Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

1000 μέτρα - 18

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18


Αθήνα. Στο σπίτι της Κάλι.

Η Μάρω άνοιξε τα μάτια της με μία περίεργη αίσθηση. Δεν μπορούσε να κουνηθεί αλλά αυτή την φορά δεν την είχε παραλύσει κάποια περίεργη επίδραση στο νευρικό της σύστημα. Απλώς ήταν δεμένη.

Δεξιά της καθόταν η Ισμήνη μπροστά σε μία περίεργη κυλινδρική συσκευή με πολλά νούμερα να εμφανίζονται και να χάνονται από πάνω προς τα κάτω σαν φωτεινά μηνύματα σε διαφημίσεις. Η Ράλια έβλεπε την μεγάλη οθόνη που έμοιαζε με ραντάρ και έπαιζε με ένα πληκτρολόγιο που βρισκόταν μπροστά της. Η Νάντια δεν φαινόταν πουθενά.

«Θα με λύσει κανείς ;» είπε η Μάρω εκνευρισμένα.

«Και που ξέρεις ότι έχουμε σκοπό να κάνουμε κάτι τέτοιο ;» ακούστηκε πειρακτικά η φωνή της Ισμήνης που της μίλησε χωρίς να σηκώσει τα μάτια της.

«Δεν το ξέρω, το ελπίζω !!»

«Σωστά !» άκουσε τη φωνή της Νάντιας πίσω από το κεφάλι της. Δευτερόλεπτα αργότερα η Νάντια έμπαινε πάλι στο οπτικό της πεδίο. Είχε βάλει ένα μάλλινο καφέ παντελόνι και ένα χοντρό μπεζ πουλόβερ. Καφέ μπότες έφταναν μέχρι τη μέση από τις γάμπες της. Μέσα από το πουλόβερ φαινόταν ο γιακάς από ένα καφέ πουκάμισο, στο χρώμα περίπου του παντελονιού της. Ένας καφεκόκκινος σκούφος σκέπαζε λίγο τα ξανθά της μαλλιά. Στο ένα της χέρι της κρατούσε ένα πράσινο τζάκετ. Στο αυτί της υπήρχε ένα μακρόστενο ακουστικό και στη ζώνη της δύο θήκες για όπλα. Το ένα εξείχε και έμοιαζε με πιστόλι αν και η Μάρω δεν είχε δει ποτέ τέτοια λαβή και το άλλο με ένα μακρύ μαστίγιο που ήταν απλώς περασμένο στη ζώνη. 
«Μαστίγιο με δύο φωτάκια να αναβοσβήνουν στη λαβή δεν έχω ξαναδεί» σκέφθηκε η Μάρω. «Πάντως... ότι παιχνίδι και να παίζει... κούκλα είναι !! ».

«Σειρά σου» είπε η Νάντια στη Μάρω καθώς την έλυνε. «Πρέπει να ντυθείς ζεστά σαν και μένα»

«Δεν πάω πουθενά αν δεν πάρω εξηγήσεις !» την διέκοψε η Μάρω. 
«Θα αναγκαστείτε να με δέσετε ξανά ή να με παραλύσετε !»

«Θα σου δώσω αφού επιμένεις μερικές εξηγήσεις, στα πολύ γρήγορα όμως. Δεν θέλω να σε βλάψω, αλλά θα σε «μαζεύω» όταν γίνεσαι άτακτη και δεν θα σε αφήσω να φύγεις, για το καλό σου. Θέλεις δεν θέλεις είσαι μαζί μας πια, πάρε το απόφαση, μαζί μας μπορεί να κινδυνεύεις, χωρίς εμάς θα είσαι σύντομα νεκρή. Τον Παύλο τον θέλω για να μας βοηθήσει, εσένα σε προστατεύω γιατί σε έμπλεξα και... από ότι σε γνώρισα, μου αρέσεις, σε νοιάζομαι. Αν εξαιρέσουμε τα νεύρα σου εδώ, έχεις και θάρρος και κάποιες ικανότητες. 
...Αν θέλεις θα σε εντάξω στην ομάδα μας αφού πρώτα εκπαιδευτείς. Αυτό όμως δεν είναι υποχρεωτικό, θα γίνει μόνο αν το θέλεις. Υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις για σένα, αλλά δεν είναι για τώρα, θα τις συζητήσουμε αργότερα. Και η απόφαση όπως σου είπα θα είναι δική σου»

«Πολύ με το πρώτο ενικό μιλάς» την διέκοψε η Μάρω. «Όλο «θέλω» μου λες, «θα σου δώσω», «δεν θα σε βλάψω»... Είσαι αρχηγός αυτής της ομάδας έτσι ;»

«Ναι είμαι. Όπως είναι η Ελίνα από την άλλη μεριά»

«Άλλες ομάδες υπάρχουν ;»

«Όχι, όχι στη Γη και σε μεγάλο μέρος του Γαλαξία  τουλάχιστον. Αν πιάσουμε όμως αυτά... άσε με να τελειώσω αν θέλεις κάποιες εξηγήσεις, δεν έχουμε πολύ ώρα»

«Εντάξει λέγε» είπε η Μάρω καλμαρισμένη. Αυτό το «σε προστατεύω γιατί σε γνώρισα, μου αρέσεις, σε νοιάζομαι» της Νάντιας την είχε κολακέψει.   

 «Σε μισή ώρα περίπου φεύγουμε. Αργήσαμε αλλά έτυχαν κάποιες δυσκολίες και καθυστερήσαμε. Θα πάμε σε ένα κρησφύγετο της ομάδας μας, στις Άνδεις, έξω από την πρωτεύουσα της Βολιβίας, την Λα Παζ, σε υψόμετρο τρεισήμισι χιλιάδων μέτρων περίπου. Θα τηλεμεταφερθούμε εσύ και εγώ με την βοήθεια των ενεργειακών πεδίων των κεραυνών που θα ξεσπάσουν σε λίγο. Μη φοβάσαι, δεν είναι επικίνδυνο»

«Δεν φοβάμαι, δηλαδή... λίγο, για να το κάνετε εσείς...»

«Σωστά.  Στη Βολιβία είναι ήδη η Κάλι με μία τοπική ομάδα, εκεί πήγε τον Παύλο αλλά τον βοηθήσαμε να το σκάσει, τώρα είναι μαζί μας. Εκεί θα έρθει μάλλον σύντομα και η Ελίνα, θα ακούσει τους κεραυνούς και θα καταλάβει. 
...Αυτά για την ώρα. Πήγαινε τώρα στο μπάνιο, κάνε αν θέλεις ένα ντους στα γρήγορα και άλλαξε. Σου έχω καθαρές πετσέτες και ζεστά ρούχα να φορέσεις. Δεν ξέρω ακριβώς το νούμερο σου αλλά ελπίζω να μην έχεις πρόβλημα. Έβαλα την Ισμήνη που έχετε περίπου ίδιο βάρος και ύψος να πάει να σου φέρει από ένα κρησφύγετο μας εδώ κοντά. Δεν πάμε και σε καλλιστεία !»

«Ώστε θα συναντήσω πάλι τον Παύλο... και για τις Άνδεις είναι τα μάλλινα... Δεν εκπλήσσομαι πλέον με τίποτα... Καλά μη βαράς, πάω να πλυθώ και να βάλω τα ρούχα της Ισμήνης ! Αν δεν είμαι κούκλα σαν και σένα όταν βγω, την έβαψες !».  

«Την καλμάρισες » είπε η Ράλια μόλις μπήκε η Μάρω στο μπάνιο. «Την κολάκεψαν αυτά που της είπες ότι σου αρέσει και την νοιάζεσαι. Της άρεσες κι όλας όπως σε είδε ντυμένη, είδα το βλέμμα της. Μήπως, λέω εγώ τώρα, πρέπει να πας και στο μπάνιο να της τρίψεις την πλάτη ;» συμπλήρωσε το πείραγμα της ενώ η Ισμήνη έβαλε τα γέλια.

«Δεν τα παρατάτε τώρα αυτά ;» τις έκοψε η Νάντια « Λοιπόν... να τελειώνουμε» συνέχισε κοφτά, κάνοντας σαφές ότι το σύντομο διάλειμμα τους είχε τελειώσει. «Μην αρχίσουν να πέφτουν οι κεραυνοί και μας πιάσουν στον ύπνο. Δύο θα είναι μόνο. Δεν πρέπει να αυξηθεί πολύ η συχνότητα τους αυτή την εποχή, αλλιώς θα δημιουργηθούν ερωτηματικά»

Βολιβία. Περιοχή Λα Παζ, στην «Κοιλάδα των Κεραυνών»

«Υπέροχος !» είπε ο Παύλος πίνοντας μία ακόμα γουλιά από τον αρωματικό καφέ της Eneninda. «Και αυτό στο λέω εγώ που μου αρέσει πολύ ο καφές, έχω δοκιμάσει πολλά είδη  και ποικιλίες»

«Η γνώμη ενός ειδικού λοιπόν» είπε η Eneninda κολακευμένη.

«Δεν θα μιλήσουμε όμως τώρα για τον καφέ» μπήκε στην κουβέντα ο Μαουρίτσιο. «Σε λίγο θα έρθουν οι καλεσμένοι μας. Ρώτα με, ότι θες. Όσο μπορώ να σου απαντήσω θα απαντώ, χωρίς να σε ζαλίσω με λεπτομέρειες που δεν σε αφορούν αυτή στη στιγμή»

«Ας τα πάρουμε από την αρχή...  Όλοι εδώ είστε από το μέλλον ;»

 «Μόνο εγώ και ο Κάσα, από το 2430. Ακόμα και με την αδελφή μου έχω μερικούς αιώνες διαφορά ! Η μητέρα μου, Ιταλίδα,  δραπέτευσε από το μέλλον στον μεγάλο πόλεμο του 2401. Τυχαία ήρθε εδώ, να κρυφτεί κάπου που δεν θα την έψαχναν. Με έφερε μαζί της, ήμουν τριών ετών τότε. Ο πατέρας μου, Ισπανός αυτός, σκοτώθηκε, με μεγάλωσε η αδελφή της που δεν έφυγε. 
Η μητέρα μου γνώρισε εδώ στη Λα Πάζ ένα ντόπιο και τον παντρεύτηκε. Εκείνη έκανε το πρώτο κλιμάκιο αυτής της ομάδας εδώ. Η Eneninda είναι ετεροθαλής μου αδελφή, είναι "περασμένη" όπως τους λέμε, γεννήθηκε εδώ, στη δικιά σας εποχή»

«Τι είπες ότι είναι η Eneninda ;» ρώτησε ο Παύλος απορημένος.

«Είναι "περασμένη". Έτσι λέμε όσους γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη δικιά σας εποχή. Και εσύ "περασμένος" είσαι, όπως και ο Αμάρο. Για να σε προλάβω, εσείς μας λέτε "αγέννητους" .  Εμένα με φωνάζετε "αγέννητο", η Κάλι που σε αιχμαλώτισε... και αυτή "αγέννητη" είναι»"

«Έχω να κάνω με δύο αγέννητα και δύο περασμένους λοιπόν !» είπε ο Παύλος χαμογελώντας. «Ωραία Παρέα ! Και γιατί με αιχμαλώτισε η Κάλι ; Κάτι άρχισε να μου λέει ο Αμάρο αλλά δεν κατάλαβα...»

«Μπορούμε και ταξιδεύουμε και στο χωροχρόνο... Όποτε μπορούμε βέβαια και όποτε είναι αναγκαίο. Δεν είναι εύκολο. Από εκεί ξεκινά η εμπλοκή σου»

«Δηλαδή ;»

«Για να ταξιδέψεις στο χρόνο χρειάζεσαι δύο πράγματα : τα απαραίτητα ενεργειακά αποθέματα και την απαραίτητη τεχνολογία για να τα εκμεταλλευθείς. Πες ότι θέλουμε να ταξιδέψουμε από την εποχή μας, πίσω στο 2010, στην εποχή σας. Θα χρησιμοποιήσουμε κάποια από τα ενεργειακά αποθέματα του 2430 και την απαραίτητη τεχνολογία. Στην εποχή μας τα έχουμε, γυρνάμε λοιπόν στο παρελθον, σε σας. Αν τώρα θέλουμε να επιστρέψουμε από το 2010 στο 2430, με τι τεχνολογία θα το κάνουμε ; με τι ενέργεια ;»

«Δεν φέρνετε μαζί σας ;»

«Φέρνουμε τεχνογνωσία. Ξέρουμε το τι χρειάζεται. Λαμβάνουμε υπ όψιν μας το τεχνολογικό επίπεδο της εποχής στην οποία πάμε και φέρνουμε κάποια από όσα χρειάζονται. Αρκετά όμως δεν μεταφέρονται. Μπορούμε να τα φτιάξουμε αλλά παίρνει πολύ χρόνο και για μερικές εποχές είναι επικίνδυνο. Μία καλή μου φίλη, η Ράνια, κάηκε σαν μάγισσα στο Σάλεμ, το 1692, σε ένα χωριό έξω από την Μασαχουσέτη, στις σημερινές Η.Π.Α» είπε ο Μαουρίτσιο ενώ το βλέμμα του σκοτείνιασε.

«Οι μάγισσες του Σάλεμ... έχω ακούσει. Λυπάμαι... που να το φαντασθώ...»

«Δεν ήταν όλες από το μέλλον, μία μόνο, η Ράνια. Η ομάδα που είχε έρθει μαζί της διέφυγε... Λοιπόν...» συνέχισε με άλλο τόνο...«τεχνογνωσία έχουμε, πολλά τα φέρνουμε μαζί μας για να γυρίσουμε πίσω, κάποια άλλα τα φτιάχνουμε.  Και πάλι δεν τα βρίσκουμε όλα ούτε μπορούμε να τα φτιάξουμε όλα σε κάθε μέρος, σε κάθε εποχή. Διαλλέγουμε που θα πάμε. 
Κάτι παρόμοιο γίνεται με την ενέργεια, μπορεί όταν είμαστε εδώ, στην εποχή σας, να χρησιμοποιούμε τα ενεργειακά πεδία των κεραυνών για τηλεμεταφορές, αλλά τα ταξίδια στο χωροχρόνο θέλουν πολύ ενέργεια»

«Το καταλαβαίνω...» είπε ο Παύλος... Όσο πιο πολλά χρόνια πρέπει να διασχίσετε, τόσο περισσότερη ενέργεια θα χρειάζεστε»

«Λογική η σκέψη σου, εφαρμόζεται αυτό ακόμα και τώρα, στην εποχή μας. Όμως το 2080 ο Ανδρόνικος Διπάβλης απέδειξε ότι μπορεί κάποιος να ταξιδέψει στον χωροχρόνο αφού πρώτα περιέλθει σε μία "αχωροχρονική"  κβαντική κατάσταση. Από εκεί και μετά μπορεί να πάει όπου θέλει στο χωροχρόνο, ξοδεύοντας την ίδια ενέργεια, όσο πίσω ή όσο εμπρός και να πάει χωροχρονικά. Πήρε Νόμπελ για αυτό, ήταν ο Einstein της εποχής του. 
Αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο. Η ενέργεια που χρειάζεται για να περιέλθεις σε αυτή την κατάσταση και μετά να επανέλθεις στην κανονική σου κατάσταση δεν είναι μεγάλη, συγκριτικά με τις άλλες μεθόδους είναι σημαντικά μικρότερη. Ενεργειακά κερδίζεις πολύ. 
...Όμως» συνέχισε ο Μαουρίτσιο πίνοντας ακόμα μία γουλιά καφέ, «...ότι γλυτώνουμε σε ενέργεια σε αυτή την περίπτωση το χάνουμε σε ασφάλεια. Χρόνια αργότερα μπόρεσε να γίνει η μετάβαση στην αχωροχρονική κατάσταση.  Έγιναν πολλά πειράματα και χάθηκαν πολλές ζωές. Έτσι μείναμε στις κλασσικότερες μεθόδους όπως τα ενεργειακά πεδία από πολλούς κεραυνούς που χρησιμοποιούμε εδώ ή σε άλλες μεθόδους, μη σε ζαλίζω. Οι κεραυνοί είναι ασφαλέστερη μέθοδος αλλά θέλει περισσότερη ενέργεια, στην περίπτωση μας πολλούς κεραυνούς. Όλες αυτές οι «κλασσικές μέθοδοι είναι απαγορευτικές για τα ταξίδια στο μέλλον, μετά την εποχή μας, το 2430. Υπάρχει ενεργειακό πηγάδι, θέλει τεράστια ενέργεια για να βγεις, δύσκολο να σου εξηγήσω το γιατί, ούτε εγώ το ξέρω καλά καλά, πρέπει να είσαι ειδικός. Εδώ μπαίνεις εσύ στο χορό...»

«Με ποιό τρόπο ;»

«Είσαι ο μόνος που ταξίδεψες στο μέλλον, στο 2530, 100 χρόνια μετά την εποχή μου !» είπε ο Μαουρίτσιο. «Πήγες για να μας φέρεις τεχνογνωσία».

«Δηλαδή... τι μου λες... και εγώ "αγέννητος" είμαι ;»

«Όχι !» είπε γελώντας ο Μαουρίτσιο. «Γεννήθηκες στην Αθήνα, στην εποχή που ξέρεις. Αλλά είχες κάτι πολύ σπάνιο στο αίμα σου... είχες κβαντοδισθενή μιτοχόνδρια, μη με ρωτάς τι και πως, αναφέρεται σε γνώσεις βιολογίας του 2378, μόνο ένας άνθρωπος περίπου στο δισεκατομύριο το έχει αυτό. Σημασία έχει ότι εσύ μπορείς και μεταφέρεσαι στην αχωροχρονική κατάσταση που σου έλεγα πριν και επιστρέφεις, με απόλυτη ασφάλεια και πολύ πιο εύκολα. 
Οι αποικισμοί στο διάστημα έφεραν μεταλλάξεις, μέχρι να το πάρουμε είδηση... τελικά από όσο ξέρουμε, κανείς εκτός γης δεν το έχει αυτό. Είσαι ο ένας στο δισεκατομμύριο, το διανοείσαι ; Κι αν υπάρχει άλλοι τέσσερις με αυτό το χάρισμα στη γή των πέντε δισεκατομμυρίων, τόσο έχει μετά τους πολέμους, δεν τους ξέρουμε !»

«Γι αυτό μου έφτιαξαν κλώνο... Τώρα καταλαβαίνω... αλλά απέτυχε και τον σκότωσαν»

«Ακριβώς !»

«Και εμένα, πως βρήκαν ότι έχω αυτό το πράγμα στο αίμα μου ; Και πότε με έστειλαν στο μέλλον ; Δε θυμάμαι τίποτα τέτοιο ; Και γιατί κάποιοι άλλοι, "αγέννητα" και για σας, δεν σας είπαν τίποτα ;»

«'Ενα ένα... Δεν θυμάσαι γιατί σε έφεραν από την εποχή σου στο δικιά μας εποχή, εκεί σε προγραμμάτισαν εγκεφαλικά και σε έστειλαν στο 2530. Έμεινες περίπου μία εβδομάδα. Μετά γύρισες με καθολική αμνησία, τι έγινε, τι είδες, τι έμαθες, αγνοούμε. Ίσως η γενετική σου ιδιαιτερότητα να παίζει κάποιο ρόλο, δεν ξέρω. Αποκαταστήσαμε τις εγκεφαλικές σου λειτουργίες μέχρι τη στιγμή που σε πήραμε από την εποχή σου στην εποχή μας. Προσπαθήσαμε πολύ να κάνουμε κάτι περισσότερο, δεν τα καταφέραμε. Έτσι σε μεταφέραμε πίσω στην εποχή σου, στη νύχτα και στην ώρα που σε πήραμε, κοιμόσουν. Το πρωϊ που ξύπνησες... όλα αυτά δεν είχαν γίνει ποτέ !
...Όσο γιατί δεν μας τα λένε τα δικά μας τα "αγέννητα"... δεν ξέρω. Δεν τα ξέρουμε όλα. Ή δεν μας επισκέπτονται από το μέλλον για κάποιο λόγο που αγνοούμε ή αν ακόμα μας επισκέπτονται δεν τους έχουμε εντοπίσει. Κι ας προσπαθήσαμε πολύ»

«Ένα στο δισεκατομμύριο !» είπε ο Παύλος εντυπωσιασμένος. Και εμένα ποιός με ανεκάλυψε ότι έχω αυτό το σπάνιο αίμα ;»


«Η Νάντια, βρήκε όμως η Κάλι έναν από τους επιστήμονες  που δούλευαν για αυτήν. Κάποιος πρόδωσε. Η Κάλι τον βασάνισε, το έμαθε και μετά τον σκότωσε».

Συνεχίζεται... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου