπάνιο, να χαλαρώσω. Aύριο το πρωϊ πρέπει να πάρω τους γονείς μου τηλέφωνο, να μιλήσω με ένα πελάτη που θα τον δω αργότερα στα δικαστήρια, αν προλάβω να πάρω καμιά φίλη μου τηλέφωνο, να κοιτάξω λίγο και τα προσωπικά μου, να κάνω μερικές αναγκαίες δουλειές...  Έχω ζωή εδώ, το καταλαβαίνεις ; Αρκετά έτρεχα μαζί σας παίζοντας το κεφάλι μου»

«Νόμιζα πως σου είχα πει αρκετά, πως είχαμε γίνει φίλες» είπε η Νάντια πιάνοντας απαλά το χέρι της και κοιτώντας την στα μάτια. « «Άσε με να σου εξηγήσω»

«Δεν θέλω να μου εξηγήσεις τίποτα !» είπε η Μάρω τραβώντας απότομα το χέρι της. «Και μη μου κάνεις κόλπα με τα μάτια σου πάλι ! Μη με εμποδίσεις ! Πρέπει να με αφήσεις να φύγω, μόνο με το ζόρι θα με κρατήσεις, αυτό θέλεις ;»

«Το τι θέλω δεν έχει σχέση» είπε η Νάντια ήρεμα. «πρέπει να σου σώσω τη ζωή και δεν το καταλαβαίνεις. Αν φύγεις κινδυνεύεις. Σε έχουν συνδέσει μαζί μου. Σε θεωρούν συνεργάτη μου. Έχουν αρκετούς πράκτορες εδώ, ούτε εγώ τους ξέρω όλους. Αν χωρίσουμε, ακόμα και αν φύγω μόνη και το μάθουν, θα σε θεωρήσουν ότι συνεργάζεσαι πλέον με το κλιμάκιο μας που έμεινε εδώ. Αυτό θέλεις ;»

«Δε με ενδιαφέρει τι λες !» είπε πεισμωμένα η Μάρω. «Δεν είναι δικός μου πόλεμος, στο είπα, δεν με αφορά ! Έφυγα !!»

Γύρισε να φύγει αλλά δεν έφτασε στην πόρτα. Ένοιωσε την Νάντια να της πιάνει το μπράτσο και να την παραλύει, εξαναγκάζοντας την να μείνει ακίνητη... Το επόμενο δευτερόλεπτο ή Νάντια ήταν μπροστά της. Το χέρι της ξανθιάς αμαζόνας άφησε το χέρι της αλλά έπιασε τρυφερά το κεφάλι της Μάρως εξαναγκάζοντας την να δει τη Νάντια στα μάτια.

«Δε θέλω να σου κάνω κακό» της είπε η Νάντια σιγά... «Σε ακινητοποιώ για να με ακούσεις. Οι εχθροί μου Μάρω είναι πλέον και δικοί σου εχθροί. Είναι αδίστακτοι, δεν είναι σαν και εμάς, δεν ρωτούν πολλά, σκοτώνουν... Αυτό θέλεις... για σένα, για τους δικούς σου ; κινδυνεύουν όλοι όσοι θα έρθεις σε επαφή μαζί τους»

«Και εσύ τι κάνεις τώρα ; Με έχεις ακινητοποιήσει με το βλέμμα σου, ετοιμάζεσαι να με απαγάγεις με το ζόρι ! Θέλω να φύγω και δεν με αφήνεις. Και στο κάτω κάτω... γιατί είμαι τόσο σημαντική ;»

«Σε βλέπουν σαν συνεργάτη μας, στο είπα ! Μετά την συμπλοκή στο σπίτι του Παύλου, θεωρούν ότι είχες προσκολληθεί σε αυτόν εκτελώντας αποστολή που σου είχαμε αναθέσει. Στα μάτια τους είσαι επίσης υπαίτια που δεν με εξουδετέρωσαν. Βοήθησες να τους εξουδετερώσω, βοήθησες να σκοτώσω τον Λότ που ήταν σημαντικός τους πράκτορας. Θες κι άλλα ;»

«Αν υπάρχουν κι άλλα, ναι, θέλω να τα μάθω» είπε η Μάρω.

Η Νάντια σταμάτησε για μια στιγμή να κοιτά τη Μάρω και κοίταξε την Ράλια  που ήταν δίπλα της. Μίλησαν για δυό λεπτά στην γλώσσα που η Μάρω δεν καταλάβαινε. Η Μάρω ένοιωσε ότι μπορούσε πάλι να κινηθεί αλλά δεν επιχείρησε τίποτα. Αν ήθελαν την σταματούσαν σε δευτερόλεπτα... και ίσως όχι τόσο φιλικά αυτή τη φορά.

«Αφού επιμένεις...» είπε η Νάντια τελικά... «Υπάρχει κάτι ακόμα, ίσως το σημαντικότερο... Ο Παύλος είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο για αυτούς. Όπως είναι και για μας. Τον βοήθησε μία άλλη ομάδα μας και το έσκασε, είναι μαζί τους τώρα ! Θα σε χρησιμοποιήσουν για να τον πιάσουν. Μετά τους είσαι άχρηστη, θα σε σκοτώσουν !»

«Παραμύθια !»

«Μάρω... τα ξέρω αυτά που σου λέω... Η Ράλια αντάλλαξε μηνύματα με την ομάδα που έχει τώρα τον Παύλο... Γι αυτό δεν μπορώ να σε αφήσω... Θα σε πιάσει η Κάλι με την Ελίνα και θα σε κάνουν όργανο τους για να τον πιάσουν. Έχουν τα μέσα και τις γνώσεις για να το κάνουν... Αν τον πιάσουν χωρίς την βοήθεια σου, τότε δεν θα σε χρειάζονται, απλώς θα σε σκοτώσουν για όλα τα άλλα που σου είπα πριν. Μόνο αν κρυφτείς κάπου, τουλάχιστον για λίγο... ».

«Ώστε για αυτό γίνεται όλη η ιστορία ;» είπε θυμωμένη η Μάρω διακόπτοντας την. «Και εσείς τον Παύλο θέλετε ; Εγώ είμαι το πιόνι για να τον έχετε του χεριού σας ; Ίδιοι είστε με τους άλλους ! Εγώ πιόνι δε γίνομαι κανενός !! Παράλυσε με αν θες ! Αλλιώς φεύγω ! » φώναξε και γύρισε προς την πόρτα.

«Κρίμα» είπε η Νάντια. Αυτό ήταν το μόνο που πρόλαβε να ακούσει η Μάρω πριν νοιώσει ένα μυρμήγκιασμα και όλα να σκοτεινιάζουν γύρω της. 

Η Νάντια έπιασε το αναίσθητο σώμα της Μάρως πριν πέσει κάτω και με την βοήθεια της Ράλιας το έβαλε με προσοχή σε ένα φαρδύ πάγκο. «Δέσε την μη πέσει» είπε στην Ισμήνη, παραμερίζοντας τρυφερά μία τούφα από τα μαλλιά της Μάρως και χαϊδευόντας της το μέτωπο. «Δε θέλω να πειράξω άλλο το νευρικό της σύστημα»

«Μη στεναχωριέσαι για τη νέα σου φίλη» είπε η Ισμήνη στην Νάντια. «Είναι πεισματάρα και εγωϊστρια. Της πείραξε που δεν έχει πρώτο ρόλο ! Θα της περάσει»

«Της έπεσαν πολλά μαζεμένα» είπε η Νάντια. «Άλλαξαν τόσα πράγματα στη ζωή της μέσα σε λίγες ώρες... Έχει όμως κουράγιο. Μου αρέσει αυτό»

«Όχι μόνο αυτό...» είπε η Ράλια πειρακτικά. 

«Δέστε την και ετοιμάστε τους κωδικούς μετάβασης» είπε η Νάντια αποφεύγοντας να δώσει συνέχεια στο πείραγμα της Ράλιας, δεν είχε διάθεση. «Πάω να δω αν ομαλοποιήθηκαν οι υπερχωρικές προβολές»

Η Ισμήνη άλλαξε μία ματιά με την Ράλια και χαμογέλασαν αλλά η Νάντια δεν τις είδε, ήταν ήδη μπροστά στην μεγάλη οθόνη.

Βολιβία. Περιοχή Λα Παζ, στην «Κοιλάδα των Κεραυνών»

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ 
Ο Αμάρο οδηγούσε κάπου μία ώρα. Ο Παύλος ένοιωσε ότι κατέβαιναν. Πέρασαν δύο μικρά χωριά που πρέπει όμως να συγκέντρωναν τουρίστες, ο Παύλος πρόλαβε να δει τα δύο μικρά Πούλμαν σε ένα από αυτά. Και ο δρόμος έγινε καλύτερος.
«Μόλις πέρασαν» είπε ο οδηγός του ενός πούλμαν στο κινητό του. «Ναι, γνώρισα τον Αμάρο, αυτός οδηγούσε, δίπλα του ένας άλλος. Ο ξένος που ψάχνετε καθόταν πίσω, ανάμεσα σε μία ντόπια και έναν που δεν είδα καλά. Τι θέλετε να κάνω ; να πω στην τοπική ομάδα της Λα Παζ να τους περιμένει ;» 
«Όχι !» είπε η Κάλι. «Έχω άλλα σχέδια»

O Παύλος προσπάθησε για μία ακόμα φορά να δει έξω αλλά δεν κατάφερε να δει και πολλά πράγματα. Καθισμένος ανάμεσα στον Κάσα και την Eneninda ένοιωθε το αμάξι να ανεβοκατεβαίνει σε δρόμους που τις περισσότερες φορές ήταν χωματόδρομοι, να περνούν μερικές φορές μέσα από μικρά χωριά, να περνούν μέσα από δάση, να βρίσκονται σε βουνοκορφές, να περιβάλλονται από πράσινο που όσο πέρναγε η ώρα γινόταν και πυκνότερο.

Ο Μαουρίτσιο ήταν σιωπηλός και κοίταζε έξω προσεκτικά, ο Παύλος ένοιωθε την ένταση του. Την τελευταία ώρα ο ουρανός είχε γεμίσει σύννεφα, έμοιαζε σα να είχε σουρουπώσει και το χειρότερο ταξίδευαν κάτω από βροχή που όλο και δυνάμωνε. Χονδρές σταγόνες βροχής έσκαζαν στο παρ-μπριζ του αυτοκινήτου χωρίς όμως από ότι φαινόταν να δυσκολεύουν τον Αμάρο που οδηγούσε ανέμελα κουβεντιάζοντας στα Ισπανικά με τον Κάσα.

 «Για ποδόσφαιρο λένε» ενημέρωσε η Eneninda τον Παύλο. «Αν τους ακούσεις να μαλώνουν μη σου φανεί παράξενο. Όλο έτσι κάνουν !».

«Είσαι όμορφη !» της ψιθύρισε ο Παύλος ανοιγοκλείνοντας τα χείλη του, ελπίζοντας ότι οι άλλοι δεν θα πρόσεχαν το άηχο κοπλιμέντο του. Η Eneninda όμως τον κατάλαβε και γέλασε κοιτώντας τον για μια στιγμή στα μάτια. Μετά γύρισε το κεφάλι της και αφοσιώθηκε να παρακολουθεί τη βροχή που έσκαγε στο τζάμι. 

Το αμάξι έκοψε ύστερα από λίγο ταχύτητα και σταμάτησε μπροστά σε ένα μία καλύβα που ξεφύτρωσε μέσα από τα δένδρα. «Φτάσαμε !» είπε ο Μαουρίτσιο. Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκε έξω κρατώντας ένα πιστόλι ενώ ο Κάσα τον μιμήθηκε, βγάζοντας το όπλο του. Ο Παύλος πήγε να βγει και αυτός αλλά ένοιωσε το χέρι της Eneninda να τον σταματά.

«Περίμενε, πρέπει να δουν πρώτα ότι όλα είναι εντάξει» του είπε σιγά. Το χέρι της έσφιξε το δικό του ίσως λίγο περισσότερο από όσο χρειαζόταν, κάνοντας τον να ριγήσει. Ο Αμάρο περίμενε καθισμένος πάντα στη θέση του οδηγού με την μηχανή αναμμένη.

Σε δυό λεπτά ο Μαουρίτσιο ξαναφάνηκε και τους έκανε νόημα ότι μπορούν να έλθουν. Η Eneninda βγήκε και έτρεξε προς τον αδελφό της και ο Παύλος την ακολούθησε. Ο Άμάρο ξεκίνησε πάλι και χάθηκε στα δέντρα.

«Πάει το αμάξι από πίσω, να μη φαίνεται» είπε η Eneninda προλαβαίνοντας την απορία του. «Καλώς όρισες και σε αυτό το καταφύγιο μας»  

Μέσα στην καλύβα ήταν μισοσκόταδο, ο Μαουρίτσιο άναψε ένα δαυλό. Ένας ήχος ακούστηκε απ έξω από την πόρτα σαν ξύσιμο κάνοντας τον Πάυλο να κοιτάξει την συντροφιά του απορημένος.

«Ο Αμάρο είναι» είπε ο Μαουρίτσιο. «Σβήνει τα ίχνη του αυτοκινήτου και τα δικά μας με κλαδιά, να μη φαίνεται ότι σταματήσαμε εδώ. Θα πετάξει φύλλα και μερικά μικρά κλαδιά στα παράθυρα και στην πόρτα μπαίνοντας, να φαίνεται η καλύβα ακατοίκητη εδώ και καιρό. Τουλάχιστον για μια πρώτη ματιά, για όποιον είναι με αυτοκίνητο και περάσει από εδώ. Υπάρχουν και άλλες τέτοιες καλύβες πιο πριν και πιό μετά σε αυτό το δρόμο. Όχι δικές μας, ντόπιων που μένουν και δουλεύουν στην περιοχή. Επίτηδες κάναμε αυτή εδώ να μοιάζει με τις άλλες.»

Ο Αμάρο άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Πέταξε τα τελευταία κλαδιά που κρατούσε μπροστά στην πόρτα και την έκλεισε. Άφησε σε μία πρόχειρα φτιαγμένη καρέκλα ένα σακίδιο που κουβαλούσε στην πλάτη του και γύρισε προς τον Παύλο. «Πάω στοίχημα πως δεν θα έλεγες όχι για λίγο καφέ»    

Ο Παύλος κοίταξε γύρω του. Ήταν μία μικρή ξύλινη καλύβα, με ένα παράθυρο που ήταν σφαλιστό και μια πόρτα. Ένα μεγάλο τραπέζι στη μέση του δωματίου, δύο καρέκλες, η Eneninda καθόταν ήδη σε μία από αυτές. «Τι το ιδιαίτερο έχει αυτό το μέρος ;» αναρωτήθηκε ο Παύλος «... και που να έχει πάει τελικά ο Κάσα ;»

«Λίγο καφέ και πολλές εξηγήσεις» είπε τελικά κοιτώντας προς τον Μαουρίτσιο.  «Δεν πιστεύω ότι με φέρατε για εκδρομή εδώ».

Εκείνη την ώρα ακούστηκε ένα τρίξιμο κάτω από το τραπέζι. Ένα ξύλινο τμήμα του πατώματος σηκώθηκε προς τα πάνω και φάνηκε ο Κάσα. «Κατεβείτε» τους είπε πριν ξαναχαθεί στην καταπακτή.

«Δεν σε φέραμε για εκδρομή» του είπε ο Μαουρίτσιο. «Κάτω θα μάθεις ότι πρέπει να μάθεις πίνοντας τον καλύτερο καφέ του κόσμου, τον καφέ της αδελφής μου !».

Η καταπακτή δεν ήταν πολύ φαρδιά και δεν υπήρχε σκάλα. Ο Παύλος δυσκολεύτηκε λίγο, πιάστηκε από τα άκρα της καταπακτής και άφησε το σώμα του να πέσει. Ένα μέτρο πιό κάτω τα πόδια του συνάντησαν δάπεδο. Έσκυψε με προσοχή και κατηφόρισε στον γρανιτένιο διαδρομο που κατηφόριζε, ακολουθώντας τον Κάσα. Πίσω του ο Μαουρίτσιο βοηθούσε την Eneninda που διαμαρτυρόταν ότι δεν χρειάζεται βοήθεια. Ο Αμάρο πέταξε το σακίδιο, κατέβηκε τελευταίος και έκλεισε την καταπακτή από πάνω του.

«Από σπηλιά σε σπηλιά με πάνε» σκέφθηκε ο Παύλος καθώς κατηφόριζε σε ένα διάδρομο που γινόταν όλο και πιό ψηλός και πιό φαρδύς. Όταν έφτασε εκεί που τον περίμενε ο Κάσα, έμεινε άφωνος. 

Βρισκόταν στο κέντρο μίας μεγάλης σάλας. Δεν του θύμιζε σε τίποτα την υπόγεια σπηλιά στην οποία ήταν πριν λίγες ώρες, αυτό το μέρος μάλλον με μεγάλη αίθουσα εργαστηρίου έμοιαζε. Όλη η σπηλιά ήταν βαμμένη άσπρη. Φώτα νέον στο ταβάνι σε άφηναν να δεις άνετα προς κάθε κατεύθυνση. Οι δύο από τους τέσσερεις τοίχους ήταν γεμάτοι οθόνες, οι περισσότερες ήταν σβηστές. Πέντε μόνο ήταν ανοιχτές, η μία έδειχνε την είσοδο της καλύβας και τον δρόμο μπροστά, μπορούσες να δεις άνετα αν ερχόταν κάποιος. Άλλες τρεις οθόνες έδειχναν την καλύβα από τις άλλες πλευρές, σε μία από αυτές μισοφαινόταν και το αμάξι που τους είχε φέρει. Μία πέμπτη οθόνη, μεγαλύτερη από τις προηγούμενες έμοιαζε με οθόνη ραντάρ και σάρωνε κάτι άγνωστο στο Παύλο δείχνοντας μερικά πολύχρωμα φωτεινά στίγματα.

Μπροστά από τις οθόνες υπήρχαν καρέκλες με ρόδες. Πολλές συσκευές ήταν σε πάγκους στο κέντρο της σάλας. Υπήρχαν δύο επιτραπέζιοι υπολογιστές, τρια lap top και μερικές ακόμα που του ήταν άγνωστες. Στον ένα τοίχο που δεν είχε οθόνη υπήρχε ο διάδρομος που οδηγούσε στην καλύβα πάνω τους και ένας φαρδύς αεραγωγός με σίτες, ο Παύλος ένοιωσε τον κρύο αέρα να έρχεται από εκεί. Ο άλλος τοίχος είχε μία μισόκλειστη πόρτα.  Δίπλα στην πόρτα υπήρχε μία αρκετά φαρδιά και γυαλισμένη εξέδρα, με led (μικροσκοπικά φώτα) από πάνω της που αναβόσβηναν.  Έμοιαζε με αυτήν που εξουδετέρωσε τις νανοσυσκευές παρακολούθησης στην σπηλιά του Camino de la Muerte.

«Έχουμε και ανέσεις» είπε ο Κάσα βλέποντας τον Παύλο να κοιτά προς την μισάνοιχτη πόρτα.  «Υπάρχει κουζίνα εκεί, αποθήκη με τρόφιμα, κρεβάτια για να ξεκουραστεί κάποιος που δεν έχει βάρδια, δύο χημικές τουαλέτες, μέχρι και δύο ντουζ έχουμε !» είπε περήφανα.

«Καλά... πόσοι μένουν ή δουλεύουν εδώ ;» ρώτησε ο Παύλος μη κρύβοντας την έκπληξη του. «Και που είναι τώρα ;»

«Συνήθως είναι τέσσερα άτομα» άκουσε τον Μαουρίτσιο πίσω του. «Με βάρδιες. Τώρα που ήρθες εσύ δεν τους βλέπεις, είναι κρυμμένοι στο δάσος. Σε φυλάνε !!»

«Και η εξέδρα ; για να εξουδετερώνει τις νανοσυσκευές παρακολούθησης ;»

«Όχι ! Αυτές εξουδετερώνονται αυτόματα μπαίνοντας στην καλύβα ! Άλλη τεχνολογία, πιό εξελιγμένη. Η Εξέδρα είναι για τα ταξίδια μας...»

«Για ποια ; »

«Τα ταξίδια μας ! Πάμε και ερχόμαστε όπου θέλουμε στη γή, αν έχουμε το απαραίτητο ενεργειακό απόθεμα. Αν έχουμε πολύ ενεργειακό απόθεμα ταξιδεύουμε και στο χρόνο... Το τελευταίο όμως δεν γίνεται ούτε εύκολα ούτε συχνά. Μην είσαι όμως βιαστικός ! Μόλις μπήκαμε. Θα τα πούμε όλα σε λίγο, πίνοντας τον καφέ της Eneninda »

Συνεχίζεται... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου