Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

1000 μέτρα - 18

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18


Αθήνα. Στο σπίτι της Κάλι.

Η Μάρω άνοιξε τα μάτια της με μία περίεργη αίσθηση. Δεν μπορούσε να κουνηθεί αλλά αυτή την φορά δεν την είχε παραλύσει κάποια περίεργη επίδραση στο νευρικό της σύστημα. Απλώς ήταν δεμένη.

Δεξιά της καθόταν η Ισμήνη μπροστά σε μία περίεργη κυλινδρική συσκευή με πολλά νούμερα να εμφανίζονται και να χάνονται από πάνω προς τα κάτω σαν φωτεινά μηνύματα σε διαφημίσεις. Η Ράλια έβλεπε την μεγάλη οθόνη που έμοιαζε με ραντάρ και έπαιζε με ένα πληκτρολόγιο που βρισκόταν μπροστά της. Η Νάντια δεν φαινόταν πουθενά.

«Θα με λύσει κανείς ;» είπε η Μάρω εκνευρισμένα.

«Και που ξέρεις ότι έχουμε σκοπό να κάνουμε κάτι τέτοιο ;» ακούστηκε πειρακτικά η φωνή της Ισμήνης που της μίλησε χωρίς να σηκώσει τα μάτια της.

«Δεν το ξέρω, το ελπίζω !!»

«Σωστά !» άκουσε τη φωνή της Νάντιας πίσω από το κεφάλι της. Δευτερόλεπτα αργότερα η Νάντια έμπαινε πάλι στο οπτικό της πεδίο. Είχε βάλει ένα μάλλινο καφέ παντελόνι και ένα χοντρό μπεζ πουλόβερ. Καφέ μπότες έφταναν μέχρι τη μέση από τις γάμπες της. Μέσα από το πουλόβερ φαινόταν ο γιακάς από ένα καφέ πουκάμισο, στο χρώμα περίπου του παντελονιού της. Ένας καφεκόκκινος σκούφος σκέπαζε λίγο τα ξανθά της μαλλιά. Στο ένα της χέρι της κρατούσε ένα πράσινο τζάκετ. Στο αυτί της υπήρχε ένα μακρόστενο ακουστικό και στη ζώνη της δύο θήκες για όπλα. Το ένα εξείχε και έμοιαζε με πιστόλι αν και η Μάρω δεν είχε δει ποτέ τέτοια λαβή και το άλλο με ένα μακρύ μαστίγιο που ήταν απλώς περασμένο στη ζώνη. 
«Μαστίγιο με δύο φωτάκια να αναβοσβήνουν στη λαβή δεν έχω ξαναδεί» σκέφθηκε η Μάρω. «Πάντως... ότι παιχνίδι και να παίζει... κούκλα είναι !! ».

«Σειρά σου» είπε η Νάντια στη Μάρω καθώς την έλυνε. «Πρέπει να ντυθείς ζεστά σαν και μένα»

«Δεν πάω πουθενά αν δεν πάρω εξηγήσεις !» την διέκοψε η Μάρω. 
«Θα αναγκαστείτε να με δέσετε ξανά ή να με παραλύσετε !»

«Θα σου δώσω αφού επιμένεις μερικές εξηγήσεις, στα πολύ γρήγορα όμως. Δεν θέλω να σε βλάψω, αλλά θα σε «μαζεύω» όταν γίνεσαι άτακτη και δεν θα σε αφήσω να φύγεις, για το καλό σου. Θέλεις δεν θέλεις είσαι μαζί μας πια, πάρε το απόφαση, μαζί μας μπορεί να κινδυνεύεις, χωρίς εμάς θα είσαι σύντομα νεκρή. Τον Παύλο τον θέλω για να μας βοηθήσει, εσένα σε προστατεύω γιατί σε έμπλεξα και... από ότι σε γνώρισα, μου αρέσεις, σε νοιάζομαι. Αν εξαιρέσουμε τα νεύρα σου εδώ, έχεις και θάρρος και κάποιες ικανότητες. 
...Αν θέλεις θα σε εντάξω στην ομάδα μας αφού πρώτα εκπαιδευτείς. Αυτό όμως δεν είναι υποχρεωτικό, θα γίνει μόνο αν το θέλεις. Υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις για σένα, αλλά δεν είναι για τώρα, θα τις συζητήσουμε αργότερα. Και η απόφαση όπως σου είπα θα είναι δική σου»

«Πολύ με το πρώτο ενικό μιλάς» την διέκοψε η Μάρω. «Όλο «θέλω» μου λες, «θα σου δώσω», «δεν θα σε βλάψω»... Είσαι αρχηγός αυτής της ομάδας έτσι ;»

«Ναι είμαι. Όπως είναι η Ελίνα από την άλλη μεριά»

«Άλλες ομάδες υπάρχουν ;»

«Όχι, όχι στη Γη και σε μεγάλο μέρος του Γαλαξία  τουλάχιστον. Αν πιάσουμε όμως αυτά... άσε με να τελειώσω αν θέλεις κάποιες εξηγήσεις, δεν έχουμε πολύ ώρα»

«Εντάξει λέγε» είπε η Μάρω καλμαρισμένη. Αυτό το «σε προστατεύω γιατί σε γνώρισα, μου αρέσεις, σε νοιάζομαι» της Νάντιας την είχε κολακέψει.   

 «Σε μισή ώρα περίπου φεύγουμε. Αργήσαμε αλλά έτυχαν κάποιες δυσκολίες και καθυστερήσαμε. Θα πάμε σε ένα κρησφύγετο της ομάδας μας, στις Άνδεις, έξω από την πρωτεύουσα της Βολιβίας, την Λα Παζ, σε υψόμετρο τρεισήμισι χιλιάδων μέτρων περίπου. Θα τηλεμεταφερθούμε εσύ και εγώ με την βοήθεια των ενεργειακών πεδίων των κεραυνών που θα ξεσπάσουν σε λίγο. Μη φοβάσαι, δεν είναι επικίνδυνο»

«Δεν φοβάμαι, δηλαδή... λίγο, για να το κάνετε εσείς...»

«Σωστά.  Στη Βολιβία είναι ήδη η Κάλι με μία τοπική ομάδα, εκεί πήγε τον Παύλο αλλά τον βοηθήσαμε να το σκάσει, τώρα είναι μαζί μας. Εκεί θα έρθει μάλλον σύντομα και η Ελίνα, θα ακούσει τους κεραυνούς και θα καταλάβει. 
...Αυτά για την ώρα. Πήγαινε τώρα στο μπάνιο, κάνε αν θέλεις ένα ντους στα γρήγορα και άλλαξε. Σου έχω καθαρές πετσέτες και ζεστά ρούχα να φορέσεις. Δεν ξέρω ακριβώς το νούμερο σου αλλά ελπίζω να μην έχεις πρόβλημα. Έβαλα την Ισμήνη που έχετε περίπου ίδιο βάρος και ύψος να πάει να σου φέρει από ένα κρησφύγετο μας εδώ κοντά. Δεν πάμε και σε καλλιστεία !»

«Ώστε θα συναντήσω πάλι τον Παύλο... και για τις Άνδεις είναι τα μάλλινα... Δεν εκπλήσσομαι πλέον με τίποτα... Καλά μη βαράς, πάω να πλυθώ και να βάλω τα ρούχα της Ισμήνης ! Αν δεν είμαι κούκλα σαν και σένα όταν βγω, την έβαψες !».  

«Την καλμάρισες » είπε η Ράλια μόλις μπήκε η Μάρω στο μπάνιο. «Την κολάκεψαν αυτά που της είπες ότι σου αρέσει και την νοιάζεσαι. Της άρεσες κι όλας όπως σε είδε ντυμένη, είδα το βλέμμα της. Μήπως, λέω εγώ τώρα, πρέπει να πας και στο μπάνιο να της τρίψεις την πλάτη ;» συμπλήρωσε το πείραγμα της ενώ η Ισμήνη έβαλε τα γέλια.

«Δεν τα παρατάτε τώρα αυτά ;» τις έκοψε η Νάντια « Λοιπόν... να τελειώνουμε» συνέχισε κοφτά, κάνοντας σαφές ότι το σύντομο διάλειμμα τους είχε τελειώσει. «Μην αρχίσουν να πέφτουν οι κεραυνοί και μας πιάσουν στον ύπνο. Δύο θα είναι μόνο. Δεν πρέπει να αυξηθεί πολύ η συχνότητα τους αυτή την εποχή, αλλιώς θα δημιουργηθούν ερωτηματικά»

Βολιβία. Περιοχή Λα Παζ, στην «Κοιλάδα των Κεραυνών»

«Υπέροχος !» είπε ο Παύλος πίνοντας μία ακόμα γουλιά από τον αρωματικό καφέ της Eneninda. «Και αυτό στο λέω εγώ που μου αρέσει πολύ ο καφές, έχω δοκιμάσει πολλά είδη  και ποικιλίες»

«Η γνώμη ενός ειδικού λοιπόν» είπε η Eneninda κολακευμένη.

«Δεν θα μιλήσουμε όμως τώρα για τον καφέ» μπήκε στην κουβέντα ο Μαουρίτσιο. «Σε λίγο θα έρθουν οι καλεσμένοι μας. Ρώτα με, ότι θες. Όσο μπορώ να σου απαντήσω θα απαντώ, χωρίς να σε ζαλίσω με λεπτομέρειες που δεν σε αφορούν αυτή στη στιγμή»

«Ας τα πάρουμε από την αρχή...  Όλοι εδώ είστε από το μέλλον ;»

 «Μόνο εγώ και ο Κάσα, από το 2430. Ακόμα και με την αδελφή μου έχω μερικούς αιώνες διαφορά ! Η μητέρα μου, Ιταλίδα,  δραπέτευσε από το μέλλον στον μεγάλο πόλεμο του 2401. Τυχαία ήρθε εδώ, να κρυφτεί κάπου που δεν θα την έψαχναν. Με έφερε μαζί της, ήμουν τριών ετών τότε. Ο πατέρας μου, Ισπανός αυτός, σκοτώθηκε, με μεγάλωσε η αδελφή της που δεν έφυγε. 
Η μητέρα μου γνώρισε εδώ στη Λα Πάζ ένα ντόπιο και τον παντρεύτηκε. Εκείνη έκανε το πρώτο κλιμάκιο αυτής της ομάδας εδώ. Η Eneninda είναι ετεροθαλής μου αδελφή, είναι "περασμένη" όπως τους λέμε, γεννήθηκε εδώ, στη δικιά σας εποχή»

«Τι είπες ότι είναι η Eneninda ;» ρώτησε ο Παύλος απορημένος.

«Είναι "περασμένη". Έτσι λέμε όσους γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη δικιά σας εποχή. Και εσύ "περασμένος" είσαι, όπως και ο Αμάρο. Για να σε προλάβω, εσείς μας λέτε "αγέννητους" .  Εμένα με φωνάζετε "αγέννητο", η Κάλι που σε αιχμαλώτισε... και αυτή "αγέννητη" είναι»"

«Έχω να κάνω με δύο αγέννητα και δύο περασμένους λοιπόν !» είπε ο Παύλος χαμογελώντας. «Ωραία Παρέα ! Και γιατί με αιχμαλώτισε η Κάλι ; Κάτι άρχισε να μου λέει ο Αμάρο αλλά δεν κατάλαβα...»

«Μπορούμε και ταξιδεύουμε και στο χωροχρόνο... Όποτε μπορούμε βέβαια και όποτε είναι αναγκαίο. Δεν είναι εύκολο. Από εκεί ξεκινά η εμπλοκή σου»

«Δηλαδή ;»

«Για να ταξιδέψεις στο χρόνο χρειάζεσαι δύο πράγματα : τα απαραίτητα ενεργειακά αποθέματα και την απαραίτητη τεχνολογία για να τα εκμεταλλευθείς. Πες ότι θέλουμε να ταξιδέψουμε από την εποχή μας, πίσω στο 2010, στην εποχή σας. Θα χρησιμοποιήσουμε κάποια από τα ενεργειακά αποθέματα του 2430 και την απαραίτητη τεχνολογία. Στην εποχή μας τα έχουμε, γυρνάμε λοιπόν στο παρελθον, σε σας. Αν τώρα θέλουμε να επιστρέψουμε από το 2010 στο 2430, με τι τεχνολογία θα το κάνουμε ; με τι ενέργεια ;»

«Δεν φέρνετε μαζί σας ;»

«Φέρνουμε τεχνογνωσία. Ξέρουμε το τι χρειάζεται. Λαμβάνουμε υπ όψιν μας το τεχνολογικό επίπεδο της εποχής στην οποία πάμε και φέρνουμε κάποια από όσα χρειάζονται. Αρκετά όμως δεν μεταφέρονται. Μπορούμε να τα φτιάξουμε αλλά παίρνει πολύ χρόνο και για μερικές εποχές είναι επικίνδυνο. Μία καλή μου φίλη, η Ράνια, κάηκε σαν μάγισσα στο Σάλεμ, το 1692, σε ένα χωριό έξω από την Μασαχουσέτη, στις σημερινές Η.Π.Α» είπε ο Μαουρίτσιο ενώ το βλέμμα του σκοτείνιασε.

«Οι μάγισσες του Σάλεμ... έχω ακούσει. Λυπάμαι... που να το φαντασθώ...»

«Δεν ήταν όλες από το μέλλον, μία μόνο, η Ράνια. Η ομάδα που είχε έρθει μαζί της διέφυγε... Λοιπόν...» συνέχισε με άλλο τόνο...«τεχνογνωσία έχουμε, πολλά τα φέρνουμε μαζί μας για να γυρίσουμε πίσω, κάποια άλλα τα φτιάχνουμε.  Και πάλι δεν τα βρίσκουμε όλα ούτε μπορούμε να τα φτιάξουμε όλα σε κάθε μέρος, σε κάθε εποχή. Διαλλέγουμε που θα πάμε. 
Κάτι παρόμοιο γίνεται με την ενέργεια, μπορεί όταν είμαστε εδώ, στην εποχή σας, να χρησιμοποιούμε τα ενεργειακά πεδία των κεραυνών για τηλεμεταφορές, αλλά τα ταξίδια στο χωροχρόνο θέλουν πολύ ενέργεια»

«Το καταλαβαίνω...» είπε ο Παύλος... Όσο πιο πολλά χρόνια πρέπει να διασχίσετε, τόσο περισσότερη ενέργεια θα χρειάζεστε»

«Λογική η σκέψη σου, εφαρμόζεται αυτό ακόμα και τώρα, στην εποχή μας. Όμως το 2080 ο Ανδρόνικος Διπάβλης απέδειξε ότι μπορεί κάποιος να ταξιδέψει στον χωροχρόνο αφού πρώτα περιέλθει σε μία "αχωροχρονική"  κβαντική κατάσταση. Από εκεί και μετά μπορεί να πάει όπου θέλει στο χωροχρόνο, ξοδεύοντας την ίδια ενέργεια, όσο πίσω ή όσο εμπρός και να πάει χωροχρονικά. Πήρε Νόμπελ για αυτό, ήταν ο Einstein της εποχής του. 
Αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο. Η ενέργεια που χρειάζεται για να περιέλθεις σε αυτή την κατάσταση και μετά να επανέλθεις στην κανονική σου κατάσταση δεν είναι μεγάλη, συγκριτικά με τις άλλες μεθόδους είναι σημαντικά μικρότερη. Ενεργειακά κερδίζεις πολύ. 
...Όμως» συνέχισε ο Μαουρίτσιο πίνοντας ακόμα μία γουλιά καφέ, «...ότι γλυτώνουμε σε ενέργεια σε αυτή την περίπτωση το χάνουμε σε ασφάλεια. Χρόνια αργότερα μπόρεσε να γίνει η μετάβαση στην αχωροχρονική κατάσταση.  Έγιναν πολλά πειράματα και χάθηκαν πολλές ζωές. Έτσι μείναμε στις κλασσικότερες μεθόδους όπως τα ενεργειακά πεδία από πολλούς κεραυνούς που χρησιμοποιούμε εδώ ή σε άλλες μεθόδους, μη σε ζαλίζω. Οι κεραυνοί είναι ασφαλέστερη μέθοδος αλλά θέλει περισσότερη ενέργεια, στην περίπτωση μας πολλούς κεραυνούς. Όλες αυτές οι «κλασσικές μέθοδοι είναι απαγορευτικές για τα ταξίδια στο μέλλον, μετά την εποχή μας, το 2430. Υπάρχει ενεργειακό πηγάδι, θέλει τεράστια ενέργεια για να βγεις, δύσκολο να σου εξηγήσω το γιατί, ούτε εγώ το ξέρω καλά καλά, πρέπει να είσαι ειδικός. Εδώ μπαίνεις εσύ στο χορό...»

«Με ποιό τρόπο ;»

«Είσαι ο μόνος που ταξίδεψες στο μέλλον, στο 2530, 100 χρόνια μετά την εποχή μου !» είπε ο Μαουρίτσιο. «Πήγες για να μας φέρεις τεχνογνωσία».

«Δηλαδή... τι μου λες... και εγώ "αγέννητος" είμαι ;»

«Όχι !» είπε γελώντας ο Μαουρίτσιο. «Γεννήθηκες στην Αθήνα, στην εποχή που ξέρεις. Αλλά είχες κάτι πολύ σπάνιο στο αίμα σου... είχες κβαντοδισθενή μιτοχόνδρια, μη με ρωτάς τι και πως, αναφέρεται σε γνώσεις βιολογίας του 2378, μόνο ένας άνθρωπος περίπου στο δισεκατομύριο το έχει αυτό. Σημασία έχει ότι εσύ μπορείς και μεταφέρεσαι στην αχωροχρονική κατάσταση που σου έλεγα πριν και επιστρέφεις, με απόλυτη ασφάλεια και πολύ πιο εύκολα. 
Οι αποικισμοί στο διάστημα έφεραν μεταλλάξεις, μέχρι να το πάρουμε είδηση... τελικά από όσο ξέρουμε, κανείς εκτός γης δεν το έχει αυτό. Είσαι ο ένας στο δισεκατομμύριο, το διανοείσαι ; Κι αν υπάρχει άλλοι τέσσερις με αυτό το χάρισμα στη γή των πέντε δισεκατομμυρίων, τόσο έχει μετά τους πολέμους, δεν τους ξέρουμε !»

«Γι αυτό μου έφτιαξαν κλώνο... Τώρα καταλαβαίνω... αλλά απέτυχε και τον σκότωσαν»

«Ακριβώς !»

«Και εμένα, πως βρήκαν ότι έχω αυτό το πράγμα στο αίμα μου ; Και πότε με έστειλαν στο μέλλον ; Δε θυμάμαι τίποτα τέτοιο ; Και γιατί κάποιοι άλλοι, "αγέννητα" και για σας, δεν σας είπαν τίποτα ;»

«'Ενα ένα... Δεν θυμάσαι γιατί σε έφεραν από την εποχή σου στο δικιά μας εποχή, εκεί σε προγραμμάτισαν εγκεφαλικά και σε έστειλαν στο 2530. Έμεινες περίπου μία εβδομάδα. Μετά γύρισες με καθολική αμνησία, τι έγινε, τι είδες, τι έμαθες, αγνοούμε. Ίσως η γενετική σου ιδιαιτερότητα να παίζει κάποιο ρόλο, δεν ξέρω. Αποκαταστήσαμε τις εγκεφαλικές σου λειτουργίες μέχρι τη στιγμή που σε πήραμε από την εποχή σου στην εποχή μας. Προσπαθήσαμε πολύ να κάνουμε κάτι περισσότερο, δεν τα καταφέραμε. Έτσι σε μεταφέραμε πίσω στην εποχή σου, στη νύχτα και στην ώρα που σε πήραμε, κοιμόσουν. Το πρωϊ που ξύπνησες... όλα αυτά δεν είχαν γίνει ποτέ !
...Όσο γιατί δεν μας τα λένε τα δικά μας τα "αγέννητα"... δεν ξέρω. Δεν τα ξέρουμε όλα. Ή δεν μας επισκέπτονται από το μέλλον για κάποιο λόγο που αγνοούμε ή αν ακόμα μας επισκέπτονται δεν τους έχουμε εντοπίσει. Κι ας προσπαθήσαμε πολύ»

«Ένα στο δισεκατομμύριο !» είπε ο Παύλος εντυπωσιασμένος. Και εμένα ποιός με ανεκάλυψε ότι έχω αυτό το σπάνιο αίμα ;»


«Η Νάντια, βρήκε όμως η Κάλι έναν από τους επιστήμονες  που δούλευαν για αυτήν. Κάποιος πρόδωσε. Η Κάλι τον βασάνισε, το έμαθε και μετά τον σκότωσε».

Συνεχίζεται... 

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

1000 μέτρα - 17


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

Αθήνα. Στο σπίτι της Κάλι.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ

«Δυό άσχετοι ήταν κοντά εκεί που σε πήραμε και αυτοκίνητα περαστικά. Βράδυ, σε μία πόλη που οι περισσότεροι δεν θέλουν να ανακατευθούν σε τίποτα. Και να πουν ότι είδαν κάτι που κράτησε τόσο λίγο... τρελούς θα τους βγάλουν. Όσο για το διαμέρισμα του Παύλου, φρόντισε η Ελίνα και έστειλε καθαριστές. Εμείς στείλαμε στο δικό μου σπίτι. Δεν υπάρχει πλέον τίποτα ανησυχητικό εκεί»
«Καλά πόσοι καθαριστές, όπως τους λες, έχει φέρει κάθε ομάδα ;»
«Τους ίδιους έχουμε. Έχουν ορκισθεί ότι θα είναι ουδέτεροι και είναι. Λοιπόν... τέρμα η ανάκριση προς το παρόν...» είπε η Νάντια βλέποντας την μία κοπέλα  να της κάνει νόημα. «Κάτι βρήκε η Ισμήνη, πάω να δώ. Πιες τον καφέ σου»

H Νάντια μίλησε αρκετή ώρα με τις δύο κοπέλες που την βοηθούσαν. Της έδειχναν κάτι φωτεινά ίχνη σε μία μεγάλη οθόνη συσκευής που έμοιαζε με οθόνη ραντάρ, όπως τουλάχιστον της είχε δει η Μάρω σε ταινίες, μετά γράμματα και σειρές αριθμών στην οθόνη ενός υπολογιστή συνδεδεμένου με καλώδια με μερικές από τις συσκευές που έβλεπε. Κατά διαστήματα μιλούσαν σε μία γλώσσα που ή Μάρω δεν την καταλάβαινε ούτε θυμόταν να την είχε ακούσει ποτέ. 

«Σε μισή ώρα περίπου φεύγουμε» είπε η Νάντια γυρίζοντας ύστερα από λίγο. Με το που είδε την Μάρω κατάλαβε πως κάτι την απασχολούσε. 

«Φεύγουμε ;» είπε η Μάρω με κάποια ένταση στη φωνή της. «Φεύγουμε ποιοί και πάμε που ;»

«Εσύ και εγώ. Οι άλλοι πρέπει να κάτσουν εδώ. Είναι πολλά που πρέπει να γίνουν ακόμα. Όσο για το που πάμε... δεν θα σε ενθουσιάσει αυτό που θα σου πω... Πρέπει να πάμε...»

«Δεν με ενδιαφέρει που πρέπει να πάς» την έκοψε η Μάρω. «Είναι δικός σου πόλεμος και λυπάμαι που στο λέω, δεν με αφορά ! Συνεχίστε ότι κάνετε, εγώ φεύγω. Θέλω να πάω να κάνω ένα μπάνιο, να χαλαρώσω. Aύριο το πρωϊ πρέπει να πάρω τους γονείς μου τηλέφωνο, να μιλήσω με ένα πελάτη που θα τον δω αργότερα στα δικαστήρια, αν προλάβω να πάρω καμιά φίλη μου τηλέφωνο, να κοιτάξω λίγο και τα προσωπικά μου, να κάνω μερικές αναγκαίες δουλειές...  Έχω ζωή εδώ, το καταλαβαίνεις ; Αρκετά έτρεχα μαζί σας παίζοντας το κεφάλι μου»

«Νόμιζα πως σου είχα πει αρκετά, πως είχαμε γίνει φίλες» είπε η Νάντια πιάνοντας απαλά το χέρι της και κοιτώντας την στα μάτια. « «Άσε με να σου εξηγήσω»

«Δεν θέλω να μου εξηγήσεις τίποτα !» είπε η Μάρω τραβώντας απότομα το χέρι της. «Και μη μου κάνεις κόλπα με τα μάτια σου πάλι ! Μη με εμποδίσεις ! Πρέπει να με αφήσεις να φύγω, μόνο με το ζόρι θα με κρατήσεις, αυτό θέλεις ;»

«Το τι θέλω δεν έχει σχέση» είπε η Νάντια ήρεμα. «πρέπει να σου σώσω τη ζωή και δεν το καταλαβαίνεις. Αν φύγεις κινδυνεύεις. Σε έχουν συνδέσει μαζί μου. Σε θεωρούν συνεργάτη μου. Έχουν αρκετούς πράκτορες εδώ, ούτε εγώ τους ξέρω όλους. Αν χωρίσουμε, ακόμα και αν φύγω μόνη και το μάθουν, θα σε θεωρήσουν ότι συνεργάζεσαι πλέον με το κλιμάκιο μας που έμεινε εδώ. Αυτό θέλεις ;»

«Δε με ενδιαφέρει τι λες !» είπε πεισμωμένα η Μάρω. «Δεν είναι δικός μου πόλεμος, στο είπα, δεν με αφορά ! Έφυγα !!»

Γύρισε να φύγει αλλά δεν έφτασε στην πόρτα. Ένοιωσε την Νάντια να της πιάνει το μπράτσο και να την παραλύει, εξαναγκάζοντας την να μείνει ακίνητη... Το επόμενο δευτερόλεπτο ή Νάντια ήταν μπροστά της. Το χέρι της ξανθιάς αμαζόνας άφησε το χέρι της αλλά έπιασε τρυφερά το κεφάλι της Μάρως εξαναγκάζοντας την να δει τη Νάντια στα μάτια.

«Δε θέλω να σου κάνω κακό» της είπε η Νάντια σιγά... «Σε ακινητοποιώ για να με ακούσεις. Οι εχθροί μου Μάρω είναι πλέον και δικοί σου εχθροί. Είναι αδίστακτοι, δεν είναι σαν και εμάς, δεν ρωτούν πολλά, σκοτώνουν... Αυτό θέλεις... για σένα, για τους δικούς σου ; κινδυνεύουν όλοι όσοι θα έρθεις σε επαφή μαζί τους»

«Και εσύ τι κάνεις τώρα ; Με έχεις ακινητοποιήσει με το βλέμμα σου, ετοιμάζεσαι να με απαγάγεις με το ζόρι ! Θέλω να φύγω και δεν με αφήνεις. Και στο κάτω κάτω... γιατί είμαι τόσο σημαντική ;»

«Σε βλέπουν σαν συνεργάτη μας, στο είπα ! Μετά την συμπλοκή στο σπίτι του Παύλου, θεωρούν ότι είχες προσκολληθεί σε αυτόν εκτελώντας αποστολή που σου είχαμε αναθέσει. Στα μάτια τους είσαι επίσης υπαίτια που δεν με εξουδετέρωσαν. Βοήθησες να τους εξουδετερώσω, βοήθησες να σκοτώσω τον Λότ που ήταν σημαντικός τους πράκτορας. Θες κι άλλα ;»

«Αν υπάρχουν κι άλλα, ναι, θέλω να τα μάθω» είπε η Μάρω.

Η Νάντια σταμάτησε για μια στιγμή να κοιτά τη Μάρω και κοίταξε την Ράλια  που ήταν δίπλα της. Μίλησαν για δυό λεπτά στην γλώσσα που η Μάρω δεν καταλάβαινε. Η Μάρω ένοιωσε ότι μπορούσε πάλι να κινηθεί αλλά δεν επιχείρησε τίποτα. Αν ήθελαν την σταματούσαν σε δευτερόλεπτα... και ίσως όχι τόσο φιλικά αυτή τη φορά.

«Αφού επιμένεις...» είπε η Νάντια τελικά... «Υπάρχει κάτι ακόμα, ίσως το σημαντικότερο... Ο Παύλος είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο για αυτούς. Όπως είναι και για μας. Τον βοήθησε μία άλλη ομάδα μας και το έσκασε, είναι μαζί τους τώρα ! Θα σε χρησιμοποιήσουν για να τον πιάσουν. Μετά τους είσαι άχρηστη, θα σε σκοτώσουν !»

«Παραμύθια !»

«Μάρω... τα ξέρω αυτά που σου λέω... Η Ράλια αντάλλαξε μηνύματα με την ομάδα που έχει τώρα τον Παύλο... Γι αυτό δεν μπορώ να σε αφήσω... Θα σε πιάσει η Κάλι με την Ελίνα και θα σε κάνουν όργανο τους για να τον πιάσουν. Έχουν τα μέσα και τις γνώσεις για να το κάνουν... Αν τον πιάσουν χωρίς την βοήθεια σου, τότε δεν θα σε χρειάζονται, απλώς θα σε σκοτώσουν για όλα τα άλλα που σου είπα πριν. Μόνο αν κρυφτείς κάπου, τουλάχιστον για λίγο... ».

«Ώστε για αυτό γίνεται όλη η ιστορία ;» είπε θυμωμένη η Μάρω διακόπτοντας την. «Και εσείς τον Παύλο θέλετε ; Εγώ είμαι το πιόνι για να τον έχετε του χεριού σας ; Ίδιοι είστε με τους άλλους ! Εγώ πιόνι δε γίνομαι κανενός !! Παράλυσε με αν θες ! Αλλιώς φεύγω ! » φώναξε και γύρισε προς την πόρτα.

«Κρίμα» είπε η Νάντια. Αυτό ήταν το μόνο που πρόλαβε να ακούσει η Μάρω πριν νοιώσει ένα μυρμήγκιασμα και όλα να σκοτεινιάζουν γύρω της. 

Η Νάντια έπιασε το αναίσθητο σώμα της Μάρως πριν πέσει κάτω και με την βοήθεια της Ράλιας το έβαλε με προσοχή σε ένα φαρδύ πάγκο. «Δέσε την μη πέσει» είπε στην Ισμήνη, παραμερίζοντας τρυφερά μία τούφα από τα μαλλιά της Μάρως και χαϊδευόντας της το μέτωπο. «Δε θέλω να πειράξω άλλο το νευρικό της σύστημα»

«Μη στεναχωριέσαι για τη νέα σου φίλη» είπε η Ισμήνη στην Νάντια. «Είναι πεισματάρα και εγωϊστρια. Της πείραξε που δεν έχει πρώτο ρόλο ! Θα της περάσει»

«Της έπεσαν πολλά μαζεμένα» είπε η Νάντια. «Άλλαξαν τόσα πράγματα στη ζωή της μέσα σε λίγες ώρες... Έχει όμως κουράγιο. Μου αρέσει αυτό»

«Όχι μόνο αυτό...» είπε η Ράλια πειρακτικά. 

«Δέστε την και ετοιμάστε τους κωδικούς μετάβασης» είπε η Νάντια αποφεύγοντας να δώσει συνέχεια στο πείραγμα της Ράλιας, δεν είχε διάθεση. «Πάω να δω αν ομαλοποιήθηκαν οι υπερχωρικές προβολές»

Η Ισμήνη άλλαξε μία ματιά με την Ράλια και χαμογέλασαν αλλά η Νάντια δεν τις είδε, ήταν ήδη μπροστά στην μεγάλη οθόνη.

Βολιβία. Περιοχή Λα Παζ, στην «Κοιλάδα των Κεραυνών»

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ 
Ο Αμάρο οδηγούσε κάπου μία ώρα. Ο Παύλος ένοιωσε ότι κατέβαιναν. Πέρασαν δύο μικρά χωριά που πρέπει όμως να συγκέντρωναν τουρίστες, ο Παύλος πρόλαβε να δει τα δύο μικρά Πούλμαν σε ένα από αυτά. Και ο δρόμος έγινε καλύτερος.
«Μόλις πέρασαν» είπε ο οδηγός του ενός πούλμαν στο κινητό του. «Ναι, γνώρισα τον Αμάρο, αυτός οδηγούσε, δίπλα του ένας άλλος. Ο ξένος που ψάχνετε καθόταν πίσω, ανάμεσα σε μία ντόπια και έναν που δεν είδα καλά. Τι θέλετε να κάνω ; να πω στην τοπική ομάδα της Λα Παζ να τους περιμένει ;» 
«Όχι !» είπε η Κάλι. «Έχω άλλα σχέδια»

O Παύλος προσπάθησε για μία ακόμα φορά να δει έξω αλλά δεν κατάφερε να δει και πολλά πράγματα. Καθισμένος ανάμεσα στον Κάσα και την Eneninda ένοιωθε το αμάξι να ανεβοκατεβαίνει σε δρόμους που τις περισσότερες φορές ήταν χωματόδρομοι, να περνούν μερικές φορές μέσα από μικρά χωριά, να περνούν μέσα από δάση, να βρίσκονται σε βουνοκορφές, να περιβάλλονται από πράσινο που όσο πέρναγε η ώρα γινόταν και πυκνότερο.

Ο Μαουρίτσιο ήταν σιωπηλός και κοίταζε έξω προσεκτικά, ο Παύλος ένοιωθε την ένταση του. Την τελευταία ώρα ο ουρανός είχε γεμίσει σύννεφα, έμοιαζε σα να είχε σουρουπώσει και το χειρότερο ταξίδευαν κάτω από βροχή που όλο και δυνάμωνε. Χονδρές σταγόνες βροχής έσκαζαν στο παρ-μπριζ του αυτοκινήτου χωρίς όμως από ότι φαινόταν να δυσκολεύουν τον Αμάρο που οδηγούσε ανέμελα κουβεντιάζοντας στα Ισπανικά με τον Κάσα.

 «Για ποδόσφαιρο λένε» ενημέρωσε η Eneninda τον Παύλο. «Αν τους ακούσεις να μαλώνουν μη σου φανεί παράξενο. Όλο έτσι κάνουν !».

«Είσαι όμορφη !» της ψιθύρισε ο Παύλος ανοιγοκλείνοντας τα χείλη του, ελπίζοντας ότι οι άλλοι δεν θα πρόσεχαν το άηχο κοπλιμέντο του. Η Eneninda όμως τον κατάλαβε και γέλασε κοιτώντας τον για μια στιγμή στα μάτια. Μετά γύρισε το κεφάλι της και αφοσιώθηκε να παρακολουθεί τη βροχή που έσκαγε στο τζάμι. 

Το αμάξι έκοψε ύστερα από λίγο ταχύτητα και σταμάτησε μπροστά σε ένα μία καλύβα που ξεφύτρωσε μέσα από τα δένδρα. «Φτάσαμε !» είπε ο Μαουρίτσιο. Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκε έξω κρατώντας ένα πιστόλι ενώ ο Κάσα τον μιμήθηκε, βγάζοντας το όπλο του. Ο Παύλος πήγε να βγει και αυτός αλλά ένοιωσε το χέρι της Eneninda να τον σταματά.

«Περίμενε, πρέπει να δουν πρώτα ότι όλα είναι εντάξει» του είπε σιγά. Το χέρι της έσφιξε το δικό του ίσως λίγο περισσότερο από όσο χρειαζόταν, κάνοντας τον να ριγήσει. Ο Αμάρο περίμενε καθισμένος πάντα στη θέση του οδηγού με την μηχανή αναμμένη.

Σε δυό λεπτά ο Μαουρίτσιο ξαναφάνηκε και τους έκανε νόημα ότι μπορούν να έλθουν. Η Eneninda βγήκε και έτρεξε προς τον αδελφό της και ο Παύλος την ακολούθησε. Ο Άμάρο ξεκίνησε πάλι και χάθηκε στα δέντρα.

«Πάει το αμάξι από πίσω, να μη φαίνεται» είπε η Eneninda προλαβαίνοντας την απορία του. «Καλώς όρισες και σε αυτό το καταφύγιο μας»  

Μέσα στην καλύβα ήταν μισοσκόταδο, ο Μαουρίτσιο άναψε ένα δαυλό. Ένας ήχος ακούστηκε απ έξω από την πόρτα σαν ξύσιμο κάνοντας τον Πάυλο να κοιτάξει την συντροφιά του απορημένος.

«Ο Αμάρο είναι» είπε ο Μαουρίτσιο. «Σβήνει τα ίχνη του αυτοκινήτου και τα δικά μας με κλαδιά, να μη φαίνεται ότι σταματήσαμε εδώ. Θα πετάξει φύλλα και μερικά μικρά κλαδιά στα παράθυρα και στην πόρτα μπαίνοντας, να φαίνεται η καλύβα ακατοίκητη εδώ και καιρό. Τουλάχιστον για μια πρώτη ματιά, για όποιον είναι με αυτοκίνητο και περάσει από εδώ. Υπάρχουν και άλλες τέτοιες καλύβες πιο πριν και πιό μετά σε αυτό το δρόμο. Όχι δικές μας, ντόπιων που μένουν και δουλεύουν στην περιοχή. Επίτηδες κάναμε αυτή εδώ να μοιάζει με τις άλλες.»

Ο Αμάρο άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Πέταξε τα τελευταία κλαδιά που κρατούσε μπροστά στην πόρτα και την έκλεισε. Άφησε σε μία πρόχειρα φτιαγμένη καρέκλα ένα σακίδιο που κουβαλούσε στην πλάτη του και γύρισε προς τον Παύλο. «Πάω στοίχημα πως δεν θα έλεγες όχι για λίγο καφέ»    

Ο Παύλος κοίταξε γύρω του. Ήταν μία μικρή ξύλινη καλύβα, με ένα παράθυρο που ήταν σφαλιστό και μια πόρτα. Ένα μεγάλο τραπέζι στη μέση του δωματίου, δύο καρέκλες, η Eneninda καθόταν ήδη σε μία από αυτές. «Τι το ιδιαίτερο έχει αυτό το μέρος ;» αναρωτήθηκε ο Παύλος «... και που να έχει πάει τελικά ο Κάσα ;»

«Λίγο καφέ και πολλές εξηγήσεις» είπε τελικά κοιτώντας προς τον Μαουρίτσιο.  «Δεν πιστεύω ότι με φέρατε για εκδρομή εδώ».

Εκείνη την ώρα ακούστηκε ένα τρίξιμο κάτω από το τραπέζι. Ένα ξύλινο τμήμα του πατώματος σηκώθηκε προς τα πάνω και φάνηκε ο Κάσα. «Κατεβείτε» τους είπε πριν ξαναχαθεί στην καταπακτή.

«Δεν σε φέραμε για εκδρομή» του είπε ο Μαουρίτσιο. «Κάτω θα μάθεις ότι πρέπει να μάθεις πίνοντας τον καλύτερο καφέ του κόσμου, τον καφέ της αδελφής μου !».

Η καταπακτή δεν ήταν πολύ φαρδιά και δεν υπήρχε σκάλα. Ο Παύλος δυσκολεύτηκε λίγο, πιάστηκε από τα άκρα της καταπακτής και άφησε το σώμα του να πέσει. Ένα μέτρο πιό κάτω τα πόδια του συνάντησαν δάπεδο. Έσκυψε με προσοχή και κατηφόρισε στον γρανιτένιο διαδρομο που κατηφόριζε, ακολουθώντας τον Κάσα. Πίσω του ο Μαουρίτσιο βοηθούσε την Eneninda που διαμαρτυρόταν ότι δεν χρειάζεται βοήθεια. Ο Αμάρο πέταξε το σακίδιο, κατέβηκε τελευταίος και έκλεισε την καταπακτή από πάνω του.

«Από σπηλιά σε σπηλιά με πάνε» σκέφθηκε ο Παύλος καθώς κατηφόριζε σε ένα διάδρομο που γινόταν όλο και πιό ψηλός και πιό φαρδύς. Όταν έφτασε εκεί που τον περίμενε ο Κάσα, έμεινε άφωνος. 

Βρισκόταν στο κέντρο μίας μεγάλης σάλας. Δεν του θύμιζε σε τίποτα την υπόγεια σπηλιά στην οποία ήταν πριν λίγες ώρες, αυτό το μέρος μάλλον με μεγάλη αίθουσα εργαστηρίου έμοιαζε. Όλη η σπηλιά ήταν βαμμένη άσπρη. Φώτα νέον στο ταβάνι σε άφηναν να δεις άνετα προς κάθε κατεύθυνση. Οι δύο από τους τέσσερεις τοίχους ήταν γεμάτοι οθόνες, οι περισσότερες ήταν σβηστές. Πέντε μόνο ήταν ανοιχτές, η μία έδειχνε την είσοδο της καλύβας και τον δρόμο μπροστά, μπορούσες να δεις άνετα αν ερχόταν κάποιος. Άλλες τρεις οθόνες έδειχναν την καλύβα από τις άλλες πλευρές, σε μία από αυτές μισοφαινόταν και το αμάξι που τους είχε φέρει. Μία πέμπτη οθόνη, μεγαλύτερη από τις προηγούμενες έμοιαζε με οθόνη ραντάρ και σάρωνε κάτι άγνωστο στο Παύλο δείχνοντας μερικά πολύχρωμα φωτεινά στίγματα.

Μπροστά από τις οθόνες υπήρχαν καρέκλες με ρόδες. Πολλές συσκευές ήταν σε πάγκους στο κέντρο της σάλας. Υπήρχαν δύο επιτραπέζιοι υπολογιστές, τρια lap top και μερικές ακόμα που του ήταν άγνωστες. Στον ένα τοίχο που δεν είχε οθόνη υπήρχε ο διάδρομος που οδηγούσε στην καλύβα πάνω τους και ένας φαρδύς αεραγωγός με σίτες, ο Παύλος ένοιωσε τον κρύο αέρα να έρχεται από εκεί. Ο άλλος τοίχος είχε μία μισόκλειστη πόρτα.  Δίπλα στην πόρτα υπήρχε μία αρκετά φαρδιά και γυαλισμένη εξέδρα, με led (μικροσκοπικά φώτα) από πάνω της που αναβόσβηναν.  Έμοιαζε με αυτήν που εξουδετέρωσε τις νανοσυσκευές παρακολούθησης στην σπηλιά του Camino de la Muerte.

«Έχουμε και ανέσεις» είπε ο Κάσα βλέποντας τον Παύλο να κοιτά προς την μισάνοιχτη πόρτα.  «Υπάρχει κουζίνα εκεί, αποθήκη με τρόφιμα, κρεβάτια για να ξεκουραστεί κάποιος που δεν έχει βάρδια, δύο χημικές τουαλέτες, μέχρι και δύο ντουζ έχουμε !» είπε περήφανα.

«Καλά... πόσοι μένουν ή δουλεύουν εδώ ;» ρώτησε ο Παύλος μη κρύβοντας την έκπληξη του. «Και που είναι τώρα ;»

«Συνήθως είναι τέσσερα άτομα» άκουσε τον Μαουρίτσιο πίσω του. «Με βάρδιες. Τώρα που ήρθες εσύ δεν τους βλέπεις, είναι κρυμμένοι στο δάσος. Σε φυλάνε !!»

«Και η εξέδρα ; για να εξουδετερώνει τις νανοσυσκευές παρακολούθησης ;»

«Όχι ! Αυτές εξουδετερώνονται αυτόματα μπαίνοντας στην καλύβα ! Άλλη τεχνολογία, πιό εξελιγμένη. Η Εξέδρα είναι για τα ταξίδια μας...»

«Για ποια ; »

«Τα ταξίδια μας ! Πάμε και ερχόμαστε όπου θέλουμε στη γή, αν έχουμε το απαραίτητο ενεργειακό απόθεμα. Αν έχουμε πολύ ενεργειακό απόθεμα ταξιδεύουμε και στο χρόνο... Το τελευταίο όμως δεν γίνεται ούτε εύκολα ούτε συχνά. Μην είσαι όμως βιαστικός ! Μόλις μπήκαμε. Θα τα πούμε όλα σε λίγο, πίνοντας τον καφέ της Eneninda »

Συνεχίζεται... 

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

1000 μέτρα - 16


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16.

Περίληψη προηγουμένων : Το κινητό της Μάρως χτύπησε. «Σε ένα λεπτό θα δεις λίγο πιο μπροστά σου να σταματά ένα σκούρο μπλε Όπελ» άκουσε μία άγνωστη ανδρική φωνή. Άνοιξε την πόρτα και μπες μέσα»

Δυό μέτρα πίσω από την Μάρω, χτύπησε και το κινητό της κοκκινομάλλας που την παρακολουθούσε μαζί με τους δύο άνδρες. «Ετοιμάζονται να την μαζέψουν» ακούστηκε η ψυχρή φωνή της Ελίνας. «Ακτίνες αποτροπής ! Τώρα !»

Αθήνα. Κοντά στο σπίτι της Νάντιας.

Η Μάρω έκλεισε το κινητό της προβληματισμένη.  Ποιός ήταν άραγε ο άνδρας που την πήρε τηλέφωνο ; Που βρήκε τον αριθμό του κινητού της ; Κι αν δεν επρόκειτο για βοήθεια αλλά ήταν απλώς μία παγίδα ;

Κοίταξε γύρω της. Είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται σύρριζα με το πεζοδρόμιο. Δεν πρόλαβε όμως να δει κάτι άλλο. Πρόλαβε και είδε μία γαλάζια λάμψη και μετά όλα έσβησαν γύρω της.
...

«Συνέρχεται !» άκουσε η Μάρω μία άγνωστη φωνή να λέει. άνοιξε τα μάτια της. Βρισκόταν σε ένα άγνωστο χώρο. Συσκευές με πολλά φωτάκια και οθόνες, υπολογιστές, δύο γυναίκες να πηγαινοέρχονται  να τις χειρίζονται και να λένε κάτι ακαταλαβίστικα σε αυτήν,  η μία νεαρή μικρότερη της, η άλλη μεγαλύτερη. Και η Νάντια να την πλησιάζει χαμογελαστή...

«Μη σηκωθείς απότομα... ηρέμησε... όλοι φίλοι είναι εδώ, είσαι σε καλά χέρια» της είπε η Νάντια.

«Τι έγινε ;» μουρμούρισε καθώς έπιανε το χέρι της Νάντιας για να κάτσει στον πάγκο που την είχαν βάλει. «θυμάμαι μία λάμψη, γαλάζια... μετά δε θυμάμαι... λιποθύμησα ;»

 «Θα τα πούμε όλα... πήγαινε στο μπάνιο να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου, σε εκείνη την πόρτα δεξιά... μετά θα πιείς ένα καφέ και θα μιλήσουμε...»

... Πέντε λεπτά αργότερα η Μάρω έπινε τον καφέ που της πρόσφερε η Νάντια, καθισμένη σε ένα τραπέζι, απέναντι της. «Τελικά εσείς στο μέλλον από καφέ...δεν...» είπε πειράζοντας τη νέα της φίλη. «Έλα μη κατσουφιάζεις, είναι απλώς πολύ δυνατός» μουρμούρισε σφίγγοντας το χέρι της Νάντιας. «Κάτι τέτοιο χρειαζόμουν υποθέτω... Λοιπόν λέγε μου... καιρός να μάθω...»

«Ρώτα και θα σου πω...» της είπε  χαμογελώντας η Νάντια. « Όσα προλαβαίνουμε δηλαδή γιατί σε λίγο φεύγουμε και από εδώ... Θα το πούμε και αυτό...»

«Που είμαι ;»

«Στο διαμέρισμα της δίδυμης αδελφής μου της Κάλι. Σου έχω μιλήσει για αυτήν... Πήρε τον Παύλο παρά την θέληση του πριν λίγες ώρες και τηλεμεταφέρθηκαν  σε άγνωστη κατεύθυνση. Εκμεταλλευόμενοι τα ενεργειακά πεδία των κεραυνών, σου είπα δυό λόγια για αυτό όταν είμαστε στο διαμέρισμα του Παύλου.  Από εδώ έφυγε η Κάλι με τον Παύλο... η Ισμήνη και η Ράλια ψάχνουν μπας και καταφέρουν να βρουν που πήγαν. Δύσκολη δουλειά αλλά η Κάλι βιαζόταν, μπορεί να άφησε ίχνη»

«Έπιασαν τον Παύλο, τον πήραν» σκέφθηκε η Μάρω. Τον λυπόταν, νοιαζόταν γι αυτόν, ήθελε να τελειώσει όλη αυτήν η φριχτή και για τους δύο περιπέτεια που ανακάτεψε έτσι ξαφνικά τις ζωές τους... Όμως... Κάτι έλειπε μέσα της...έπρεπε να τον δει, να μιλήσουν, να καταλάβει πως νοιώθει κι εκείνος... πως ένοιωθε και αυτή...

«Η γαλάζια λάμψη...» ρώτησε τελικά οδηγώντας τις σκέψεις της αλλού «... το τηλεφώνημα...»

«Το τηλεφώνημα στο κινητό σου ήταν από τον Ερμή, τον αρχηγό της ομάδας μας στη δική σας εποχή. Ακόμα και εγώ που είμαι επικεφαλής της όλης αποστολής τον συμβουλεύομαι. Είναι πενήντα χρόνια εγκλωβισμένος  στην εποχή σας. Και για αυτόν σου έχω μιλήσει»

«Α ναι... Ο Terminator !» είπε η Μάρω χαμογελώντας. «και η λάμψη ;»

«Αυτοί από πίσω σου... Η Ελίνα παρακολουθούσε τις επικοινωνίες μας και τους ειδοποίησε ότι ερχόμαστε. Έριξαν ακτίνες αποτροπής να μας σταματήσει. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι υπήρχε και δεύτερη ομάδα εκτός από την ομάδα του Ερμή. Ξέραμε ότι μπορεί να μας παρακολουθούν και τους παγιδέψαμε»

«Δηλαδή... χαμός έγινε !»

«Οι τρεις που έρχονταν πίσω σου αιχμαλωτίστηκαν. Τους τρεις νεαρούς που σε συνόδευαν τους ναρκώσαμε και μετά τους κάναμε μόνιμη ύπνωση όσο αφορά το τι έγινε αυτά τα δύο λεπτά που κράτησε η συμπλοκή μας με την ομάδα της Ελίνας. Τώρα θυμούνται  ότι έφυγες με ταξί. Δεν θα έχουν κανένα πρόβλημα. Εσένα σε υπνωτίσαμε παροδικά για να μη βάλεις τις φωνές και σε φέραμε εδώ. Δεν θα το θυμάσαι»

«Τίποτα δε θυμάμαι μετά την λάμψη. Και εσύ πως ξέφυγες»

«Η Ελίνα με τους τρεις μπήκαν στο σπίτι μου δευτερόλεπτα πριν χτυπήσεις το κουδούνι. Νόμιζα ότι είσαι εσύ και άνοιξα. Λάθος μου, έπρεπε να είχα ελέγξει ποιός ήταν. Όταν χτύπησες εσύ την πόρτα με είχαν ήδη ρίξει αναίσθητη. Όμως μία δικιά μας νανοσυσκευή παρακολούθησης πρόλαβε και έστειλε σήμα στον Ερμή, πριν την εντοπίσουν. Όταν η ομάδα που έστειλε ο Ερμής μπήκε στο σπίτι μου, ήταν η Ελίνα μόνη της. Οι άλλοι τρεις της δικιάς της ομάδας είχαν ξεχυθεί πίσω σου.»

«Φτηνά τη γλύτωσες !» είπε ανακουφισμένη η Μάρω. Χαιρόταν τόσο που αυτή η ξανθιά κούκλα από το μέλλον είχε γλυτώσει, καθόταν τώρα απέναντι της και μιλούσαν πίνοντας καφέ... «από το μέλλον ;» απόρησε με την ίδια τη σκέψη της. «Ναι, είναι τόσο παλαβά όλα αυτά που μου λέει... που τελικά την πιστεύω...»

«...Στην ομάδα που ήρθε να με γλυτώσει...» συνέχισε η Νάντια ενώ κατσούφιαζε, «ήταν τρεις κοπέλες...οι δύο από την εποχή μου και η μία από εδώ, δικιά σας. Την δικιά σας την σκότωσε η Ελίνα και έσπασε το πόδι της μίας από την εποχή μου. Η τρίτη πρόλαβε και με ελευθέρωσε και τότε η Ελίνα το έσκασε.... Είχε να κάνει με εμένα που είμαι στο ίδιο επίπεδο ή καλύτερη της στο Ράε Τουν και με μία ακόμα που επίσης το ξέρει καλά. Δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μαζί μας, και το έσκασε πάλι. Η Ελίνα μπλέκεται σε μάχη μόνο όταν οι πιθανότητες είναι να κερδίσει»

«Σκότωσε μία...» είπε η Μάρω ανατριχιάζοντας και σφίγγοντας πάλι το χέρι της Νάντιας. «Όλο σκοτώνει... Και ο κόσμος, εκεί που με ελευθερώσατε ;»

«Δυό άσχετοι ήταν κοντά και αυτοκίνητα περαστικά. Βράδυ, σε μία πόλη που οι περισσότεροι δεν θέλουν να ανακατευθούν σε τίποτα. Και να πουν ότι είδαν κάτι που κράτησε τόσο λίγο... τρελούς θα τους βγάλουν. Όσο για το διαμέρισμα του Παύλου, φρόντισε η Ελίνα και έστειλε καθαριστές. Εμείς στείλαμε στο δικό μου σπίτι. Δεν υπάρχει πλέον τίποτα ανησυχητικό εκεί»

«Καλά πόσοι καθαριστές, όπως τους λες, έχει φέρει κάθε ομάδα ;»

«Τους ίδιους έχουμε. Έχουν ορκισθεί ότι θα είναι ουδέτεροι και είναι. Οι παραβάτες ακρωτηριάζονται και καίγονται στα ιερά όρη του Τρίλμπερ, 215 έτη φωτός από εδώ...  Φριχτός θάνατος, πίστεψε με. Από τότε που έγινα έφηβη δε θυμάμαι περίπτωση να έχουν παραβιάσει καθαριστές τον όρκο τους. Λοιπόν... τέρμα η ανάκριση προς το παρόν...» είπε η Νάντια βλέποντας την μία κοπέλα  να της κάνει νόημα. 

«Κάτι βρήκε η Ισμήνη, πάω να δώ. Πιες τον καφέ σου»

Βολιβία. Άνδεις. Κοντά στο "Εl camino de la muerte»

Περίληψη προηγουμένων : «Μας τίναξαν και έφυγαν» είπε η Κάλι στο κινητό της. «Μόνο εγώ γλύτωσα. Δεν πρέπει να είναι μακριά. Όχι, δεν χρειάζεται να τους κυνηγήσουμε» είπε με ένα κακό χαμόγελο. «Ελάτε να με πάρετε... Ξέρω που πάνε... Αν έρθετε γρήγορα θα είμαστε εκεί πριν από αυτούς και θα τους περιμένουμε...»

Η διαδρομή μέσα στα δάση ήταν μαγευτική. Ο Παύλος κάτω από άλλες συνθήκες θα την απολάμβανε. Τώρα προχωρούσε γρήγορα, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, προσπαθώντας να μη μείνει πίσω, να μη τους καθυστερεί. Αυτό όμως όσο πέρναγε η ώρα γινόταν όλο και πιό δύσκολο.

«Κατάπιε αυτό» του είπε η Eneninda που περπατούσε δίπλα του. Του έδωσε ένα καφέ χάπι, σαν μεγάλη παστίλια ήταν. Το στιγμιαίο άγγιγμα των χεριών τους έκανε τον Παύλο να ριγήσει.

«τι είναι ;»

«Παστίλια για το ύψος. Δεν είσαι μαθημένος σε λίγο οξυγόνο. Κάτι πρέπει να σου έδωσε η Κάλι πριν ξεκινήσετε αλλιώς ούτε μέχρι εδώ θα άντεχες» . Ο Αμάρο που ερχόταν από πίσω τους έβγαλε ένα μπουκάλι νερό από το σακίδιο που είχε στην πλάτη του και του έδωσε να πιεί μία γουλιά. 

«Δεν μας ακολουθούν ;» ρώτησε ο Παύλος προσπαθώντας να μη χάσει το ρυθμό του.

«Όχι !» είπε ο Μαουρίτσιο που τον άκουσε. «Και αυτό δεν είναι καλό ! Θα έπρεπε να ήταν ξωπίσω μας, να τους ακούγαμε, να βλέπαμε τους κόνδορες τους ψηλά... Κάτι μαγειρεύουν»

Η Eneninda αντάλλαξε μία ματιά με τον Αμάρο... Κάτι πήγε να πει στον αδελφό της , αλλά μετά σαν να το μετάνοιωσε. «Άλλο ένα ερώτημα με τα χίλια που έχω μαζεμένα» σκέφθηκε ο Παύλος που παρακολούθησε τη σκηνή. «δεν μου τα λένε όλα. Περπατάω μέσα στα δάση με ανθρώπους που δεν ξέρω, χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα. Τρέλλα ! Και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για αυτό»

Κάποια στιγμή η ομάδα έκοψε το ρυθμό της. Είχαν φτάσει σε ένα πλάτωμα. Ένας χωμάτινος δρόμος ερχόταν από το άγνωστο και χανόταν πεντακόσια μέτρα πιο κάτω.

«Πάλι τρέχουμε ;» ρώτησε ο Παύλος βλέποντας το πλάτωμα.

 «Όχι. Αυτή τη φορά περιμένουμε. Τον Αμάρο»

Ο Παύλος κοίταξε πίσω του, ο Αμάρο δεν ήταν πιά μαζί τους. «Κάποια στιγμή είχε απομακρυνθεί και δεν τον πήρα χαμπάρι» σκέφθηκε.

Άραξαν σε κάτι δέντρα, πολύτιμο διάλειμμα για τον Παύλο που είχε κουραστεί. Πέντε λεπτά αργότερα ένα μεγάλο καφέ station wagon σταμάτησε στο πλάτωμα. Ο Βολιβιανός οδηγός τους καθόταν στο τιμόνι.  Σε μισό λεπτό είχαν μπει μέσα. Ο Μαουρίτσιο κάθισε δίπλα στον Αμάρο, η Eneninda με τον Παύλο και τον Κάσα κάθησαν πίσω.

«Η λιμουζίνα μας» είπε η Eneninda . «Πως λένε για τους ναυτικούς ; Μία γυναίκα σε κάθε λιμάνι ! Ε, ο Αμάρο έχει μία αυτοκινητάρα  σε κάθε δάσος να μας περιμένει !»

«Που τις βρήκες ;» ρώτησε ο Παύλος

«Τις κλέβω !» απάντησε ο Βολιβιανός με φυσικότητα. «Μας χρειάζονται. Έχω κρησφύγετα σε πολλά μέρη. Τις κρύβω σε σπηλιές, τις σκεπάζω με μουσαμά, μετά με φυλλωσιές και μετά ή τις φέρνω εγώ πίσω ή ο αδελφός μου»

«Και μία φορά η σπηλιά έγινε φωλιά για αρκούδες !» είπε γελώντας ο Μαουρίτσιο. «Αυτό δεν του το είπες ! Ούτε για τα φίδια που βρήκες πέρισυ στο πορτ μπαγκάζ» 

Ασυναίσθητα ο Παύλος κοίταξε κάτω. «Αυτό μας έλειπε» σκέφτηκε.

«Μη φοβάσαι» του είπε η Eneninda γελώντας. «Είχε ξεχάσει ο αδελφός του να ενεργοποιήσει  τον πομπό  υπερήχων απώθησης που δεν αφήνει τίποτα να πλησιάσει. Τώρα είμαστε εντάξει».

Ο Αμάρο οδηγούσε κάπου μία ώρα. Ο Παύλος ένοιωσε ότι κατέβαιναν. Πέρασαν δύο μικρά χωριά που πρέπει όμως να συγκέντρωναν τουρίστες, ο Παύλος πρόλαβε να δει τα δύο μικρά Πούλμαν σε ένα από αυτά. Και ο δρόμος έγινε καλύτερος.

«Μόλις πέρασαν» είπε ο οδηγός του ενός πούλμαν στο κινητό του. «Ναι, γνώρισα τον Αμάρο, αυτός οδηγούσε, δίπλα του ένας άλλος. Ο ξένος που ψάχνετε καθόταν πίσω, ανάμεσα σε μία ντόπια και έναν που δεν είδα καλά. Τι θέλετε να κάνω ; να πω στην τοπική ομάδα της Λα Παζ να τους περιμένει ;»  

«Όχι !» απάντησε η Κάλι. «Έχω άλλα σχέδια»

Συνεχίζεται...