Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

1000 METΡΑ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15

Γύρισα και εγώ από τις διακοπές.  Τώρα πίσω, όπως και εσείς ... και τα κεφάλια μέσα. Η πραγματικότητα   ζητά να πάρει τη ρεβάνς για τις όποιες ώρες ξενοιασιάς μας. Μικρές δραπετεύσεις όποτε μπορούμε είναι αναγκαίες. Με το προσωπικό του στυλ η κάθε μία και ο κάθε ένας από τους μπλόγκερς, προσφέρουμε ότι μπορούμε  για να πάρουμε όλοι μας εδώ κάποιες μικρές ανάσες.

Θα επιστρέφω όποτε μπορώ, να αφήνω και εγώ κάτι. Χρονογραφήματα με σκέψεις για μερικά πράγματα από την επικαιρότητα, ευθυμογραφήματα, την συνέχεια της προβολής πινάκων Ελλήνων και αργότερα και ξένων ζωγράφων που τόσο αγαπήσατε και με τόση θέρμη αγκαλιάσατε. Ανέκδοτα, ρητά, φωτογραφίες, διηγήματα που είχα γράψει παλαιότερα ή έγραψα τώρα για σας. Και φυσικά την συνέχεια της νουβέλας φαντασίας «1000 μέτρα» που μου ζητάτε επίμονα.



Για όσες και όσους θέλουν να βρουν ότι έχω ανεβάσει παλαιότερα, υπάρχει ο «Πίνακας Περιεχομένων» στην κορυφή του μπλογκ μου, στη κεντρική λεζάντα.  Εκεί θα βρείτε τα κυριότερα από όσα έχω ανεβάσει σε αυτό το μπλογκ από τότε που το άνοιξα. 



Καινούργιες αναρτήσεις θα βλέπετε άλλοτε συχνά και άλλοτε αραιότερα, ανάλογα με τα τρεχάματα και τα υπόλοιπα γραψίματα μου. Μη ξεχνάμε ότι παλεύω να τελειώσω το δεύτερο βιβλίο μου και ταυτόχρονα μαζεύω υλικό και γράφω περιλήψεις για το τρίτο. Έχω χάσει πολύτιμο χρόνο, τρέχω να τον αναπληρώσω.



Θα επικοινωνούμε με email. Υπάρχει στο προφίλ μου.


Καλό χειμώνα να έχουμε !! Να είμαστε όλοι καλά !!

1000 ΜΕΤΡΑ - 15

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ (Μάρω)

Aθήνα

Στρίβοντας η Μάρω  στη γωνία, όπως της είπε η Νάντια, έριξε μία κλεφτή ματιά πίσω της. Η ξανθή αμαζόνα ήταν πράγματι μερικά μέτρα πίσω της, περπατούσε και εκείνη αδιάφορα. Η Μάρω βρήκε το 22, μπήκε στο ασανσέρ και ανέβηκε στον πέμπτο. Όταν βγήκε δεν υπήρχε ψυχή, ούτε τίποτα ακουγόταν. Άρχισε να κατεβαίνει με προσοχή τις σκάλες. Στο δεύτερο όροφο η ίδια ησυχία. Χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος απέναντι από το ασανσέρ όπως της είχε πει η Νάντια. «Είναι η μέρα μου να χτυπώ κουδούνια και να μου ανοίγει αυτή η μουρλή που λέει ότι είναι από το μέλλον !» σκέφθηκε και γέλασε.

Η πόρτα άνοιξε και το χαμόγελο της Μάρως πάγωσε στα χείλια της.

«Πέρασε μέσα !» άκουσε την Ελίνα να της λέει με ένα ψυχρό χαμόγελο. «Και χωρίς κουταμάρες έτσι ; δε θέλεις να πάθεις τίποτα... Βήμα δε θα προλάβεις να κάνεις και αυτό τουλάχιστον πρέπει ήδη να στο είπε η Νάντια. Αν πάλι καταλάβω ότι πας να φωνάξεις θα τσακίσω τον όμορφο λαιμό σου πριν προλάβεις να βγάλεις άχνα»

Αθήνα - Σπίτι Νάντιας

«Κοίτα κάτω» θυμήθηκε η Μάρω την συμβουλή της Νάντιας, «Να αποφεύγεις να τους κοιτάς στα μάτια». Ήταν όμως αργά, το βλέμμα της Ελίνας την είχε αιχμαλωτίσει. Ετοιμάστηκε να μπει μέσα, στο επόμενο δευτερόλεπτο θα το είχε κάνει...  όταν η πόρτα του δίπλα διαμερίσματος άνοιξε. Τρείς νεαροί βγήκαν από μέσα, η Μάρω τους έκανε γύρω στα 20, ίσως λίγο περισσότερο. Ο ένας είχε στην πλάτη του ένα αρκετά μεγάλο σακίδιο.  Πίσω τους μία γυναίκα 45 περίπου ετών που τους κοίταζε. Ο ένας από τους νεαρούς μίλαγε στο κινητό του.

Οι νεαροί ούτε έδωσαν σημασία στην Ελίνα ενώ ένας από αυτούς κοίταξε  την Μάρω με ενδιαφέρον. Προχώρησαν και άνοιξαν την πόρτα του ασανσέρ. Η γυναίκα στην μισάνοιχτη πόρτα του διπλανού διαμερίσματος κούνησε στην Ελίνα και την Μάρω το κεφάλι της κάνοντας ένα τυπικό χαμογελαστό χαιρετισμό.

Η Ελίνα ξαφνιάστηκε για μία στιγμή, έπαψε να καρφώνει την Μάρω με το βλέμμα της,  αναγκάστηκε να τον ανταποδώσει... και γύρισε το κεφάλι της χάνοντας την επαφή με τα μάτια της Μάρως. 

Ήταν η ευκαιρία που η Μάρω δεν έπρεπε να χάσει. «Μισό λεπτό, τους είπε χαμογελαστά, δεν είμαι βαριά, χωράω και εγώ !»  

«Να με πάρεις όταν φθάσεις !» είπε η γυναίκα σε ένα από τους νεαρούς πριν κλείσει η πόρτα του ασανσέρ. « Προφανώς στον κανακάρη της που κάπου πάει με το σακίδιο» σκέφθηκε η Μάρω καθώς έμπαινε στο ασανσέρ. .

Η Ελίνα τους κοίταξε έκπληκτη, κούνησε βιαστικά το κεφάλι της στη γυναίκα και εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα.

«Τρεις νεαροί, ο ένας μιλούσε στο κινητό, μία γυναίκα στην πόρτα, πολλά πρόσωπα για να επιχειρήσει κάτι» σκέφθηκε η Μάρω όπως κατέβαινε στριμωγμένη ανάμεσα στους σωτήρες της. «Γλύτωσα, αλλά για πόσο» ;

 «Μένεις δίπλα, με τη Νάντια και αυτή τη γυναίκα που είδαμε ;» ρώτησε ο νεαρός που την είχε 
καλοκοιτάξει. Ο άλλος με το κινητό το έκλεισε, άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ και βγήκε έξω.

 «Η Νάντια είναι φίλη μου... Ήρθα να την δω αλλά αυτή που μου άνοιξε μου είπε ότι έχει βγει για λίγο» είπε η Μάρω προχωρώντας μαζί τους λες και ήταν παρέα. «Δεν την ξέρω. Μου είπε να κάτσω να περιμένω αλλά προτίμησα να έλθω άλλη φορά, να είναι και η Νάντια». Το να πει μία εκδοχή κοντά στην αλήθεια ήταν το πρώτο που της είχε έρθει στο μυαλό.

Με το που έφτασαν στην πόρτα της πολυκατοικίας, άκουσαν τρεχαλητά στις σκάλες πίσω τους. Ο ένας νεαρός γύρισε για μια στιγμή και κοίταξε πίσω του από περιέργεια, η Μάρω γύρισε κι αυτή, ήξερε  ποιοί ήταν και τι ήθελαν, αλλά δεν ήξερε πόσοι ήταν. Αν μπορούσε να ξέρει και πως ήταν ακόμα καλύτερα, τώρα πλέον είχε εχθρούς μπορεί να τους ξανασυναντούσε. «Πιό πολλούς εχθρούς κάνω σήμερα παρά φίλους» σκέφθηκε. «Που έμπλεξα γαμώτο μου...»  

Έριξε μία ματιά, αποφεύγοντας να κοιτάξει τα μάτια τους, ήταν προετοιμασμένη και η  απόσταση την βοηθούσε.  Δυό άνδρες και μία γυναίκα. Φορούσαν όλοι τζην. Ο ένας άνδρας ήταν πολύ ψηλός και ξανθός με μακριά μαλλιά. Τον έκανε γύρω στα 1.90 ίσως και λίγο παραπάνω. Ο άλλος άνδρας ήταν κι αυτός ψηλός αλλά όχι όσο ο πρώτος, δεμένος, με μαύρα μαλλιά, η Μάρω ανεγνώρισε τον άνδρα που είχε φύγει μετά την συμπλοκή στο σπίτι του Παύλου. Η γυναίκα ήταν μία κοκκινομάλλα, με κοντό μαλλί και με αθλητικό παράστημα και αυτή.

Γύρισε μπροστά βιαστικά και συνέχισε το βήμα της ανάμεσα στους τρείς νεαρούς. Είχαν βγει πια στο δρόμο. «Να έρθω μαζί σας για λίγο ;» τους ρώτησε θαρρετά. Μέχρι λίγο πιο κάτω, αν δεν έχετε πρόβλημα...»  Όσο ήταν μαζί τους και μέσα στον κόσμο δεν θα τόλμαγαν κάτι, έτσι ήλπιζε τουλάχιστον.  

Ο νεαρός που μιλούσε πριν στο κινητό την κοίταξε παραξενεμένος. «Τρέχει τίποτε κοπελιά ;» ρώτησε. «Το σκας από κάποιους ;»

«Όχι. Αλλά μετά από αυτό που μου έτυχε την περασμένη εβδομάδα.... δεν το έχω ξεπεράσει ακόμα» συνέχισε  προσπαθώντας να φαίνεται φοβισμένη, δεν ήταν και δύσκολο.

«Τι σου έτυχε ;»

«Τέτοια ώρα ήταν» συνέχισε περπατώντας μαζί τους. «Γύρναγα σπίτι μου από τη δουλειά... με πήραν από πίσω μία παρέα από τρεις νεαρούς, άρχιζαν να με πειράζουν... στο τέλος έτρεξα και με κυνήγησαν... Ο ένας μου άρπαξε την τσάντα, ο άλλος με χτύπησε και με έριξε κάτω. Φώναξα, λίγος κόσμος γύρω... νόμιζα πως θα με σκότωναν... Μου πήραν ένα βραχιόλι και ένα δαχτυλίδι... κάποια άλλη γυναίκα άρχισε και εκείνη να φωνάζει και κάποιοι ήρθαν προς τα εμάς. Έφυγαν τρέχοντας. Ούτε δυό λεπτά δεν κράτησε αλλά...»

 «Πήγες στην αστυνομία ;»

«Πήγα... Αλλά δεν ήξερα κανένα τους... Ούτε φάτσες δεν πρόλαβα καλά καλά να ξεχωρίσω. Κάτι έγραψε ένας αστυνομικός και μετά με άφησαν. Σήμερα στη Νάντια ήρθα με ταξί. . Φοβάμαι πια  να κυκλοφορώ τα βράδια αλλά έπρεπε να τη δω... Για λίγο αν θέλετε να περπατήσουμε μαζί, μέχρι τη στάση του μετρό ή μέχρι να βρω πάλι κανένα ταξί»

Οι νεαροί κοιτάχτηκαν πάλι... «Έχουμε να κάνουμε κάτι» είπε ο ένας τους, «Ο Γιάννης» συνέχισε δείχνοντας τον νεαρό με το σακίδιο «πάει Πειραιά, θα πάρει το φέρυ μπωτ για τη Μυτιλήνη. Πάμε παρέα του μέχρι να φύγει. Με το μετρό πάμε. Έλα μαζί μας. Εντάξει ρε ;» γύρισε στους φίλους του που κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια τους «Θα πάρεις το μετρό και θα πας όπου θες»

«Ευχαριστώ πολύ...» τους χαμογέλασε η Μάρω...  Αν την άφηναν και έμενε μόνη θα την έπιαναν αυτοί που ήταν πίσω της. Δεν τους έβλεπε, αλλά ήταν ξωπίσω της, το ήξερε, ένοιωθε την παρουσία τους. «Βέβαια και το μετρό δεν είναι  η καλύτερη λύση» σκέφθηκε, «μόλις χωρίσω από αυτούς τους τρεις στο μετρό θα με αρπάξουν οι άλλοι πίσω μου στην πρώτη ευκαιρία.  Και που να πάω ; Κάτι πρέπει να σκεφθώ... και γρήγορα. Ο Παύλος τι να έγινε ; Η Νάντια ; Τους σκότωσαν ; τους  αιχμαλώτισαν ;» πετάρισε αναπάντεχα η σκέψη της αλλού.  

Εκείνη την ώρα το κινητό της χτύπησε. «Σε ένα λεπτό θα δεις λίγο πιο μπροστά σου να σταματά ένα σκούρο μπλε Όπελ» άκουσε μία άγνωστη ανδρική φωνή. Άνοιξε την πόρτα και μπες μέσα»

Δυό μέτρα πίσω από την Μάρω, χτύπησε και το κινητό της κοκκινομάλλας που την παρακολουθούσε μαζί με τους δύο άνδρες. «Ετοιμάζονται να την μαζέψουν» ακούστηκε η ψυχρή φωνή της Ελίνας. «Ακτίνες αποτροπής ! Τώρα !»

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ (Παύλος)

Βολιβία, Άνδεις. Κοντά στο «El Camino de la muerte»

«Φτάσαμε στην έξοδο», είπε ο Κάσα στον Παύλο, «είμαστε περίπου ενάμιση χιλιόμετρο πιό πέρα. Υπάρχει ένα μονοπάτι και ένα πλάτωμα. Είναι γυμνό, περίπου πεντακόσια μέτρα, ήταν να γίνει ο δρόμος από εδώ αλλά τελικά άλλαξαν γνώμη. Σε αυτά τα πεντακόσια μέτρα είμαστε εκτεθειμένοι και σε πυρά, αν μας πάρουν χαμπάρι και σε κόνδορες από πάνω μας. Μετά μέσα στο δάσος είναι κάπως καλύτερα τα πράγματα. Θα περνάμε το πλάτωμα ένας ένας, μη δίνουμε στόχο. Ακολούθα μας !»

Ο Κάσα γύρισε και εξαφανίστηκε στο φως της μέρας που τον τύφλωσε για μια στιγμή. Ύστερα από δυό τρία λεπτά ο Παύλος ένοιωσε τον Αμάρο να τον τον σκουντά απαλά... "Σειρά σου. Όσο πιο γρήγορα μπορείς» του είπε. «φτερά στα πόδια !»

Ο Παύλος τινάχτηκε μπροστά, είδε ένα χωμάτινο πλάτωμα, δένδρα γύρω του, ένας γκρεμός αριστερά του που δεν φαινόταν πόσο κάτω πήγαινε και φως, πολύ φως. Οι άλλοι δεν φαινόντουσαν.  Άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε... Χώμα κάτω, φως παντού, δέντρα μπροστά...

Τριακόσια περίπου μέτρα πάνω του ο τεράστιος κόνδορας ζυγίστηκε λες στον άερα, έκλεισε τα φτερά του και άρχισε να πέφτει σαν βολίδα...

Στημένος στην έξοδο του τούνελ που τους έβγαζε από τα βράχια ο Αμάρο είδε τον κόνδορα να κατεβαίνει προς τον Παύλο που έτρεχε. Σκέφθηκε να πυροβολήσει αλλά δίστασε. Η σπηλιά είχε καταρρεύσει, οι διώκτες τους ίσως τους θεωρούσαν νεκρούς, ή τους έψαχναν εκεί γύρω. Κάποια στιγμή θα καταλάβαιναν ότι το έσκασαν, ίσως εύρισκαν και την έξοδο, το τούνελ που τους έβγαζε εδώ. Μέχρι τότε όμως αυτοί θα κέρδιζαν πολύτιμο χρόνο για να απομακρυνθούν όσο γινόταν μακρύτερα. Ένας πυροβολισμός θα έκανε τους διώκτες τους να καταλάβουν που περίπου βρίσκονταν.

... Από την άλλη ο Παύλος ήταν πολύτιμος... Δεν έπρεπε να διστάσει άλλο... ο κόνδορας κατέβαινε...

Στέριωσε την επαναληπτική του καραμπίνα στον ώμο του και σκόπευσε. Δεν χρειάστηκε όμως να πατήσει την σκανδάλη. Εκείνη την ώρα το βουνό σείστηκε από μία δυνατή έκρηξη. Ο Αμάρο κράτησε το όπλο του με το ένα του χέρι ενώ με το άλλο κρατήθηκε στα βράχια δίπλα του, ο Παύλος που έτρεχε έχασε την ισορροπία του και έπεσε κάτω. Όσο για τον κόνδορα, τρομαγμένος άνοιξε τα φτερά του και άλλαξε πορεία.

Ο Παύλος σηκώθηκε και κοίταξε πίσω του τρομαγμένος. Όρθιος ο Αμάρο του έκανε νόημα να συνεχίσει να τρέχει. «Έσκασαν τα εκρηκτικά που έβαλαν» σκέφθηκε ο Παύλος και συνέχισε το τρέξιμο του. Ήδη διέκρινε στις συστάδες των δένδρων τον Μαουρίτσιο που του έγνεφε και αυτός να βιαστεί.

Φτάνοντας λαχανιασμένος στα δένδρα ένα λεπτό αργότερα το δυνατό χέρι του Μαουρίτσιο τον τράβηξε να κρυφτεί πίσω από τις συστάδες. Ήδη διέκρινε τον Αμάρο να τρέχει και αυτός στο πλάτωμα για να τους συναντήσει.

«Ευτυχώς έσκασαν τα εκρηκτικά και τρόμαξαν τον κόνδορα που κατέβαινε να σε αρπάξει» του είπε ο Μαουρίτσιο. «Έτσι δεν χρειάστηκε να τον πυροβολήσουν ο Αμάρο από την μια και εμείς από την άλλη. Όλοι μαζί - και αν ακόμα δεν τον πετύχαινε η Eneninda - θα τον πετυχαίναμε ή θα τον τρομάζαμε από την ομοβροντία»
«Θα τον πετύχαινα» είπε περήφανα η Eneninda ξεπροβάλλοντας μέσα από τα δένδρα. Στο χέρι της κρατούσε μία στρατιωτική βαλίστρα, με ένα βέλος ήδη περασμένο, στην πλάτη της είχε φαρέτρα. «Σαν αμαζόνα είναι» σκέφθηκε ο Παύλος που την κοίταξε έκπληκτος. «Σαν  π_ο_λ_ύ όμορφη αμαζόνα !!»

«Διακρίθηκε στην Τοξοβολία» περηφανεύτηκε ο Αμάρο αγκαλιάζοντας την από τους ώμους. Σε δύο Ολυμπιάδες ! Την πρώτη φορά ήταν 17 ετών !»

Η Eneninda αγκάλιασε και αυτή τον Μαουρίτσιο. Ο Παύλος ένοιωσε κάποιο σφίξιμο βλέποντας τους. 

«Δεν σου λέει όμως ο αδελφούλης μου ότι και εκείνος άφησε όνομα σαν Sniper στις ειδικές δυνάμεις της Βολιβίας» συμπλήρωσε η Eneninda. Κοίταξε τον Παύλο και χαμογέλασε βλέποντας την ανακούφιση του.

Ένα λεπτό αργότερα ο Αμάρο έφτασε στους θάμνους και χώθηκε ανάμεσα τους.   

«Ήρθαμε όλοι. Ξεκινάμε, γρήγορα ! Έχουμε δρόμο» είπε ο Μαουρίτσιο. «Δεν ξέρουμε πόσοι σώθηκαν και αν μας κυνηγούν. Και ένας να γλύτωσε, μπορεί να ειδοποιήσει την βάση τους, αργά ή γρήγορα θα ψάξουν πάλι να μας βρουν. Πρέπει να φύγουμε και γρήγορα !» Προχώρησε μπροστά με τον Κάσα και οι άλλοι ακολούθησαν.

«Που πάμε ;» ρώτησε ο Παύλος την Eneninda που περπατούσε δίπλα του.

«Στο πέρασμα των κεραυνών».

«Τι είναι αυτό ;»

« Δε βαρέθηκες να σε κυνηγάνε οι κόνδορες ; Πάμε...»

«Δεν ξέρουμε, ακόμα θα δούμε» διέκοψε την αδελφή του ο Μαουρίτσιο χωρίς να σταματήσει. «Θα μάθει όσα χρειάζεται όταν έρθει η ώρα. Δεν θα το αποφασίσουμε εμείς αυτό. Τώρα όλοι μας έχουμε άλλη προτεραιότητα, να ξεφύγουμε. Αν τον πιάσουν πάλι... Προχωράτε !»

Προχώρησαν ανάμεσα στα δένδρα. Ο Παύλος θεωρούσε τον εαυτό του γυμνασμένο αλλά ακολουθούσε με δυσκολία. Είχε πολλές απορίες αλλά τις κρατούσε για αργότερα. 

Πίσω στο Camino de la Muerte η Κάλι σύρθηκε πάνω στα βράχια. Τα αυτιά της πονούσαν ακόμα από την έκρηξη. Το βλέμμα της είδε το αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο, και το  ακρωτηριασμένο πτώμα του Όσκαρ στην είσοδο της σπηλιάς. Σηκώθηκε δύσκολα και προχώρησε με δυσκολία προς τα χαλάσματα κρατώντας στο χέρι της το νευρωνικό μαστίγιο, μόνο αυτό το όπλο της είχε απομείνει.

Αντίκρισε  ένα ακόμα πτώμα κάτω από βράχια που έκρυβαν κάποτε το καταφύγιο των εχθρών της. Το πτώμα του  Χαβιέρ δίπλα σε μία μεταλλική κατασκευή που είχε γίνει κομμάτια,  η Αντελκόντα πιό πέρα με ένα πιστόλι στα χέρια... ανάμεσα σε βράχια που την είχαν πλακώσει. Κανένα ίχνος από όσους κυνηγούσαν.  

«Μας τίναξαν και έφυγαν» είπε η Κάλι στο κινητό της. «Μόνο εγώ γλύτωσα. Δεν πρέπει να είναι μακριά. Όχι, δεν χρειάζεται να τους κυνηγήσουμε» είπε με ένα κακό χαμόγελο. «Ελάτε να με πάρετε... Ξέρω που πάνε... Αν έρθετε γρήγορα θα είμαστε εκεί πριν από αυτούς και θα τους περιμένουμε...»

Συνεχίζεται...


   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου