Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Η ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ


Τον πατέρα μου Ανδρέα Παυλίδη, αντιπτέραρχο μηχανικό της Αεροπορίας τον κήδεψα σήμερα. Αυτό το διήγημα, πέρα για πέρα αληθινό το παραθέτω σεμνά σαν νεκρολογία. Θα είναι ένα κεφάλαιο από την γεμάτη περιπέτειες βιογραφία του "Ο Αετός της Οδησσού". Εκεί φιλοδοξώ να εξιστορήσω το πως ένα προσφυγόπουλο από τη Ρωσσία που συχνά δεν είχε να φάει, έφτασε να γίνει ένας εκ των ιδρυτών της Σ.Μ.Α. (Σχολή Μηχανικών Αεροπορίας, έγινε μετά τον πόλεμο), ανώτατος αξιωματικός της αεροπορίας, κάτοχος δυό πτυχίων (Φυσικός από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μηχανολόγος από το Ε.Μ.Π.) και να κάνει μία καριέρα σαν μηχανικός στην Αεροπορία που άφησε εποχή. (Οι περισσότεροι μόνιμοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί της Αεροπορίας που είναι πάνω των 50 ετών, ήξεραν τον πατέρα μου, ιδίως οι μηχανικοί). 

Το φθινόπωρο του 38 ήρθε γεμάτο από απειλητικά μηνύματα που λίγοι τα καταλάβαιναν. Το μεγάλο μακελειό πλησίαζε και όσοι ήξεραν έπαιρναν όσο πιο προνομιακή θέση γινόταν για το ματωμένο παιχνίδι που θα άρχιζε σε λίγο.  

O Ανδρέας ετοιμαζόταν να πάει να ξαναδουλέψει σαν καθηγητής Φυσικής στο ιδιωτικό γυμνάσιο της Λαζαροπούλου, στην Καλλιθέα. Το έκανε με μισή καρδιά, αλλά τα λίγα χρήματα που θα έπαιρνε συνέβαλαν στα κακά οικονομικά της οικογένειας του. Άνεργος πατέρας, μητέρα που προσπαθούσε να τα φέρει βόλτα με όσα της έδιναν ο Ανδρέας και τα εφτά μεγαλύτερα αδέλφια του που είχαν ριχτεί εδώ και χρόνια στη βιοπάλη όπως και εκείνος.

Ο Ανδρέας προσπαθούσε να προσφέρει σαν καθηγητής αλλά κατά βάθος ήξερε ότι το να είναι καθηγητής σε ένα δύο σχολεία δεν ήταν αυτό που του ταίριαζε. Ο ατίθασος χαρακτήρας του δεν άντεχε το να εξαρτάται μια ζωή από την κάθε Λαζαροπούλου που έκανε στο σχολείο της ότι ήθελε και από το κάθε παλιόπαιδο που θα είχε μαθητή.

Πιο ψηλά ήταν ο στόχος του, κάτι διαφορετικό από καθηγητής σε 1-2 σχολεία. Μπροστά του μία ακόμα πρόκληση, ένας ακόμα δράκος που έπρεπε να παλέψει. Μαθημένος ήταν, από μικρός με δράκους πάλευε. Μέχρι τώρα ακόμα…

Με το πτυχίο της Φυσικής μπόρεσε να γραφτεί στο Χημικό, στο Γ ! έτος. Σκοπός του να πάρει ένα δεύτερο πτυχίο, να βρει εναλλακτικές λύσεις… Τα σύννεφα μαζευόντουσαν στον ουρανό αλλά  στα 24 του ο Ανδρέας ήταν πολύ νέος για να τον σκιάξουν τα σύννεφα που μαζεύονταν και οι βροντές που άκουγε από μακριά… Ουρανός μπόλικος πάνωθε του, θα άνοιγε πιότερο τα φτερά του και θα προσπαθούσε να πετάξει ψηλότερα.
 
Η Λαζαροπούλου τον ξαναπήρε καθηγητή στο Γυμνάσιο της, το ίδιο και η Καβαλιεράτου στην Ιόνιο Σχολή. Δεν είχε πρόβλημα με το Χημικό, παρακολουθούσε μόνο τα εργαστήρια της Χημείας, μηχανολογικό σχέδιο και μαθήματα οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων. Είχε πάρει μία άσπρη μπλούζα από τον μεγαλύτερο αδελφό του τον Στέφανο που τέλειωσε γιατρός, ένα «Τ», απαραίτητο για το σχέδιο, από τον αδελφό του τον Γιάννη που τέλειωσε την Αρχιτεκτονική, είχε δικό του ντουλάπι στα εργαστήρια… Κι αν η μοίρα είχε άλλα σχέδια για τον Ανδρέα, δεν είχε αρχίσει να του τα ψιθυρίζει ακόμα…  

Μία Κυριακή πήγε στην  Αγία Ελεούσα (ΣτΣ : περιοχή γύρω από την εκκλησία της Αγίας Ελεούσας στην Καλλιθέα) να δει τους φίλους του. Ήταν νωρίς, κανείς από τους φίλους του δεν είχε σκάσει ακόμα μύτη. Αντί να τρέξει να τους ξυπνήσει προτίμησε να πάρει μία εφημερίδα να ρίξει μία ματιά. Πήρε το «Ελεύθερο Βήμα», έτσι λεγόταν το σημερινό «Βήμα» τότε.

Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα είδε στις μέσα σελίδες μία είδηση που του τράβηξε την προσοχή : To υπουργείο Εθνικής Αμύνης ζητούσε Πτυχιούχους του Πανεπιστημίου και του Πολυτεχνείου ή ακόμα και τελειόφοιτους του Πολυτεχνείου. Όσοι πέρναγαν τις εξετάσεις που θα έδιναν, θα σπούδαζαν σε ένα νέο τμήμα μηχανικών που άνοιγε για πρώτη χρονιά στη Σχολή Αεροπορίας. Η προκήρυξη μιλούσε για απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, για γυμναστικές ασκήσεις, για εξετάσεις σε έκθεση, Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά. Θα έπαιρναν τελικά 15 άτομα.

Η ημερομηνία υποβολής αιτήσεων πλησίαζε στο τέλος της. Αν πράγματι τον ενδιέφερε έπρεπε να κινηθεί γρήγορα. Να πάρει γνώμες, να μάθει περισσότερα. Η καριέρα που υπόσχονταν φαινόταν πολύ δελεαστική, αλλά ήταν πράγματι έτσι ; 

Πρώτα  ρώτησε ένα φίλο του που ήταν αξιωματικός του στρατού και βασιζόταν στη γνώμη του για τέτοια θέματα. «Είναι νέα σχολή, θα κάνουν εργοστάσια αεροπλάνων» του είπε ο φίλος του «…θα σε στείλουν έξω για επιμόρφωση… Σκέψου το Ανδρέα, είναι ευκαιρία…»

Η μητέρα του όμως φοβόταν ότι δεν πάταγε στη γη, το να έχει ο γιόκας της σχέση με αεροπλάνα, έστω και σαν μηχανικός, την τρόμαζε. Για εκείνη και μόνο που άκουσε το «Σχολή Αεροπορίας» ήταν αρκετό για να το απορρίψει, όσα και να της έλεγε ο Ανδρέας τα άκουγε βερεσέ.

Τα έβαλε κάτω… Αυτό που τον έκανε να πάρει την τελική του απόφαση ήταν η σκέψη ότι δημιουργείτο κάτι νέο, αν ήταν από τους πρωτοπόρους, αν ήταν εκείνος που χάραζε τους νέους δρόμους, τότε και οι δρόμοι για μια λαμπρή καριέρα θα ήταν μπροστά του ανοιχτοί. «Αυτό θέλω να κάνω» ήταν τα λόγια που βγήκαν μια από τις επόμενες μέρες από το στόμα του. «Αυτό θα κάνω».

Με το που πήρε την απόφαση άρχισαν τα προβλήματα. Μικρά, μεγάλα, από αυτά που συχνά τυλίγονται στα πόδια των ανθρώπων και τους κρατάνε κάτω… Έπρεπε να πληρώσει ένα παράβολο για να πάρει μέρος στις εξετάσεις. Πολλά λεφτά για εκείνη την εποχή. Τελικά του τα έδωσε ο μεγαλύτερος αδελφός του ο Δημήτρης. Ο ίδιος ο Δημήτρης υπέγραψε και την απαραίτητη γραπτή συγκατάθεση για να πάρει ο αδελφός του μέρος στις εξετάσεις. Δεν τολμούσε ούτε να δείξει την αίτηση στη μητέρα του, η υπογραφή συγκατάθεσης από τον μεγαλύτερο του αδελφό έκανε όμως τη δουλειά της. 

Ο Ανδρέας έπρεπε να παρατάει μερικά πρωϊνά τους μαθητές του στα δύο σχολεία που δίδασκε, να τρέχει σε Ιατρεία. Η Καβαλιεράτου που διήθυνε την Ιόνιο Σχολή του έδινε πιο εύκολα άδεια, δεν του αφαιρούσε τα χρήματα της διδακτικής ώρας, του έλεγε και "καλή επιτυχία".  Η Λαζαροπούλου όμως γκρίνιαζε. Όταν βγήκε το πρόγραμμα των γυμναστικών εξετάσεων, είχε πάει στο σχολείο έτοιμος. Είχε σε μία τσάντα το αθλητικό φανελάκι της Αγίας Ελεούσας και ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια.

Ζήτησε άδεια από τη Λαζαροπούλου για να φύγει. Του το απέκλεισε. «Άκουσε» του είπε θυμωμένα, με εκείνο το ύφος που έτρεμαν όχι μόνο οι μαθητές της αλλά και οι καθηγητές που εργαζόντουσαν για αυτήν. «Την άλλη φορά για να τρέχεις στα Ιατρεία έμεινε δυό ώρες η τάξη σου χωρίς καθηγητή. Έγιναν φασαρίες, διαμαρτυρήθηκαν οι γονείς των μαθητών. Η παππάς παππάς, ή ζευγάς ζευγάς. Και τα δύο δε γίνεται»

Ο Ανδρέας άφησε τη τσάντα στο γραφείο των καθηγητών και έκανε μία ώρα μάθημα. «Δεν ήταν γραπτό μου να γίνω μηχανικός της Αεροπορίας» σκέφτηκε.

Πίσω στη γη λοιπόν πριν το πέταγμα καλά καλά αρχίσει ; Πάνω που o Ανδρέας προσπαθούσε να χωνέψει ότι αυτό το όνειρο είχε σβήσει, πεισματάρα η μοίρα τού πέταξε και το επόμενο της χαρτί στο τραπέζι.

Το τηλεγράφημα που ήρθε στη Λαζαροπούλου είχε σταλεί από το υπουργείο παιδείας σε όλα τα Γυμνάσια. Έπρεπε να πάνε σε μία έκθεση στο Ζάππειο, να παρευρεθούν σε μία εκδήλωση. Τέρμα τα μαθήματα για εκείνη τη μέρα.

Ο Ανδρέας μπήκε με τους μαθητές του στο σχολικό. Έφθασαν κατά τις 11. Τότε συνειδητοποίησε ότι το μέρος που πήγαν απείχε 1-1.5 χλμ από το στάδιο που δίνονταν οι εξετάσεις. Και οι εξετάσεις θα τελείωναν σε λίγο… 

«Βρε Γιώργη» είπε σε ένα συνάδελφο του φιλόλογο, αφού του εξήγησε την κατάσταση. «Μου κάνεις τη χάρη να προσέχεις και τους δικούς μου μαθητές ; Λέω να πάω μέχρι εκεί, με λίγη τύχη θα τους προλάβω και θα δώσω εξετάσεις».

«Τι το συζητάς» του είπε ο συνάδελφος του, «πήγαινε».

Η ώρα πέρναγε, ο Ανδρέας έβγαλε το σακάκι του και έτρεξε το κρισιμότερο ενάμιση χιλιόμετρο της ζωής του. Με τα πολιτικά παπούτσια, πουκάμισο και παντελόνι, όρμησε στους δρόμους να  πιάσει την τύχη του, να κυνηγήσει τα όνειρα του. Αδιαφορούσε για το θέαμα που έδειχνε, τους περαστικούς που τον κοίταζαν περίεργα,

Οι μνήμες του, φτερά στα πόδια του… Έτρεχε να ξεφύγει από τα χαμίνια στα σοκάκια της Οδησσού που τον κυνηγούσαν για να του πάρουν τα λίγα καπίκια που είχε μαζέψει πουλώντας νερό. Έτρεχε να ξεφύγει από τα παιδιά των ντόπιων στην Καλλιθέα που ήθελαν να δείρουν το προσφυγάκι που τόλμαγε να αψηφά τα πειράγματα τους, που τόλμαγε να τσακώνεται μαζί τους ή αν ήταν πολλοί να τους πετά πέτρες. Τον κυνηγούσε η φτώχια του, τον κυνηγούσαν τα όσα πέρασε όλα αυτά τα χρόνια, η πείνα, οι προσβολές, οι συμβιβασμοί. Η σκιά δείχνει τι υπάρχει πίσω, η δικιά του σκιά είχε δέσει με άσχημα χρόνια, αυτή η σκιά τον είχε πάρει τώρα στο κατόπι, δεν την ξεφορτώθηκε όταν είχε γίνει καθηγητής.   

Έφτασε λαχανιασμένος στο στάδιο. Η εξεταστική επιτροπή τα μάζευε, ήταν έτοιμη να μπει σε ένα αυτοκίνητο της αεροπορίας, να φύγει. Η ώρα είχε περάσει, δεν υπήρχαν άλλοι υποψήφιοι για εξέταση,  

Ο Ανδρέας ρώτησε ξέπνοα ποιός ήταν ο πρόεδρος της επιτροπής, Του τον έδειξαν. «Κύριε πρόεδρε» του είπε, «είμαι υποψήφιος. Δεν μπορούσα να έρθω νωρίτερα. Δουλεύω σαν καθηγητής Φυσικής σε Γυμνάσιο. Θέλω να δώσω εξετάσεις».

Ο πρόεδρος της επιτροπής του έβαλε τις φωνές. «Και τώρα ήρθες ; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Τελειώσαμε, τα μαζέψαμε, δεν βλέπεις ;»

«Δεν θα αργήσω” απάντησε ο Ανδρέας κοιτώντας τον θαρρετά στα μάτια. «Είμαι αθλητής, σε 5 λεπτά θα τα έχω κάνει όλα.»

Το γεμάτο πείσμα και απελπισία ύφος του Ανδρέα κλόνισε τον πρόεδρο. Πήγε και ρώτησε τον καθηγητή Γυμναστικής της σχολής Αεροπορίας, αν μπορούσε ένας ακόμα υποψήφιος να τελειώσει τις εξετάσεις σε 5-10 λεπτά. Το έμπειρο βλέμμα του γυμναστή περιεργάστηκε το αθλητικό παράστημα του Ανδρέα. «Αν είναι όπως λέει αθλητής, θα τα καταφέρει» απάντησε τελικά. Τότε ο πρόεδρος της επιτροπής έγνεψε στον Ανδρέα να μπει μαζί τους στο στάδιο. Σε ένα λεπτό ήταν έτοιμοι να τον  εξετάσουν.

Το τσαντάκι με τα αθλητικά ήταν στη Λαζαροπούλου. Δεν ήταν ώρα για ντροπές. Ο Αντρέας έβγαλε χωρίς πρόβλημα παπούτσια, παντελόνι και πουκάμισο. Έμεινε ξυπόλυτος με τη φανέλα και το σώβρακο. Ήταν και αυτός έτοιμος. Ο ουρανός από πάνω του, πιο γαλανός από ποτέ, περίμενε να δει τι θα καταφέρει.

Ο Αντρέας ήταν λίγο κουρασμένος από το έντονο τρέξιμο που είχε κάνει μόλις πριν από λίγο, εδώ όμως που είχε φτάσει τίποτα δε τον σταμάταγε. Πέταξε τον λίθο με δύναμη μακριά, πήδηξε στο σκάμμα άλμα εις ύψος και πέρασε το όριο, εδώ η προπόνηση στο σκάμμα έξω από τυο σπίτι του που έπαιζε χρόνια σαν παιδί του είχε πιάσει τόπο.  Έτρεξε τα 100 μέτρα σαν να τον κυνηγούσαν χίλιοι διάβολοι, τους ένοιωθε να τον κυνηγούν, η καυτή τους ανάσα τον έσπρωχνε μπροστά.

Πιο δύσκολη δοκιμασία το χιλιόμετρο που έπρεπε να γίνει σε ελάχιστα λεπτά.  Όπως είχε μάθει πολλοί υποψήφιοι κοβόντουσαν εκεί. Αλλά ο Ανδρέας είχε έρθει τρέχοντας όχι μόνο από το Ζάππειο, είχε έρθει από πολύ πιο μακριά αποφασισμένος να αλλάξει τη μοίρα του. Το τρέξιμο ενός ακόμα χιλιόμετρου δεν ήταν πρόβλημα.

Όταν τέλειωσε ήξερε ότι είχε πάει καλά. Το είδε και στα πρόσωπα της επιτροπής και ας μη του είπαν για λόγους τυπικούς από εκείνη την ώρα ότι είχε περάσει.  

Όταν ήρθε η σειρά των μαθημάτων ο Ανδρέας είχε τρακ, αλλά λιγότερο. Αετός ένοιωθε, αετός που θα πέταγε ψηλά ο κόσμος να χαλούσε. Είπε στη Λαζαροπούλου μία φορά ότι ήταν άρρωστος και πήγε να δώσει έκθεση. Την ημέρα που έδινε Φυσική απλώς της ανακοίνωσε ότι δεν θα πάει. Το ίδιο έκανε και με την Καβαλιεράτου στην Ιόνιο. Είχε τελειώσει με το καθηγητηλίκι.

Πολλοί οι υποψήφιοι στις εξετάσεις που έδωσε, όλοι πτυχιούχοι ή τελειόφοιτοι. Γερά μυαλά όλοι, διαβασμένοι. Οι μαθηματικοί ήταν πιο γεροί στη Φυσική από ότι εκείνος στα Μαθηματικά. Στη Χημεία ήταν τα ίδια, ίσως ο Ανδρέας ήταν καλύτερος από αρκετούς στην Οργανική Χημεία. Πάλεψαν όλοι σκληρά. Πολλοί άξιοι έμειναν απ’ έξω. Όσο για τον Ανδρέα, δέκατος τέταρτος στους δεκαπέντε ! Ήταν μέσα, τα είχε καταφέρει !

 Μία λαμπρή καριέρα του σαν αξιωματικός της αεροπορίας άρχιζε.    

Ο Ανδρέας Παυλίδης αγάπησε πολύ την οικογένεια του, την Ελλάδα, την Αεροπορία. Ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάζει πατέρα.