Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑ.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΠΟ ΤΑ ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ.ΝΕΤ. ΜΗ ΞΕΧΝΑΤΕ, ΕΙΧΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ 1000 ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΤΕ.



Ο Σπύρος κοίταζε αφηρημένα έξω. Έβλεπε… τι έβλεπε; Τούνελ σκοτεινά, σαν κι αυτά που ήταν χωμένοι τα τελευταία χρόνια, χωρίς φως. Μετά μία στάση, φώτα, κόσμος λίγος ή πολύς, διαφημίσεις, από την εποχή που οι διαφημίσεις είχαν ένα κάποιο κοινό να τις χαζεύουν και όχι άδειες ματιές να προσπερνούν αδιάφορα το περιεχόμενο τους. Τους είχε αδειάσει η εποχή, μία ολόκληρη γενιά αδειασμένη. Μπαμπέσικα…
Η Λένα κοίταξε για μία ακόμα φορά το ρολόι της… Είχε αργήσει, το ’ξερε. Της το έλεγε η αδελφή της όταν την χαιρέταγε :  «Είπαμε να αργούμε λίγο κορίτσι μου, αλλά εσύ το παράκανες! Μέχρι που θα τον πω μακάκα αν σε περιμένει!» Η αδελφή της, παραμυθιασμένη, ανύποπτη… Που να ‘ξερε… Καλύτερα έτσι…  
«Και μαμώ τα μπούτια της!» σκέφθηκε ο Μιχάλης κοιτώντας λοξά τα μπούτια της γυναίκας που καθόταν δίπλα του. «Όλα έξω η φαριόλα! Τα θέλει, πάω στοίχημα!» Γύρισε λίγο προς το παράθυρο, και το δεξί του πόδι ακούμπησε «τυχαία» στο γόνατο της. Η καστανομάλλα σαραντάρα δίπλα του δεν αντέδρασε. «Δεν το τράβηξε! Θα βγω μαζί της και θα της την πέσω στο άνετο!» σκέφθηκε ο Μιχάλης. Ένοιωθε την έξαψη να ανεβαίνει μέσα του… Θα ‘τρωγε καλά, το ένοιωθε!
Η Κατρίνα έσφιξε την τσάντα της νευρικά. Όρθια σε ένα βαγόνι που είχε θέσεις, αλλά προτιμούσε έτσι. Να δει κάτι που ίσως έπρεπε να το δει εγκαίρως. «Να την κάνει» αν χρειαστεί… Ήξερε πως δεν το έκανε μόνο για αυτό… Της άρεσε να δείχνει το σώμα της κρατημένη από μία μπάρα… «Έχεις ταλέντο, θα ξεχωρίσεις εκεί που πας, θα δεις. Και μετά μαζί!». Τα παραμύθια του Λεγκ, πριν δυό χρόνια. Πόσο γρήγορα πέρναγε ο καιρός…
Η Αφρούλα καθόταν δίπλα σε ένα σκυθρωπό σαραντάρη με γυαλιά που κοίταζε έξω. Κάτι είχε αυτός ο άνδρας, σα να ήθελε να βάλει τις φωνές. Έβλεπε το πρόσωπο του στο τζάμι του βαγονιού. Ένταση, απελπισία, πόνος, οργή, όλα ζωγραφισμένα σε ένα άγνωστο πρόσωπο. Γύρισε το κεφάλι της, μη την πάρει χαμπάρι πως την κοίταζε… Ο νεαρός απέναντι της είχε αρχίσει να κολλάει στην γυναίκα δίπλα του. Εκείνη είχε το μυαλό της αλλού, ούτε το πρόσεξε. Η Αφρούλα του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα, ανάθεμα κι αν εκείνος το πρόσεξε.
«Τι πάω να κάνω; » σκέφθηκε ο Σπύρος. «Αντί να κοιτώ να βρω καμιά δουλειά, να βγάλω καμία δεκάρα, τρέχω σε συγκεντρώσεις… ‘Πρέπει να οργανωθούμε’» του έλεγε ο Φώτης που απολύθηκε λίγους μήνες πριν από αυτόν. «Να οργανωθούμε σε κάθε γειτονιά, να μιλήσουμε, να συντονιστούμε με άλλες γειτονιές, να παλέψουμε. Να δούμε από πού ξεκινάμε και που θέλουμε να φτάσουμε. Θέλουν να σαπίσουν πρώτα τα όνειρα μας, μετά τα κορμιά μας… Θα τους αφήσουμε; Πρέπει να αντιδράσουμε!». Ο Φώτης και οι κορώνες του. Τότε έλεγε ότι ήταν λόγια οργής γιατί απολύθηκε… Μετά ήρθε η σειρά του, οι σπόροι του Φώτη φύτρωσαν αυτή τη φορά στο μυαλό του. Και θέριεψαν! Ένα κωλοφάρμακο για το άσθμα της δεκάχρονης κόρης του. Η Μαρία, η χαρά της ζωής του, η Μαρία με τις πλεξίδες, τα γελαστά μάτια αλλά και το άσθμα της. Δεν έμπαινε στο φαρμακείο ο Σπύρος, χρώσταγε κι εκεί! Η φαρμακοποιός τον έβλεπε να περνά, τον είχε φωνάξει μια φορά, πελάτης από τις καλές εποχές. «Πάρτε ό,τι πρέπει για την Μαρία» του έλεγε. «Και όποτε έχετε...» Ντρεπόταν! Αρκετά «όταν έχετε» είχαν μαζευτεί, απλήρωτοι λογαριασμοί, με μαγνήτακι στο ψυγείο να τους βλέπει.
Η Αφρούλα είδε κι εκείνη έξω… Πλησίαζαν. Σε λίγο θα ήξερε… θα ήξερε από τα λόγια που θα άκουγε το αν θα γύρναγε ξέγνοιαστη ή σαν τον διπλανό της. «Έχει σκοτούρες ο κόσμος» σκέφθηκε «όχι μόνο εγώ. Παναγιά μου, βοήθα μας όλους! Όσους το αξίζουν τουλάχιστον. Είμαι δεν είμαι μέσα!». Ο γιος της με διακόσια ευρώ νυχτοφύλακας, είχε δυό παιδιά να θρέψει. Είχε και πτυχίο φιλόλογου αλλά δεν μέτραγε πια αυτό, πού παιδιά να κάνει μαθήματα, μόνο στα δικά του. Η νύφη της διωγμένη από το σούπερ μάρκετ γιατί λέει «συνδικαλιζόταν». Το ότι είχε μείνει ένα βράδυ παραπάνω και είδε πράγματα που δεν έπρεπε σχετικά με τα κρέατα την έφαγε. Έτσι έλεγε ο γιος της, δεν ήξερε αν είχε δίκιο ή ήταν λόγια θυμού.
Ο Μιχάλης κοίταξε μπροστά απορροφημένος τάχα από το θέαμα της όρθιας κοπέλας και τους υπόλοιπους επιβάτες στα καθίσματα. Το γόνατο του τρίφτηκε ελαφρά στο γόνατο της γυναίκας δίπλα του. Περίμενε αντιδράσεις και ένοιωθε την καρδιά του να χτυπά.
Η Λένα, ένοιωσε το πόδι του νεαρού να ακουμπά στο δικό της και μηχανικά τραβήχτηκε. Του έριξε ένα βλέμμα, κοίταζε αλλού αλλά κάτι της έλεγε ότι έπαιζε. Το στυλάκι του συνοικιακού γόη, με ηλικία γύρω στα είκοσι και μυαλά πιο κάτω. «Μόνο αυτό με μάρανε» σκέφτηκε. Σε λίγο όμως θα έφταναν, δεν άξιζε να αλλάξει θέση. Ίσως έπαιρνε το μήνυμα και συμμορφωνόταν. Έσφιξε την τσάντα της, το ρολόι της μάνας της μέσα, δυο λίρες από τότε που είχε παντρευτεί, κάτι καλά δαχτυλίδια και βραχιόλια. Από τις καλές εποχές, τότε που δεν είχαν πολλά, αλλά κάτι είχαν. Μετά ο άντρας της έμπλεξε με κτηματομεσιτικά για να βγάλει περισσότερα, τον γέλασαν, ήρθε η κατάρρευση, οι πιστωτικές πού να πληρωθούν πια. Κάποτε πλήρωναν άνετα τα διακοποδάνεια και γύρναγαν με τον Τάκη της σε Ελλάδα και Ευρώπη… Τώρα μια κακομοιριασμένη οικογένεια που ανήμπορή, σκυφτή, έτρωγε σφαλιάρες. Η τσάντα σα να βάρυνε… θα τα σκότωνε. Σκοτωμένοι ήταν όλοι τους έτσι κι αλλιώς…
Η Κατρίνα έσφιξε τη δική της τσάντα, το βλέμμα του νεαρού που είχε στυλωθεί πάνω της δεν της άρεσε. Δεν είχε κάτι απειλητικό, είχε όμως κάτι το προσποιητό, το βρώμικο. Τους ανθρώπους με τα βρώμικα βλέμματα τους ζούσε ώρες κάθε μέρα, τους ήξερε, τους σιχαινόταν. Πλενόταν πολλές φορές την ημέρα η Κατρίνα, αλλά η βρώμα τους δεν έφευγε… Λεφτά είχε στην τσάντα, τα δύο κινητά, και το σετ για τη δουλειά της. Ένα διχτυωτό καλτσόν, ψιλοτάκουνες γόβες, ένα πακέτο προφυλακτικά και τις απαραίτητες λιπαντικές και απολυμαντικές κρέμες. Κοίταξε το ρολόι της. Ο πελάτης θα την περίμενε, πάντα περίμεναν, μαγεμένοι, καρτερούσαν να ακούσουν τον ήχο των τακουνιών της όταν πλησίαζε την πόρτα του δωματίου, του νοικιασμένου για «ημιδιαμονή».
Το μετρό είχε φτάσει στο τέρμα. Οι επιβάτες ειδοποιήθηκαν να κατέβουν. Ο Μιχάλης όπως όλοι κατευθύνονταν προς την πόρτα βιάστηκε να κολλήσει πίσω από την κοπέλα που είχε σηκωθεί αγνοώντας τον. «Μου κάνει τη δύσκολη» σκέφθηκε ξαναμμένος. Την στιγμή που πήγε να κολλήσει εντελώς από πίσω της, να την κάνει να νοιώσει την έξαψη του, ένα σιδερένιο χέρι του άρπαξε το μπράτσο.
«Στρίβε νεαρέ» άκουσε τη φωνή του απέναντι του στο αυτί του. «Αν σε δω πίσω από την κοπέλα, τώρα ή μετά, δεν θέλεις τη συνέχεια, πίστεψε με!» Έριξε μία ματιά στον Σπύρο που σχημάτιζε ένα αόρατο τοίχος πίσω από την Λένα και βιάστηκε να πάει τελευταίος στη σειρά. «Ατυχία» σκεφτόταν. Ίσως όταν γύρναγε…
Η Αφρούλα βγήκε χαμογελώντας. Ο άνδρας δίπλα της δεν ήταν τόσο βυθισμένος στα δικά του. Νοιαζόταν. Χαιρόταν η Αφρούλα όταν έβλεπε ανθρώπους να νοιάζονται. «Φύλαξε με Παναγία μου» ξαναβυθίστηκε στα δικά της και το χαμόγελο έσβησε. «Ας είναι καλά τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Μην έχω κάτι…»
Το άδειο βαγόνι δεν έμεινε άδειο για πολύ. Άλλος κόσμος μπήκε… Ίδιες ή άλλες ιστορίες…

2 σχόλια:

  1. Καλημερα!
    Ομορφο διηγημα!
    Τοσες ανθρωπινες ιστοριες "χαραγμενες" ίσως σε ένα μόνο λεπτό.
    Και όπως είπες... άλλος κόσμος μπήκε, ίδιες ή άλλες ιστορίες.
    Να εισαι καλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ όμορφο!
    Κρίμα που δεν έχει συνέχεια,θα'θελα πολύ να'ξερα τι απέγιναν οι ήρωές σου!

    Καλή Σαρακοστή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή