Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

H ΒΟΛΤΑ (δεύτερο μέρος)

(περίληψη προηγουμένου : πάω βόλτα στη Βούλα. Πίνω καφέ σε ένα καφενεδάκι. Έρχεται ένας πανήψηλος τύπος που τον λένε Ίσκιο με ένα μεγαλώσωμο άσπρο σκύλο, τον Βόλτα. Μου ζητάνε να πάμε βόλτα. Τους ακολουθώ)

Aρχίσαμε να περπατάμε. Εγώ στη μέση, ο Βόλτας από τη μια μεριά και ο Ίσκιος από την άλλη. Δυό φίλοι που έβγαζαν βόλτα τον σκύλο τους, κανείς δεν μας έδινε σημασία.
Στο επόμενο τετράγωνο ανταμώσαμε μία κυρία που ερχόταν προς εμάς κρατώντας από το λουρί ένα μεγαλόσωμο μαύρο σκύλο.
«Ωχ !» σκέφθηκα «έχει γούστο να αρπαχτούν τώρα» . Αυτή η συνήθεια των σκύλων να τρέχουν ο ένας στον άλλον με φιλικές ή επιθετικές διαθέσεις πάντα με ενοχλούσε, από τότε που είχα δικά μου σκυλιά. Δεν ήξερα πως να αντιδράσω.
Κι όμως η κυρία πέρασε ήσυχα δίπλα μας, το ίδιο και ο σκύλος της χωρίς να μας δώσουν σημασία. Ούτε ο Βόλτας έδωσε καμιά σημασία, δεν γύρισε καν το κεφάλι του.
«Ήρεμος είναι ο σκύλος σου» είπα στον Ίσκιο.
Δεν απάντησε. Ούτε καν γύρισε να με κοιτάξει.
«Ωραία ! Πάω μουγκή βόλτα με τον Ίσκιο και τον Βόλτα» είπα μέσα μου. Πάντα μου άρεσε να φτιάχνω ρίμες. «Προς τα πού πάμε ;» συνέχισα, «δεν μπορεί» σκέφθηκα «θα μου πει κάτι». Ήμουν περίεργος. Κάτι με έτρωγε, δεν μπορούσα να το προσδιορίσω. Όλα μυστήρια από τότε που με συνάντησαν.
«Θα καταλάβεις» είπε ο Ίσκιος. Μιλούσε σιγά, με το ζόρι τον άκουγα.
Άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί γύρω μου. Το τοπίο είχε αλλάξει, δεν ήξερα καλά την Βούλα αλλά δεν έπρεπε να είναι έτσι. Και σα να μην έβλεπα πια καλά, σαν να μίκρυνε το τοπίο γύρω, απομακρυνόταν ή εγώ ανέβαινα ;
Ο Βόλτας προχωρούσε ατάραχος δίπλα μου. Ο Βόλτας που με έγλυψε στο χέρι τη ίδια ώρα με το μούδιασμα – ή ήταν και πόνος ; - στο στήθος… Το ότι δέχθηκα έτσι άνετα να πάω μαζί τους… η κυρία με τον σκύλο που μας προσπέρασαν πριν λίγο χωρίς να μας δώσουν σημασία, σαν να μη μας είδαν καν…
Ήξερα…
«Ο Ίσκιος δεν υπάρχει, έτσι ;» είπα ήσυχα. Δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς. «Τον εμφάνισες στην αρχή να μιλά, να μη τρομάξω ακούγοντας σε.
«Ναι» άκουσα μέσα μου τη φωνή του. «Ένοιωσα ότι κατάλαβες και τον απέσυρα, δεν τον χρειαζόμαστε πια».
«Να ρωτήσω που με οδηγείς ;»
«Μη ρωτάς τίποτα. Εγώ σε συνοδεύω. Ξέχνα το <<πού>> και το <<πότε>> Τέλειωσαν. Ότι θα έβλεπες κι ότι θα άκουγες τώρα μόνο θα το νοιώθεις»
Γύρισα προς το μέρος που ήταν πριν. Τίποτα, έπλεα στο τίποτα. Έπλεα και ένοιωθα. Φως σκοτάδι, χαρές και λύπες, δικές μου αλλά και δικών μου ανθρώπων. Ήμουν εκεί. Πότε πήγαινα πίσω, πότε μπροστά. Χόρευα στον χρόνο, μετρούσα τόπους και στιγμές, άλλαζαν ξαφνικά, μπλέκονταν η μια ανάμνηση με την άλλη ή κάτι που έζησα με κάτι που δεν πρόλαβα να ζήσω.
Μόνος, στη μπανιέρα τσιρίζω με τα σαπούνια στα μάτια, η νονά μου με απειλεί με πιπέρι στο στόμα επειδή λέω βρωμόλογα,
...η κόρη μου, την κρατώ αγκαλιά, ένα γλυκό μωρό, όλος ο κόσμος, ένας κόσμος φωτεινός στην αγκαλιά μου,
...ο γιός μου στην παρoυσίαση του ντοκτορά του δακρύζω και το κρύβω μη με δει,
...ο πατέρας μου με βάζει να παίξω ξύλο με ένα άλλο παιδί συνομήλικο μου, το πλήρωσε να παλέψει μαζί μου για να με σκληραγωγήσει, τις τρώγω, κλαίω και με δέρνει όχι γιατί τις έφαγα αλλά γιατί έβαλα τα κλάματα, «οι άνδρες δεν κλαίνε» μου λέει, κουταμάρες εγώ έκλαψα και όχι μία φορά,
...η κόρη μου παίρνοντας το πτυχίο της, τόσο χαρά στα μάτια της που γελούν,
...τη χορεύω slow την γυναίκα μου, στο πρώτο μας χορό το όμορφο πρόσωπο της στο στήθος μου, είναι σα να πήρα μετάλλιο, λάθος, ΠΗΡΑ μετάλιο !!
...η κόρη μου νύφη...ο γιός μου γαμπρός, εγώ δίπλα τους, πάντα δίπλα τους, άργησαν μα καλοπαντρεύτηκαν,
...σφίγγω την Ελληνική σημαία που μου δίνει άγημα τιμητικό στην κηδεία του “παππού», από τότε που ο πατέρας μου έγινε παππούς, όλoι μας παππού τον λέγαμε.
...η μάννα μου μού δίνει να διαβάσω Καζαντζάκη, Μυρτιώτισα που ήταν η αγαπημένη της ποιήτρια και Τίμο Μωραϊτίνη,
...μπλέκει η Ελλάδα, ψηλά η γαλανόλευκη, κυματίζει,
...ώρες έξω από μία πολυκατοικία στην Πατησίων, να βγει στο παραθύρι να τη δω,
...η Ελλάδα ανακάμπτει, προχωρά, πότισε πανάκριβα τη γη μ’ ιδρώτα κι αίμα αλλά προχωρά,
...γνωρίζω τη γυναίκα μου και δεν θέλω κάτι άλλο να γνωρίσω,
...τα λέω με τον εξάδελφο, για όλα λέμε, ο ένας για τον άλλο μια ζωή, ο μέντορας μου, ο αδελφός μου, ο καλύτερος φίλος που είχα ποτέ, το «πρώτος ξάδελφος» τελευταίο στη σειρά, τίποτα δε δείχνει.
...λάθη, κρίματα, τύψεις, από την Κυψέλη στη Νέα Σμύρνη με τα πόδια κλαίγοντας για να τα πω στον εξάδελφο, ένα τίποτα νοιώθω,
...γυναικεία τακούνια στο διάδρομο, χτύπημα στην πόρτα,
...οι φίλοι μου, λίγοι και διαλεκτοί, με πολλούς τα έλεγα, με λίγους ίδιο αίμα κύλαγε και ίδιο αέρα ανασαίναμε, δίπλα τους εγώ, δίπλα μου εκείνοι,
...κυπαρίσσια, ένας γνώριμος δρόμος, κόσμος μαζεμένος έξω από μία εκκλησία, γνώριμα πρόσωπα σκυθρωπά, ένοιωσα πόνο, κάποιες παρουσίες τυπικές, άλλες απρόσμενες και συγκινητικές, μ αγαπούσαν, το ξέρω, αλλά και κάποιες σκληρές απουσίες.
Στο σπίτι μου το ψάρι για τους πολύ δικούς μου στη συνέχεια, ένας πιανίστας έπαιζε σιγά Σοπέν, τα αγαπημένα μου κομμάτια αλλά και πιάνο ροκ. Ο τρελός ο γιος μου, τού το είχα ζητήσει για πλάκα χρόνια πριν, το έκανε ! Μου έλεγε ότι για αυτό μάζευε λεφτά, δεν τον πίστευα… δάκρυα όχι ματιών πλέον αλλά ψυχής με πνίγουν. Το παλίοπαιδο, ο θεότρελος, ένα σωρό λεφτά θα έδωσε ! Δεν θα έπρεπε, δεν το άξιζα, δεν το άξιζα… δίπλα τους, τους μεγάλωσα αλλά και τόσα κρίματα…
...ο «παππούς» με μαθαίνει σκάκι... η κόρη μου παίρνει βραβείο στο σκάκι κορασίδω ...ο γιός μου χάνει στη διπλανή σκακιέρα, «μη πας εκεί τον πύργο σου, θα στον φάω» λέει στον αντίπαλο του,
...στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου πολύς κόσμος και καλός, με τιμούν, κάθε παρουσίαση είναι μια ξεχωριστή μέρα για μένα,
...γράφω τα πρώτα μου ερωτικά ποιήματα στη πρώτη μου αγάπη, ο εξάδελφος με μαλώνει για τον συναισθηματισμό μου,
...με την κόρη μου στην Ιταλία μελετάμε λεπτομέρειες για το πρώτο μου βιβλίο, σ αυτήν αφιερωμένο, από την αγάπη μου σε αυτή η έμπνευση,
...με το γιο μου αναλύουμε όσα γίνονται, απεραντολογούμε, τσακωνόμαστε, την καταβρίσκουμε.
...η γυναίκα μου κοντά μου, παρά τα τόσα…. Πάντα τελικά δίπλα μου, να με στηρίζει, να με συγχωρεί, ο άνθρωπος μου, το αποκούμπι μου, το άλλο μου μισό. Μ' αγαπά με πράξεις όχι με λόγια
...Ο μικρός Γιωργάκης τρέχει με τα χέρια ανοιχτά χαμογελαστός προς το μέρος μου. Γαλαζομάτης, κατσαρομάλης, στρογγυλοπρόσωπος, ίδιος εγώ, μα ίδιος μιλάμε ! Πάω στοίχημα πως θα αφήσει και μούσι αργότερα !
Ανοιξα την αγκαλια μου ασυναίσθητα. Λες και είχα χέρια…. Πέρασε από μέσα μου και συνέχισε, αλλά κοντοστάθηκε μια στιγμή, γύρισε για λίγο το κεφάλι του, γέλαγε. Με ένοιωσε ; Κάτι του έδωσα καθώς πέρναγε από μέσα μου, το ένοιωσα σας λέω, κάτι του έδωσα !!
Σβήνουν όλα, που στο καλό είμαι, να κλάψω θέλω, μα δε μπορώ να κλάψω, δεν έχω, τίποτα δεν έχω, τι έγινε ; να θυμηθώ προσπαθώ, θυμάται ο αέρας ; τι είμαι, φεύγω, που πάω γαμώτο, δεν θέλω αλλά δεν το ορίζω, κι έχω κι αυτόν τον μεγαλόσωμο άσπρο σκύλο να μου γελά φιλικά καθώς έρχεται κοντά μου….

ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Η ΒΟΛΤΑ

Ο Νοέμβρης είναι ακόμα ζεστός, το φθινόπωρο δεν έχει παραδοθεί ακόμα στον χειμώνα. Το παλεύει.

Είναι μία καθημερινή, πίνω το ελληνικό μου καφεδάκι στο καφενείο του μπάρμπα Νίκου.

Μπορούσα να πάω καφενείο και να αράξω ένα καθημερινό πρωινό. Συνταξιούχος από χρόνια είμαι και για ένα καφέ έχω, δεν μου τον στέρησαν. Ακόμα…

Αλλά όλα τα άλλα… Δεν είμαι πολύ φίλος του Ελληνικού καφέ, μία ζωή Γαλλικό ή νες καφέ πίνω. Τα πρωινά δεν βγαίνω, χαζεύω στο ιντερνέτ ή γράφω, εξ ου και αρκετά βαρίδια στα πόδια και κάποια κοιλιά σεβαστών διαστάσεων (ε, τσιμπολογώ και λίγο χαζεύοντας…).

Και συνεχίζουμε… Σε καφενεία δεν συχνάζω, ούτε πιο νέος ούτε τώρα. Πάω καμιά φορά με παρέα, αλλά σπάνια πολύ. Και τέλος το συγκεκριμένο καφενείο δεν το ήξερα, ούτε τον ιδιοκτήτη του τον μπάρμπα Νίκο !

Τότε πως βρέθηκα εκεί ; Σηκώθηκα το πρωί με μία όρεξη σήμερα να κάνω κάτι διαφορετικό. Βγήκα στην βεράντα, είδα την πρωινή λιακάδα, την καλή μέρα την μύρισα, την αισθάνθηκα. Οι ακτίνες του ήλιου με προκαλούσαν, τις άκουγα : «βγες έξω βρε σπιτόγατε ! Άσε μερικές ώρες το κομπιούτερ σου και πάρε τα πόδια σου ! Έτσι για πρωτοτυπία !»

«Θα το κάνω !» είπα στον εαυτό μου. Στην γυναίκα μου δεν τηλεφώνησα στη δουλειά της να της το πω. Θα μου πάθαινε και τίποτε από την έκπληξη. Φόρεσα ένα τζιν, μια μπλούζα και ένα τζάκετ και βγήκα. Με αθλητικά παπούτσια παρακαλώ. Είναι να μη με πιάσει το περιπατητικό μου !!

Στο δρόμο είδα δυό γείτονες και τους χαιρέτισα. Με τον ένα μάλιστα μίλησα και λίγο, είχαμε καιρό να τα πούμε. Καλή η βόλτα τελικά, βλέπεις και κόσμο !

Πήρα το λεωφορείο και κατέβηκα στη στάση του μετρό (ασυνήθιστα και τα δύο για μένα, ιδίως το λεωφορείο). Πήγα στο Σύνταγμα και πήρα το τραμ. Έκανα σαν παιδί που μαζεύει εμπειρίες αλλά μεταξύ μας μου είχαν λείψει τα μαζικά μεταφορικά μέσα. Καλό το Ι.Χ. σε βολεύει αλλά και σε απομονώνει κάπως. Ιδίως τύπους με δεμένη άγκυρα στα πόδια σαν και μένα.

Με το τραμ κατέβηκα στο τέρμα, στη Βούλα. Δέκα το πρωϊ και έβλεπα μπροστά μου θάλασσα ! Από πρόπερσι στις διακοπές μου είχα να το νοιώσω αυτό !

Είπα στην αρχή να κάτσω σε μία μεγάλη καφετέρια που ήταν στο τέρμα. Αλλά δεν μου πήγαινε. Καθιστός είχα έρθει, κουρασμένος δεν ήμουν. Προχώρησα, πέρα από το Ασκληπιείο και χάθηκα στα άγνωστα σε μένα σοκάκια της Βούλας. Όχι φασόλια για να μη χαθώ δεν έριχνα από καμιά τρύπια τσέπη πίσω μου. Κράτησα μια νοερή παράλληλη πορεία με την παραλιακή.

Το καφενείο το βρήκα μπροστά μου ύστερα από λίγο. Ήταν σε μία μικρή πλατεία. Άσπρο, ασβεστωμένο, ξύλινες καρέκλες έξω, ψάθινες, βαμμένες μπλε. Σιδερένια στρογγυλά τραπεζάκια, μπλε κι αυτά, ένα σε κάθε πλευρά της επίσης μπλε πόρτας. Το άσπρο και το μπλε βασίλευαν. Μέσα ίδια εικόνα, μερικοί θαμώνες επίσης, μεγαλύτεροι μου, προφανώς δεν εμπιστεύονταν την λιακάδα ή ήθελαν να τα λένε μεταξύ τους και με τον καφετζή.

Κάθισα στο ένα τραπέζι έξω που ήταν ελεύθερο. Στο άλλο δύο άνδρες στα πενήντα περίπου τα έλεγαν με παρέα δυο μπύρες.

Σε δυό λεπτά, εκεί που χάζευα τους περαστικούς στην πλατεία, ήρθε ένας άνδρας, μάλλον συνομήλικος μου, να πάρει παραγγελία. Μάλλον κοντός, αδύνατος, με λίγα άσπρα μαλλιά και κάτι άσπρες μουστάκες, μεγάλες σαν του Κολοκοτρώνη.

«Καλώς τον» με υποδέχτηκε φιλικά. «Νέος στη γειτονιά ;»

«Περαστικός» αποκρίθηκα στο ίδιο ύφος. «Περπάτησα λίγο και είπα να ξαποστάσω πίνοντας έναν Ελληνικό !»

«Και πολύ καλά έκανες ! Κι αν σε ξαναφέρουν προς τα εδώ τα βήματα σου… Νίκο με λένε, δικός μου ο καφενές. 31 χρόνια τον έχω… Σε άλλη Βούλα ήρθα, αλλιώς έγινε. Μη σε ζαλίζω όμως. Πως τον θες τον καφέ ;»

«Μέτριο. Και αν έχεις και κανένα λουκούμι και κανένα ποτήρι κρύο νερό…»

«Εννοείται !» είπε χαμογελαστά. «Έρχομαι !»

Καταβρόχθισα πρώτα το λουκούμι, γλυκύτατο !, ήπια δροσερό νερό και άρχισα να σιγοπίνω τον καφέ μου χαζεύοντας. Έτσι με το μυαλό άδειο, το χρειαζόμουν αυτό.

Εκεί που χάζευα στα δεξιά μου ένα νέο ζευγάρι που λογομαχούσε περπατώντας γρήγορα, ένοιωσα δύο πράγματα… Ένα γλύψιμο στο αριστερό χέρι και κάτι σαν μούδιασμα.

Γύρισα ξαφνιασμένος. Ενας πελώριος τριχωτός σκύλος, με κοίταζε στα μάτια πολύ φιλικά.

Αρσενικός, άσπρος με καφέ βούλες, μάτια μεγάλα σαν κάστανα, στο ίδιο καφέ χρώμα. Πολύ φιλικός, με κοίταζε και κουνούσε την ουρά του.

Δίπλα του ένας ψηλός τύπος. Ψηλός πολύ αλλά αδύνατος, μελαχρινός, γύρω στα 35 με 40 τον έκανα, όχι αθλητικό σώμα, με μεγάλη μύτη και ένα ανεξιχνίαστο βλέμμα. Αδιάφορο θα έλεγα αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Με κοιτούσε σοβαρός.

Λατρεύω τα σκυλιά. Ιδίως αυτά τα μεγάλα με τα ωραία μάτια που με αντιμετωπίζουν τόσο φιλικά.

«Πως τον λένε ;» ρώτησα τον άνδρα καθώς χάιδευα με το σαλιωμένο μου χέρι το κεφάλι του σκύλου.

«Βόλτα»

«Ασυνήθιστο όνομα. Κι εσένα αν επιτρέπεται ;» ρώτησα κοιτάζοντας τον. Λογική η ερώτηση, φαινόταν σαν κάτι να ήθελε, σαν κάτι να περίμενε από μένα.

«Ισκιο»

Παράξενο κι αυτό το όνομα, περισσότερο μάλιστα, αλλά του ταίριαζε με το σουλούπι που είχε.

«Πάμε μία βόλτα ;» μου πρότεινε. Πάλι εκείνο το ουδέτερο ύφος. Καθόλου σκοτεινό ή απειλητικό. Απλώς λίγο βιαστικό αυτή τη φορά. Και σαν να το έλεγε τυπικά, σαν να ήξερε τι θα απαντήσω.

Να ‘μια λοιπόν σε ένα άγνωστο καφενεδάκι στη Βούλα, να πίνω τον καφέ μου και να δέχομαι πρόταση να πάω βόλτα με τον σκύλο τον Βόλτα και τον συνοδό του τον ίσκιο ! Λες και τους ήξερα κι από εχθές !

Έριξα μια ματιά δίπλα μου. Οι δυο φίλοι σιγόπιναν ατάραχοι της μπύρες τους, δεν έδιναν σημασία. Ο μπάρμπα Νίκος μέσα στο καφενείο. Στο πλάι μου ο Βόλτας να μου κουνάει φιλικά την ουρά και ο πανύψηλος Ίσκιος να με κοιτά με εκείνο το μυστήριο βλέμμα.

«Πάμε !» απάντησα και σηκώθηκα ορθός.

Σας ξάφνιασα ; Κι εγώ ξαφνιάστηκα, αν με ρωτήσετε με ποια λογική το έκανα, ιδέα δεν έχω !

Συνεχίζεται….

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΡΙΣΕΩΣ !!

Έτσι, για πλακα, απαντήστε όπως σας έρθει, ειλικρινά ή όχι. Μία πινελιά ευθυμίας μη το πάρετε και πολύ σοβαρά

Προτιμάτε :
(1α) μακαρόνια παστίτσιο   
(1β) κλασσική μακαρονάδα, μόνο με τριμμένο τυρί ή φέτα 
(1γ) μακαρόνια με σάλτσα χωρίς τυρί
(1δ) μακαρόνια με σάλτσα και τυρί
(1ε) μακαρόνια με κιμά 
(1στ) καρμπονάρα

Το συνοδεύετε με 
(2α) κρασί
(2β) μπύρα
(2γ) αναψυκτικό (coca cola κ.λ.π.) 
(2δ) με τίποτα από ποτό, νεράκι στο τέλος ! 

Μαζί τρώτε
(3α) μόνο ψωμί
(3β) μόνο σαλάτα
(3γ) και ψωμί και σαλάτα
(3δ) τίποτα ! σκέτα
(3ε) ότι υπάρχει στο τραπέζι ! 


Συνεχίζουμε : Πάλι από το 1 μετράμε. 


Ποιό είναι το αγαπημένο σας κατοικιδιο ζώο : 
1α) ο σκύλος
1β) η γάτα
1γ) τα αγαπώ και τα δυο, δεν τα ξεχωρίζω
1δ) Έπεσες έξω, κανένα από τα δυό ! (λέτε ποιό) 

Ίσως ακολουθήσουν και άλλες ερωτήσεις. Για φαγητό πάλι ή για άλλα θέματα. Ναι... κάπου το πάω....αναμείνατε εις το ακουστικό σας, μέχρι να κάνω κάποια μέρα τα αποκαλυπτήρια !! 




Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

TO ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑ



Γραμμένο για τη σειρά "Μία εικόνα 1000 λέξεις" του Κώστα Θερμογιάννη στο ΦΒ. Διαλλέγεις μία εικόνα από αυτές που σου παρέχονται και μόνο (περίπου 10) και γράφεις διήγημα που να έχει σχέση με την εικόνα και να μη ξεπερνά τις 1000 λέξεις. 
 
ΤΟ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑ



Όταν έφτασε μπροστά στον μεγάλο φράχτη είχε περάσει μία. Η γειτονιά  κοιμόταν, ίσως να ήταν ακόμα μια δυό παρέες στις καφετέριες στην πλατεία αλλά το σπίτι ήταν μακριά, η κίνηση προς τα εκεί είχε σταματήσει ώρες νωρίτερα.

Τα σκυλιά τον είχαν μυριστεί, αλλά τα ταϊσματα με κόκκαλα εδώ και κάμποσο καιρό είχαν πιάσει κόπο. Τον περίμεναν και με το που τον είδαν κούνησαν την ουρά τους. Τους πέταξε πάλι κάτι να τα απασχολήσει και έβγαλε τον κόφτη.

Το συρματόπλεγμα ήταν πίσω από τις πρασιές που περιτριγύριζαν το σπίτι.  Οι πράσινοι καλλωπιστικοί θάμνοι ήταν για μόστρα, από πίσω υπήρχε ψηλός πέτρινος φράχτης και πάνω του μισό μέτρο συρματοπλέγματα σε τέσσερεις σειρές. «Για τους κλέφτες» έλεγαν, «τα κάγκελα τα καβαλάνε». Είχε κλέφτες πράγματι στην περιοχή, την είχαν ρημάξει τα τελευταία χρόνια, αλλά αν κάποιος ήθελε να μπει, έμπαινε. Όπως κι αυτός. Στη γειτονιά έλεγαν το σπίτι «οχυρό», τους κουτσομπόλευαν ότι κάτι είχαν, ίσως κάποιο φυλαγμένο θησαυρό. Τα ήξερε αυτά ο άντρας της, τα άκουγε, επέμενε για κάγκελα ψηλά όπως υπήρχαν κι αλλού, αλλά τελικά πέρασε το δικό της. Όπως πάντα.

Σε δυό λεπτά ήταν στον κήπο. Τα σκυλιά έτρεξαν κοντά του γρυλίζοντας αλλά όχι με εχθρικές διαθέσεις. Έσκυψε τα χάϊδεψε και τα ψέκασε με το υπνωτικό σπρέϋ που είχε αγοράσει στην Αθήνα. Για περίπου μισή ώρα με τρία τέταρτα δεν θα είχε την έννοια τους. Δεν του χρειαζόταν παραπάνω

Η πόρτα της κουζίνας στην πίσω μεριά του σπιτιού ήταν κλειδωμένη. Το περίμενε. Είχε φτιάξει αντικλείδι, δεν ερχόταν πρώτη φορά.  Άνοιξε προσεκτικά και μπήκε. 

Δεν χρειαζόταν φακό. Το μικρό σποτ στο χωλ που άφηναν πάντα ανοιχτό φώτιζε αμυδρά και την κουζίνα. Ιδέα της και αυτό, εκείνος τούς το είχε βάλει.


Διέσχισε αθόρυβα το χωλ και τον μικρό διάδρομο που οδηγούσε στο δωμάτιο της. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Δεν μπήκε μέσα, στάθηκε στην πόρτα και την κοίταξε.

Το φως στο διάδρομο, ανοιχτό και αυτό, το δωμάτιο φαινόταν καθαρά. Το σώμα της μισοσκεπασμένο με ένα ελαφρό σεντόνι, τα μαλλιά της σκόρπιζαν πάνω στο κατάλευκο μαξιλάρι. Το σώμα της μισοτυλιγμένο με ένα ελαφρύ σεντόνι, το λεπτό άρωμα της παντού στο χώρο. Το ένα πόδι ξεπρόβαλε, φαινόταν μέχρι ψηλά, μέχρι πολύ ψηλά που να πάρει ! Η χυτή γάμπα, το σμιλεμένο μπούτι που κόλαζε κι άγιο…. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά καθώς την παρατηρούσε. Η αναπνοή της κυμάτιζε ανάλαφρα τα μισοκαλυμμένα από το σεντόνι και το νυχτικό της στήθη. Πόσο την ήθελε !  

Πρέπει να διαισθάνθηκε την παρουσία του. Την είδε που πάγωσε, τράβηξε το σεντόνι πάνω της και τον κοίταξε. Δεν ήθελε πολύ να τον αναγνωρίσει… «Εσύ…» μουρμούρισε… «τι κάνεις εδώ ; τι θέλεις ;»

Μια ερώτηση στην οποία δεν μπορούσε να της απαντήσει. Την κοίταζε σιωπηλός χωρίς να μπαίνει μέσα, από την πόρτα.

«Πες μου !» θαρρεύτηκε εκείνη. Κάθισε στο μαξιλάρι της και το βλέμμα της έψαξε στο μισοσκόταδο το δικό του. Δεν το είδε, το ένοιωσε. «Ακόμα καλύτερα, φύγε και τελειώνει εδώ ! Πριν έρθει ο άνδρας μου και…»

«Ο άνδρας σου λείπε στη Πάτρα για δουλειές, θα έρθει αύριο βράδυ» της είπε ήσυχα. «Τα νέα μαθαίνονται…»   

«Ο γιός μου…»

«Ο γιός σου είναι στην Έδεσσα. Εσύ μου το είπες πριν μια εβδομάδα, όταν σου έφτιαχνα τα φώτα στον κήπο, το ξέχασες ; Μίλησα το απόγευμα μαζί του στο Facebook. Είμαστε φίλοι, χωρίς να ξέρει ποιος είμαι. Eκεί είναι ακόμα. Μόνη είσαι, πάρε το χαμπάρι…»     

«Όλα τα έχεις σκεφτεί ! Τι θές ;»

«Τι λες να θέλω ;»

«Ξέρω εγώ ; Μην έχουμε κακά ξεμπερδέματα. Έχεις γυναίκα και παιδί…»

«Άσε τα απ έξω ! Κακά ξεμπερδέματα έχω από τότε που σε γνώρισα ! Πες μου μια φορά που ήρθα για δουλειές και δεν ήσουν μισόγυμνη ! Κάθε τόσο με καλούσες, πότε για το ένα πότε για το άλλο. Πες μου ότι δεν άφηνες επίτηδες να φανούν τα στήθια σου λίγο παραπάνω όπως και τα πόδια σου σε κάθε ευκαιρία. Πες μου ότι δεν με κοίταζες λιγωμένα όπως δούλευα ! Πες μου ότι δεν τραβούσες τη ματιά μου με κάθε τρόπο ! Εσύ μ έφερες εδώ !  Με τρέλανες και τώρα μου λες τι θέλω !»

«Τρελάθηκες ; Κι αν έχω φίλο ;» του είπε περιπαιχτικά καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι. 
Τυλίχτηκε με τη ανοιχτή ροζ ρόμπα που ήταν στην καρέκλα δίπλα της. Όχι τόσο γρήγορα που να μην απολαύσει το θέαμα άλλη μια φορά. Δεν τον φοβόταν πια, τον προκαλούσε πάλι. «Φαντάσου να μ έβρισκες στο κρεβάτι με κανέναν άλλο» συνέχισε. Καθόταν τώρα στο κρεβάτι και είχε ανάψει τσιγάρο. Το χυτό της πόδι ξεπρόβαλε, του φώναζε «χάιδεψε με», η μισάνοιχτη ρόμπα έδειχνε τα στήθια της μέσα από το νυχτικό, δεν φορούσε σουτιέν, δεν έβλεπε τόσο καθαρά, κανείς τους δεν είχε ανάψει το φως, αλλά πήγαινε στοίχημα πως οι ρώγες από μέσα είχαν σκληρύνει…. Ένα οχυρό γεμάτο θησαυρούς… Είχε κόψει το ένα συρματόπλεγμα…. Το οχυρό καρτέραγε να κόψει και το άλλο, τις άμυνες της, να το αλώσει…

«Αν σε έβρισκα στο κρεβάτι με άλλον» της είπε με γεμάτη ένταση φωνή «θα τον αντιμετώπιζα. Αντρίκια, στα ίσια ! Ότι τρέλα και να σκεφτείς μπορώ να την κάνω ! Αρκεί να σε έχω !! Θέλω να πάμε στη κόλαση παρέα ! Κι ότι θέλει μετά ας γίνει !»    

Τον κοίταξε για μια στιγμή… Ένοιωθε την ματιά της να τον διαπερνά. Τα μηνίγγια του άρχισαν να χτυπούν καθώς σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι. Με αργές κινήσεις έβγαλε τη ρόμπα της και την πέταξε στην καρέκλα. Τον πλησίασε και πάντα κοιτάζοντας τον έπιασε και το νυχτικό της και το έστειλε να κάνει παρέα στη ρόμπα. Μόνο ένα σλιπάκι πάνω της πλέον, δέκα πόντους μακριά του και πλησίαζε… Τα στήθια της κυμάτιζαν… πέντε πόντους μακριά του, όλο και πλησίαζε….

«Ε, αφού έκανες τόσο κόπο» του είπε σιγανά με φωνή βραχνή… «πάμε στην κόλαση όπως λες…» Τώρα οι ρώγες της ακουμπούσαν στο στήθος του, πέτρα ήταν, είχε δίκιο ! Τα δάχτυλα της άρχισαν να ξεκουμπώνουν το πουκάμισο του…        

«Όχι !» της είπε με σταθερή φωνή τώρα ενώ το χέρι του την απομάκρυνε ήρεμα. «Σου αρέσει να παίζεις με τα αρσενικά, να τα ανάβεις και να παίρνεις στη συλλογή σου όποια γουστάρεις. Στο είπα, ο κόσμος μικρός όλα μαθαίνονται ! Ο άντρας σου κάνει πως δεν βλέπει, πως δεν ξέρει, ίσως έχει αλλού το μυαλό του. Ξεφτίλισες τον φίλο μου τον Μάκη, τον πήρες από τη γυναίκα του για να τον παρατήσεις σε δυό εβδομάδες. Κι αυτός είχε παιδί, τους διέλυσες το σπίτι ! Δεν θα γίνω αντικείμενο στη συλλογή σου, μάθε πως υπάρχουν και κάποιοι που δεν θα τους παρατάς, θα σε παρατάνε ! Δική μου είσαι να σε κάνω ότι θέλω. Ε δε σε θέλω !! Ούτε για να σε πηδήξω και μετά να σε αφήσω σε θέλω !»

Τον κοίταξε παγωμένη καθώς γύρναγε για να φύγει.
«Μπορώ να φωνάξω…» του είπε απότομα. Η όποια ερωτική ένταση είχε χαθεί ανάμεσα τους.

«Δεν είναι το στυλ σου… Να σ’ ακούσει ποιός ;  Και να σε δούν μισόγυμνη στο κρεβάτι σου και εμένα εδώ παρεούλα ; Οι περισσότεροι θα σκεφτούν πως μου άνοιξες την πόρτα και κάποια στιγμή αρπαχτήκαμε. Δεν το θέλεις, πίστεψε με. Αρκετά σου σέρνουν, αυτό θα ξεπέρναγε κάθε όριο ανοχής ακόμα και από τον πλούσιο τον άνδρα σου.

Έμεινε να τον κοιτά καθώς έφευγε. Τα σκυλιά κοιμόνταν ακόμα. Πέρασε από το κομμένο συρματόπλεγμα και βγήκε.Του φάνηκε πιο άνετο βγαίνοντας.
ΤΕΛΟΣ



Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

MATROSKA

MATROSKA (Ρωσσική ξύλινη ζωγραφιστή κούκλα που ανοίγει από μπροστά και έχει μέσα της μία δεύτερη. Κι αυτή ανοίγει και έχει μέσα της μία τρίτη κ.ο.κ.) 



Μόσχα. Στο κοντινό μας μέλλον.

Το κουδούνι της πόρτας ξάφνιασε την Ντάρια. Δεν περίμενε κανένα τέτοια ώρα το πρωϊ. «Ποιος να είναι ;» αναρωτήθηκε. «Και είμαι χάλια !»  συνέχισε τη σκέψη της ρίχνοντας μια ματιά στο είδωλο της, στον καθρέφτη του χωλ. Έφτιαξε λίγο τα ξανθά της μαλλιά, έσφιξε τη ζώνη της ρόμπας της και πήγε στην πόρτα. Κοίταξε από το ματάκι της πόρτας και ησύχασε. Άνοιξε την πόρτα χαμογελαστή.

«Γκριγκόρυ» είπε παραμερίζοντας για να περάσει ο νεαρός άνδρας. Ο Γκριγκόρυ ήταν ο καλύτερος φίλος του γιού της στο Πανεπιστήμιο. Τον συμπαθούσε πολύ.

«Καλημέρα κυρία Μπέσοφ» είπε ο Γκριγκόρυ μπαίνοντας. «Συγνώμη για την ενόχληση, πέρναγα πηγαίνοντας στο Πανεπιστήμιο γιατί ο Λαβρέντυ ξέχασε τις σημειώσεις του. Μου τηλεφώνησε να περάσω και να τις πάρω καθώς ήμουν εδώ κοντά. Είναι λέει πάνω στο τραπεζάκι που αφήνει το laptop του». »

«Ο αφηρημένος !» είπε η Ντάρυα, δήθεν συνοφρυομένη. «Κάτσε πάω να στις φέρω. Θέλεις μία πορτοκαλάδα ;  μήπως ένα καφέ ;»

 «Όχι ευχαριστώ, έχουμε μάθημα, πρέπει να βιαστώ»

«Μισό λεπτό, πάω να τις φέρω» είπε η Ντάρυα και προχώρησε προς το δωμάτιο του γιού της.

Ο  Γκριγκόρυ έμεινε να την κοιτά, θαυμάζοντας το λιγερό της κορμί, καθώς πήγαινε στο δωμάτιο του γιού της. Στα 45 της χρόνια η Ντάρυα Μπέσοφ είχε ακόμα ένα σώμα που προκαλούσε τον θαυμασμό, αν όχι κάτι περισσότερο.

Σε ένα λεπτό η Ντάρυα ήταν πίσω κρατώντας ένα καφέ ντοσιέ. «Αυτό πρέπει να είναι έτσι ;» ρώτησε δίνοντας τον στον Γκριγκόρυ. «Ήταν εκεί που μου είπες»

«Ναι, αυτός είναι, ευχαριστώ, θα του τον δώσω». Το βλέμμα του Γκριγκόρυ όμως καρφώθηκε στην ρόμπα της Ντάρυα που είχε ανοίξει μπροστά… «Είσαι… είσαι πολύ όμορφη» είπε σιγά. 

«Σ’ ευχαριστώ για το κοπλιμέντο Γριγκόρυ», απάντησε η Ντάρυα χαμογελόντας φιλάρεσκα. 
«Γκριγκόρυ ;» ρώτησε ανήσυχη αλλάζοντας ύφος. «Τι έπαθες ;» . Ο φίλος του γιού της κρατούσε το κεφάλι του, με μία έκφραση πόνου στο πρόσωπο του.

 «Τίποτα… ένας ξαφνικός πόνος… πέρασε τώρα. Ίσως κανένα νευροκαβαλίκευμα.  Πρέπει να φεύγω για το μάθημα, συνέχισε βιαστικά. Μην ανησυχείτε καλά είμαι. Γειά σας !»

Πεκίνο, Κέντρο της ΜSS (Kινέζικη CIA)  Την ίδια ώρα περίπου.

«Ηλίθιε !» είπε θυμωμένος ο υπολοχαγός Χού της MSS στον νεαρό άνδρα που καθόταν μπροστά στη συσκευή νευρονικής επιβολής. «Τι ήταν αυτό ; Ο πραγματικός Γκριγκόρυ Μέργιοβιτς δεν θα το έλεγε αυτό στη μητέρα του φίλου του !!»

«Συγνώμη υπολοχαγέ. Η εμφυτευμένη εξ αποστάσεως προσωπικότητα είναι από άνδρα της ιδίας ηλικίας με τον Γκριγκόρυ Μέργιοβιτς και φαίνεται ότι του αρέσουν οι μεγάλες γυναικες. Τον έβγαλα αμέσως από το μυαλό του Γκριγκόρυ, τώρα είναι ο πραγματικός»

«Αν η Ντάρυα πει στον γιό της έστω και φιλάρεσκα, ότι αρέσει στους φίλους του, ο Λαβρέντυ θα αντιδράσει. Δεν ξαναμπαίνεις σε αυτόν, τέρμα. Θα προχωρήσουμε τα πειράματα με την εναλλακτική λύση. Άλλη μια τέτοια απροσεξία και σε βγάζω από την ομάδα μου σαν ανίκανο με δυσμενή αναφορά !! Και ξέρεις τι σημαίνει αυτό !!»

«Δεν θα ξαναγίνει υπολοχαγέ» είπε ήρεμα ο νεαρός Κινέζος. Ήξερε πόσο ανεκτίμητος ήταν για αυτό το πρόγραμμα, δεν θα τον παραμέριζαν εύκολα. Αλλα δεν ήθελε να προκαλεί και την τύχη του.   

Langley, κέντρο της CIA στις Η.Π.Α. Ιδια ώρα περίπου.

«Δεν είναι έτοιμοι ακόμα !» είπε η μελαχρινή κοπέλλα. Καθόταν μπροστά σε μία διαφορετική συσκευή που έκανε όμως την ίδια δουλειά με εκείνη των Κινέζων.

«Πράγματι !» είπε ο ψηλός ξανθός άνδρας που ήταν σκυμένος πάνω της. «Πολύ καλή δουλειά Σύνθια. Μέχρι που να στρώσουν τη συσκευή τους θα έχουμε προλάβει να τελειοποιήσουμε τη μηχανή μπλοκαρίσματος αποστελλομένων εγκεφαλικών κυμάτων. Ο Τομ λέει ότι η ομάδα του θα την έχει έτοιμη σε λίγες μέρεςς. Ελπίζω να μη μας προλάβουν οι Κινέζοι».

«Αποκλείεται ! Μπορούμε να προκαλέσουμε παρενέργειες στον Γκριγκόρυ Μέργιεβιτς. Οι Κινέζοι θα τον παρακολουθούν για ένα διάστημα, να δουν ότι όλα είναι καλά.  Θα ανησυχήσουν  γιατί θα νομίσουν ότι οι παρενέργειες είναι αποτέλεσμα της δικιάς τους συσκευής. Θα χάσουν χρόνο που είναι πολύτιμος για μας».

«Ωραία ! Αξίζεις ένα ποτό μόλις σχολάσουμε !»

 «Είσαι ωραίος τύπος Τομ, αλλά είμαι σε σχέσ…» άρχισε να λέει η Σύνθια αλλά σταμάτησε και έπιασε το κεφάλι της με μία έκφραση πόνου.

«Σύνθια, τι έπαθες, όλα καλά ;» είπε ανήσυχος ο Τομ.

«Ναι, μία ξαφνική αδιαθεσία, συμβαίνουν καμιά φορά. Θα το πιούμε το ποτό, το αξίζουμε»   

Μόσχα, Έδρα FSB (διάδοχος της KGB), ίδια ώρα περίπου.

«‘Εξοχα !» είπε ο ταγματάρχης Σόρσιν στον νεαρό που καθόταν μπροστά σε μία οθόνη που κάλυπτε σχεδόν μισό τοίχο και έπαιζε με τα πλήκτρα ενός PC. «Τέλειος συγχρονισμός.  Η Σύνθια προσποιήθηκε ότι κάτι έχει την ώρα που έπρεπε. Ο Τομ θα το ερευνήσει το θέμα κι ας μην έδειξε τίποτα. Θα προσπαθήσει να δει αν η Σύνθια είναι υπό την επίδραση κάποιας παρόμοιας συσκευής. Θα αναρωτηθούν ποιοι ελέγχουν το μυαλό της και από πότε. Τι έχει πει και σε ποιούς.  Όλα αυτά μας δίνουν τον χρόνο να τελειοποιήσουμε το δικό μας μηχάνημα και την συσκευή μπλοκαρίσματος ανεπιθύμητων εγκεφαλικών επιδράσεων από απόσταση, πριν από τους Αμερικανούς».

«Θυσιάζουμε την Σύνθια» είπε ο νεαρός άνδρας. «Δουλεύει για μας  τόσα χρόνια»

«Δεν ζήτησα τη γνώμη σου λοχαγέ !» είπε θυμωμένα ο ταγματαρχης Σόρσιν. «Εσύ θα κάνεις τη δουλειά σου. Δεν θα ξαναεπικοινωνήσεις μαζί της, τώρα θα την παρακολουθούν. Η Σύνθια ήξερε σε τι έμπλεκε σε αυτή την αποστολή, τι κινδύνους θα έχει. Την έχουμε προειδοποιήσει. Ξέρει πως θα φερθεί, τι θα πει και πότε στις ανακρίσεις που θα ακολουθήσουν. Δεν έχουν να της βρουν τίποτα. Θα χάσει την θέση της, θα κάνει κάτι άλλο άσχετο με μας για λίγο καιρό που θα την παρακολουθούν και μετά θα γυρίσει στην πραγματική της πατρίδα».   

Δήμος Χολαργού-Παπάγου, Αθήνα.

Ο νεαρός συγγραφέας Γιώργος Παυλίδης, τέντωσε το ισχνό του κορμί να ξεμουδιάσει, μετά  έριξε μία ακόμα ματιά στο διήγημα του. «Καλό φαίνεται» σκέφθηκε. «Ελπίζω να αρέσει». ‘Εκλεισε το laptop και ετοιμάστηκε να πάει για ύπνο. Αυτές οι ζαλάδες τον  τελευταίο καιρό δεν τον άφηναν.  Είχε κάνει εξετάσεις, δεν του είχαν βρει τίποτα αλλά επέμεναν και ήταν ενοχλητικές. Κι αυτά τα περίεργα που του ξέφευγαν καμιά φορά….

ΤΕΛΟΣ

Η ΕΙΔΗΣΗ ΠΟΥ ΜΕ ΕΝΕΠΝΕΥΣΕ (απόσπασμα) : Για πρώτη φορά μια διεθνής ομάδα νευροεπιστημόνων και μηχανικών ρομποτικής έδειξε ότι είναι δυνατή η άμεση επικοινωνία μεταξύ ανθρωπίνων εγκεφάλων μέσω διαδικτύου. Οι ερευνητές πέτυχαν να μεταφέρουν απευθείας πληροφορίες από τον έναν εγκέφαλο στον άλλο, που απείχαν μεταξύ τους περίπου 8.000 χιλιόμετρα. Ένας άνθρωπος σκέφτηκε τη λέξη «γεια» στη μια άκρη της Γης και ένας άλλος την «άκουσε» μέσα στο δικό του κεφάλι στην άλλη άκρη του πλανήτη.
… Οι ερευνητές μετέφεραν από εγκέφαλο σε εγκέφαλο τις λέξεις «hola» και «ciao» («γεια» στα ισπανικά και ιταλικά) από μία τοποθεσία στην Ινδία σε μια άλλη στη Γαλλία, χρησιμοποιώντας ασύρματες συσκευές ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος και ρομποτικές συσκευές διακρανιακής μαγνητικής διάγερσης, οι οποίες συνδέονταν μέσω του Ίντερνετ.

Πηγή : http://www.newsbomb.gr/episthmh/story/490993/gegonos-i-proti-epikoinonia-meso-diadiktyoy-anthropinon-egkefalon-se-apostasi#ixzz3DGnAXZKo

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

ΜΑΘΗΜΑ ΖΩΟΛΟΓΙΑΣ (διήγημα φαντασίας)

Νέα Αθήνα 23 Ε.Ε (2170 μ.Χ)

Ο Κέρο μπήκε στο δωμάτιο εκπαίδευσης χαμογελαστός. Ήταν προετοιμασμένος να απαντήσει στις ερωτήσεις του ΠΕ-13, του προγράμματος εκμάθησης που τον εξέταζε καθημερινά και έδινε αναφορά προόδου στους πρεσβυτέρους που είχαν αναλάβει την εκπαίδευση του.  

«Υγεία και Σοφία Κέρο» τον χαιρέτισε το πρόγραμμα. «Ελπίζω να έχεις προετοιμαστεί καλά» Η φωνή του ΠΕ-13  ακούστηκε από τον τοίχο απέναντι του. Σήμερα η φωνή ήταν προσομοίωση της φωνής μίας γυναίκας μεγαλύτερης του. Ευχάριστη φωνή, μελωδική, του άρεσε.

«Είμαι έτοιμος» απάντησε καθώς καθόταν απέναντι από το πρόγραμμα.

«Αρχίζουμε. Πόσα ήδη οικιακών ζώων υπάρχουν σε αυτή την περιοχή του πλανήτη ; »

«Παγίδα !» σκέφθηκε «1412. Οσα υπάρχουν σε κάθε περιοχή» απάντησε. Κάθε ζωϊκό είδος έχει τσιπ προσαρμογής στις ειδικές συνθήκες που ζει. Παντού στις περιοχές οικολογικού ελέγχου υπάρχει η ίδια ακριβώς βιοποικιλία».

«Διόρθωσε την απάντηση σου !»

«Δεν υπάρχουν περιοχές οικολογικού ελέγχου» μουρμούρισε ο Κέρο μουδιασμένα. «Ελέγχουμε όλο τον πλανήτη. Μόνο ελάχιστες άγριες περιοχές είναι εκτός. Τις αφήνουμε για πειραματικούς σκοπούς» συμπλήρωσε «Ο Ντενο…» σκέφθηκε τον φίλο του «… λέει πως δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε και είναι περίπου ο μισός πλανήτης, αλλά καλύτερα να μη τα πω αυτά».

«Καλώς. Το λάθος σου όμως ήδη αναφέρθηκε. Όπως και η επιδιόρθωση του μετά από παρέμβαση μου Συνεχίζουμε. Τα υπόλοιπα ζώα που υπήρχαν τι έγιναν ;»

«το 73% εξαφανίστηκε στους πολέμους του περασμένου αιώνα, μετά την μεγάλη καταστροφή του περιβάλλοντος και τον εξαφανισμό ολόκληρων οικολογικών συστημάτων.  Από τα υπόλοιπα διασώθηκαν όσα εξυπηρετουν τις ανάγκες μας. Τα υπόλοιπα όπως και πολλά από τα εξαφανισθέντα στην τελευταία περίοδο των πολέμων διεσώθησαν μόνο σαν δείγματα σε τράπεζες DNA». Θα μπορούσε να συνεχίσει με αυτά που άκουγε για τα διασωθέντα είδη στις άγριες ζώνες αλλά δεν το θεώρησε φρόνιμο.

«Τίποτε άλλο για το ζωϊκό βασίλειο σήμερα ;»

«Επικίνδυνη ερώτηση, πρέπει να προσέξω» σκέφθηκε. «Αν πω λίγα θα θεωρηθώ αδιαβαστος, αν πω πολλά θα αρχίσουν οι ερωτήσεις με ποιους αιρετικούς κάνω παρέα » Ανακάθησε στην καρέκλα του και σκέφθηκε τι θα πει. «Υπάρχουν ελάχιστα είδη που ζουν στις άγριες περιοχές και είναι προϊόντα μεταλλάξεων, πειραματισμών πριν και κατά την διάρκεια των πολέμων, γονιδιακών επεμβάσεων που επέτρεψαν επιμειξίες μεταξύ ειδών χωρίς τον παλαιό περιορισμό της μη δημιουργίας απογόνων . Τα ελέγχουμε, μελετούμε την συμπεριφορά τους που συχνά είναι εντελώς διαφορετική από τα είδη από τα οποία προήλθαν. Κάποια στιγμή θα ληφθούν αποφάσεις αν θα τα εντάξουμε στα υπάρχοντα ελεγχόμενα οικοσυστήματα του πλανήτη ή όχι»

«Ανάφερε μερικά παραδείγματα»

«Οι ταυρολέοντες, οι  ιπποκάμηλοι, οι χοιρόλυκοι, οι μυογαλές, οι σκυλοπαρδάλεις» . Σταμάτησε εκεί, ήθελε να φανεί διαβασμένος, όχι ειδικός στο θέμα. Είχε πολλά να πει, αλλά τα κράτησε για τον εαυτό του.

«Σαρκοφάγα όλα αυτά ; Φυτοφάγα ;»

«Όλα παμφάγα. Στα νέα είδη ο παλιός διαχωρισμός σε σαρκοφάγα και φυτοφάγα δεν ισχύει» Πάλι ήθελε να πει ότι είχαν σαφή προτίμηση στο κρέας, σε κάθε είδους σάρκα, στην χορτοφαγία το έριχναν όταν ήταν πολύ νηστικά και μόνα τους. Όταν δεν υπήρχε κάτι άλλο κοντά τους, ακόμα και ίδιο με αυτά, να του επιτεθούν. Αν δεν σκοτώνονταν και τα δυό σε αυτές τις φονικές μονομαχίες, ο νικητής έτρωγε τον χαμένο. Και μετά συμβίωναν αρμονικά με το είδος τους ή και με άλλα είδη, παλιά και νέα. Μέχρι να ξαναπεινάσουν…

«Κανένα από τα νέα είδη έχει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ;»

Η ερώτηση που περίμενε ! Ο Κέρο με δυσκολία έκρυψε την χαρά του. «Στα εκπαιδευτικά σεμινάρια αναφέρεται ότι ορισμένοι βιολόγοι όπως ο Τax Πιπίχι και η Βάπο Λοστοπούλου πιστεύουν ότι οι μυογαλές έχουν συλλογική μνήμη και ασυνήθιστα υψηλό δείκτη ευφυίας. Μελέτες της Μόνικα Κουγιουμάντι, του Σταντή Ψυχρονίκου, της Κάρμεν Άνη Ρώσσο και του Λάϊτζα Ιωαννάκη οδηγούν στο αντίθετο συμπέρασμα».  Μελετημένη απάντηση, την μελετούσε ώρες με τον Ντένο και την Κρίστα δύο ήλιους πριν. Άριστη παράθεση αιρετικων και μη, με τους μη αιρετικούς σε διπλάσιο αριθμό. Να δείχνει ότι τα έχει διαβάσει όλα αλλά κλίνει προς τους μη αιρετικούς, όπως και οι πρεσβύτεροι. Ο Τax Πιπίχι ήταν από τα υψίπεδα της περιοχής που κάποτε ονομάζονταν Αιθιοπία, σκουρόχρωμος και αιρετικός. Αιρετική και η κοκκινομάλα Βάπο που ήταν το αντικείμενο λατρείας κάθε τυχερού με δυνατότητα πρόσβασης στα Δίκτυα Απαραβίαστων Επικοινωνιών. Μη αιρετικοί ήταν η μελαψή Ιταλίδα Κουγιουμάντι, η ξανθή Ισπανίδα Κάρμεν Άνη, ο Σταντής από τη Κεντρική περιοχή, ο Λάϊτζα από την Νέα Κρήτη. Ισοκατανομή στο φύλο, χωρίς έντονες χρωματικές προτιμήσεις αν και οι λευκοί πλειοψηφούσαν. Ξένοι αλλά και νεοέλληνες. Όπως έπρεπε, όπως το ήθελαν οι πρεσβύτεροι. «Εσκισα, τα θυμήθηκα όλα !» συνεχάρη σιωπηλά τον εαυτό του.       

«Περίγραψε μου μία μυογαλή»

Κι αυτή την ερώτηση την περίμενε. Αμφιλεγόμενο ζώο η μυογαλή, αντικείμενο ερευνών και διαφορετικών εκτιμήσεων για τις ικανότητες και τις συνήθειες της. Ήταν όμως από τα πιο επικίνδυνα ζώα του πλανήτη, δεν μπορούσε το πρόγραμμα να μη ρωτήσει για αυτές. «Είναι διαστραύρωση αρουραίων με γατες. Την είχαν δημιουργήσει στα μέσα των μεγάλων πολέμων πειραματικά αλλά βρήκαν τρόπο και δραπέτευσαν. Μέγεθος μεγάλης γάτας, έχουν μεγάλα μάτια και αυτιά, δεν έχουν μουστάκια και έχουν ουρά αρουραίου. Πολύ επιθετικά ζώα. Επιτίθενται κατά ομάδες των δέκα με είκοσι και ξεσκίζουν το θύμα τους με τα δόντια τους και τα κοφτερά τους νύχια. Όταν είναι πολλές δεν διστάζουν να επιτεθούν σε μεγάλα ζώα ακόμα και σε ανθρώπους». Στάμάτησε καταλαβαίνοντας ότι είχε πάρει φόρα. Δεν έπρεπε να πει ότι πρώτα εμφανίζεται μία μυογαλή, εντοπίζει το θύμα, κάπως επικοινωνεί με τις υπόλοιπες που ακολουθούν. Ακόμα και για την διαδρομή ειδοποιούνται με κάποιο τρόπο, άηχα. Και μόλις μαζευτούν, περικυκλώνουν το θύμα και ορμούν. Ο Ντένο του είχε δώσει κωδικούς και είχε διαβάσει απαγορευμένα άρθρα για αυτές. Οι άνθρωποι δεν είχαν καταφέρει να τις εξολοθρεύσουν, τις είχαν περιορίσει στις άγριες περιοχές αλλά οι μυογαλές συχνά έβρισκαν τρόπους να παραβιάζουν τους φραγμούς. Υπήρχαν αρκετά ανθρώπινα θύματα και πολλά κατοικίδια ζώα κατασπαράσσονταν, οι Πρεσβύτεροι τα απέκρυπταν.  Αυτά όμως δεν έπρεπε να τα πεί. Δεν τα ήξερε υποτίθεται ή τα είχε ακούσει σαν φήμες που δεν τους έδινε σημασία.

«Πως αντιμετωπίζονται οι μυογαλές ;»

«Το νερό τις απωθεί. Εστω και μία να βραχεί τρέπεται σε φυγή και ακολουθουν και οι άλλες. Εξοντώνονται με διασπαστικές ακτίνες από 1000 Βάτ και πάνω. Οι ακτίνες αυτές είναι αποτελεσματικές και σε πολλά ακόμα επιθετικά είδη. Όλοι έχουμε ένα τέτοιο περασμένο στο χέρι μας» ολοκλήρωσε την απάντηση του. «Και κανείς δεν μας λέει γιατί το έχουμε αφού ελέγχουμε τόσο καλά τα πάντα» είπε από μέσα του. Ούτε αυτό που είχε μάθει από την Κρίστα είπε, ότι αρκετοί άνθρωποι παραγεμίζουν δύστυχα μικρά ζώα με δηλητήρια και τα αφήνουν σκόπιμα να τα φάνε μυογαλές. Ζωντανές φόλες… 

«Δεν είναι επικίνδυνο να έχουμε όλοι ακτίνες διάσπασης ;»

«Όχι γιατί δεν προσβάλουν ότι έχει ανθρώπινο DNA. Στα ανήλικα δίνουν νεροπίστολα για να μη σκοπεύουν κατοικίδια».

«Εντάξει Κέρο, μπορείς να φύγεις. Πέρασες με 93 %. Αύριο θα συνεχίσουμε με τα ψάρια και τα πτηνά»

Ο Κέρο σηκώθηκε όλο χαρά και βγήκε από το δωμάτιο. Βιαζόταν να μοιραστεί τα νέα του με τον Ντένο και την Κρίστα. Μπήκε στον προσωπικό του θάλαμο και έλεγξε προσεκτικά όλο τον χώρο. Στον θάλαμο του Ρένι οι μυογαλές είχαν μπει από τους αεραγωγούς. Πρέπει να κοιμόταν και να μη τις πήρε χαμπάρι παρά μόνο όταν ήταν αργά. Βρήκαν μόνο τα κόκκαλα του την επόμενη μέρα. Έδιωξε τις δυσάρεστες σκέψεις από το μυαλό του, σήμερα έπρεπε να είναι χαρούμενος.  Κάθισε απέναντι από ένα τοίχο προβολής και έδωσε τον κωδικό επικοινωνίας με τους φίλους του.


Στο επόμενο : Μάθημα Ιστορίας…. 

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

TO ΡANTEBOY

Έγραψα ένα διήγημα. Ερωτικό αυτή τη φορά. η ερωτική λογοτεχνία με θέλγει και είναι κάτι πολύ δύσκολο. Σαν όρθιο νόμισμα. Λίγο παραπάνω και πέφτει σε χυδαία τσόντα. Λίγο λιγότερο πέφτει στο "ξενερουά". 

Το έγραψα ΠΟΛΥ προσεκτικά, παίζοντας με τις λέξεις. Και μαζί σας. Θα το καταλάβετε την δεύτερη φορά που θα το διαβάσετε, αν σας αρέσε την πρώτη, ίσως το ξαναδιαβ
άσετε για να διαπιστώσετε αυτό που σας λέω τώρα.

Παρακαλώ πολύ όσους το διαβάσουν, αν αφήσετε σχόλια, ΜΗΝ προδώσετε το τέλος. έχω το λόγο μου που το λέω. Σχολιάστε μεν, όπως θέλετε, αλλά μην μαρτυρήσετε... 


TO ΡANTEBOY
(Διήγημα Γιώργου Παυλίδη. Αθήνα, Αύγουστος 2014) 

Η αναμονή α
βάσταχτη. Θα ρχόταν ; Μήπως περίμενε πολλά ; Μήπως περίμενε άδικα, όπως άδικα είχε χαθεί τόσος καιρός στα ατελείωτα "πριν" την αναπάντεχη στροφή ? Άνετη η φιλική τους σχέση αρχικά, όπως θα την περίμενε κανείς. Γνωρίστηκαν τυχαία και έδεσαν. Ίδια ηλικία πάνω κάτω, κοινά προβλήματα, κοινά ενδιαφέροντα... Είχαν αγαπήσει και οι δύο κάποια χρόνια πριν γνωριστούν, είχαν παντρευτεί, είχαν παιδιά. Το στραβοσκέπασε όμως ο χρόνος τα μεγάλα πάθη τους, αν είχαν υπάρξει ποτέ δηλαδή, είχε ξεφτίσει το όποιο πάθος έτρεφαν για το άλλο τους μισό... Είχαν τελειώσει ουσιαστικά με τα πάθη, έτσι πίστευαν. 
Μέχρι που η ζωή τους πήρε περίεργες στροφές. Ξαφνικά άρχισε να βλέπει στο "κολητάρι", όπως το αποκαλούσε, πράγματα που δεν είχε προσέξει αρχικά. Ή κι αν τα είχε προσέξει δεν είχε δώσει κάποια ιδιαίτερη σημασία... Από κάποια στιγμή όμως και μετά άρχισε να προσέχει το λυγερό κορμί, τα βαθειά πράσινα μάτια, τα μαύρα μαλλιά που στόλιζαν ένα λαιμό πειρασμό, τα στητά στήθη που διαγράφονταν κάτω από μπλούζες και πουκάμισα, τα τορνευτά πόδια που προκαλούσαν τα μάτια... 

Αρχισε να τα παρατηρεί όλα τούτα. Αρχισε να τα ονειρεύεται, να κάνει βρώμικα όνειρα, βρώμικα αλλά υπέροχα όνειρα... Πως είχαν έρθει τα πάνω κάτω σε μια τόσο φιλική αρχικά σχέση... ούτε ήξερε, ούτε ήθελε να μάθει... Αλλο ήθελε, το αντικείμενο ενός πόθου που μεγάλωνε. Ναι δεν έπρεπε, ναι δεν ήταν σωστό. Ναι τα ήξερε όλα αυτά. Αλλά τις σκέψεις αυτές και τις τύψεις τις άφηνε για αργότερα. 

Αρκεί να υπήρχε ανταπόκριση... Αρκεί να μη πήγαινε στα τυφλά. Δεν ήξερε αν έπρεπε να το ρισκάρει... 

Προσπάθησε να σκεφθεί αντικειμενικά, να μην μπερδέψει την επιθυμία με το τι γινόταν. Όμως, όσο κι αν το παίδευε, το πράγμα μιλούσε... Τα βλέμματα που αντάλλαζαν έγιναν πιο έντονα. Τα πουκάμισα και οι μπλούζες της Στέλλας έγιναν πιο στενές με ένα δυό κουμπιά ξεκούμπωτα, παραπάνω από ότι συνήθιζε. Όταν καθόταν οι γάμπες της σταύρωναν, κόλαζαν, προκαλούσαν... Φώναζαν άραγε "κάνε την κίνηση, τόλμησε το !" ή ήταν φαντασιώσεις μονάχα ενός μυαλού ; 

Όλα αυτά γίνονταν φωνές που ψιθύριζαν ότι ίσως κάτι υπήρχε και στο μυαλό της Στέλλας, ότι στη στροφή που έπαιρνε η σχέση τους πήγαιναν και οι δύο. Με τα μούτρα. Πατώντας γκάζι... 

Τελικά δεν άντεξε... Πήρε την απόφαση... Δεν πήγαινε άλλο... 'Ηθελε να ζήσει ! Ένοιωθε ζωντάνια, δίψα, πείνα, αισθήσεις που ήθελα να κορεσθούν από το κορμί τής Στέλλας. Να πάνε στο καλό οι δεσμεύσεις, τα ταμπού, τα τόσα "μη, δεν πρέπει..."

Ένα μήνυμα στο κινητό. Δεν τολμούσε να μιλήσει. "Έλα στο Κάραβελ, κεντρικό, πολύς κόσμος, δεν δίνει κανείς σημασία. Να το τελειώνουμε. Ή να το αρχίσουμε, πες το όπως θες. Αν θέλεις. Το όχι σου θα το σεβαστώ και αν μπορούμε το συνεχίζουμε στο φιλικό. Αν νοιώθεις άβολα πές το και τελειώνει πάλι εδώ. Αλλά δεν μπορώ άλλο. Σε θέλω !! Και νομίζω πως με θέλεις και εσύ"

Άφησε επίτηδες μια μέρα. Η πρόσκληση ήταν για την αυριανή μέρα, το πρωϊ. Έστειλε το μήνυμα με χέρια που έτρεμαν. Και περίμενε. 

Η απάντηση ήρθε το βράδυ στις δέκα. Ήταν με την οικογένεια, έκανε πως βλέπει το κινητό και κάτι είπε για λάθος. Αν θυμόταν τι έλεγε. Πέντε λεπτά αργότερα πήγε στο μπάνιο και το άνοιξε. Ήξερε πως ήταν από τη Στέλλα. Το ήξερε πριν το δει. 

"Κλείσε δωμάτιο και στείλε μου το νούμερο. Ενδεκα θα είμαι εκεί". 
Πήρε βαθειά ανάσα και έσβησε το μήνυμα. Βρήκε πρόφαση ένα οικογενειακό πρόβλημα υγείας κι έφυγε από τη δουλειά στις δέκα... 
Πήρε ταξί, δέκα και είκοσι ήταν στο Κάραβελ. Δέκα και μισή ήταν στο δωμάτιο 111. Επιασε δωμάτιο για μια μέρα. 

Έστειλε το μήνυμα για το δωμάτιο με το κινητό. Δεν πήρε απάντηση. Άρχισε το μαρτύριο της αναμονής. Τρία τσιγάρα σε μισή μέρα, εκεί που κάπνιζε ένα δύο την ημέρα και αν.... Το ότι η Στέλα είχε δεχτεί. δεν έλεγε κάτι. Και γιατί δεν είχε στείλει μία απάντηση ; Ένα "ΟΚ", ένα "εντάξει" ή ένα "έρχομαι". Τόσο πολύ κόστιζε μια λέξη ; Άρα το πάλευε ακόμα... Η τελική απόφαση δεν πρέπει να είχε παρθεί. Ή είχε παρθεί και ήταν αρνητική. 

Καιγόταν... Άνοιξε ένα μικρό μπουκαλάκι ουίσκυ που βρήκε στο ψυγείο, εκεί που δεν έπινε και μάλιστα πρωί... Θα ερχόταν ; Κι αν όχι που θα έβγαζε όλο αυτό ; Το που θα έβγαζε κι αν ακόμα ερχόταν δεν ήθελε να το σκέφτεται... 
Ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα έκανε την καρδιά να βροντήξει δυνατά. Ακόμα δεν το πίστευε, μπας κι ήταν λάθος ή κάποιος υπάλληλος ; 


Άνοιξε και όλα ήρθαν στη θέση τους. Η Στέλλα είχε έρθει !! Παραμέρισε για να περάσει χωρίς να πει κουβέντα, λες και φοβόταν μήπως οι λέξεις διώξουν το όνειρο. 

Κλείδωσε μόλις μπήκε η Στέλα. Πήγε να μιλήσει μα δεν πρόλαβε. Η Στέλα ΤΗΝ κόλλησε στον τοίχο και τα χείλη τους ενώθηκαν στο πρώτο τους φιλί...