Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

O ΠΙΝΑΚΑΣ

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ...

Το παρακάτω διήγημα το εμνεύστηκα βλέποντας ένα πίνακα. Ο Πίνακας που είδα δεν έμοιαζε εντελώς με τον πίνακα που περιγράφω πιο κάτω,αλλά μόλις τον είδα, έγινε το απαραίτητο "κλικ" στο μυαλό μου και άρχισε να δουλεύει η φαντασία μου.

Η Μίνα δε μπορούσε να κοιμηθεί. Το παλιό κλιματιστικό βογκούσε πολεμώντας την ανυπόφορη ζέστη αλλά η έστω και λίγη τεχνητή δροσιά δεν της πρόσφερε αυτό που χρειαζόταν για να κοιμηθεί. Ένοιωθε την ατμόσφαιρα ξερή, πνιγόταν. 

Σηκώθηκε, έκλεισε το κλιματιστικό κι άνοιξε τα παράθυρα.  Ζεστός αέρας μπήκε στο δωμάτιο αλλά δεν την έμελε, δεν θα κοιμόταν αμέσως, θα άνοιγε το κλιματιστικό πάλι πριν πέσει. Ο αέρας όμως έξαφνα έγινε πιο δροσερός, κρύα νύχτα λες και μπήκε στο δωμάτιο. "Δεν έλεγαν για τέτοια δροσιά" σκέφτηκε "ίσως τελικά όταν πέσω να αφήσω ανοιχτά και να μην ανοίξω το κλιματιστικό".

Φόρεσε τη ρόμπα της, πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και πήρε το μπουκάλι με την παγωμένη λεμονάδα. Αυτό θα τη δρόσιζε περισσότερο. Έβαλε σε ένα ποτήρι και μετά ήπιε αργά μία γουλιά. Έβγαλε ένα στεναγμό ικανοποίησης  καθώς το κρύο δροσιστικό έδιωχνε και τα τελευταία απομεινάρια της νύστας.

Με τη λεμονάδα στο χέρι πήγε στο μικρό καθιστικό. Εκεί είχε την τηλεόραση, δεν την ήθελε στο κρεβάτι να χαζεύει, προτιμούσε να διαβάζει κάτι όταν ξάπλωνε. Είδε το ρολόι στον τοίχο. Δώδεκα και μισή... πάνω από μισή ώρα προσπαθούσε να κοιμηθεί πριν το πάρει απόφαση και σηκωθεί.

Άνοιξε και έψαξε τα κανάλια... Ανούσιες, ατελείωτες συζητήσεις στο ένα, πλακίτσες και δήθεν ευχάριστη ατμόσφαιρα στο άλλο, στο τρίτο ένας αγώνας με αυτοκίνητα, στο τέταρτο μία καλή ταινία που όμως την είχε δει πολλές φορές... "Μία από τα ίδια κάθε μέρα" μονολόγησε καθώς την έκλεινε. 

Βαριόταν να διαβάσει, ίσως γι αυτό δεν έψαξε περισσότερο την τηλεόραση. Δεν ήθελε να είναι ένας παθητικός θεατής, ένοιωθε την ανάγκη να κάνει κάτι.
Το βλέμμα της άφησε το καθιστικό και πλανήθηκε στο διάδρομο. Η πόρτα του ατελιέ της ήταν ανοιχτή, την καλούσε... "Τελικά ίσως προχωρήσω κανένα πίνακα" σκέφθηκε καθώς ήπιε μια γουλιά ακόμα από τη λεμονάδα και ξεκίνησε προς τα εκεί.

Στο δεύτερο βήμα τα φώτα σε όλο το διαμέρισμα έκλεισαν. Έμεινε ακίνητη. "Η ΔΕΗ και τα black out !" μουρμούρισε θυμωμένα. Το σκοτάδι δεν την τρόμαζε πολύ αν κι αυτό το σκοτάδι, δεν ήξερε γιατί, το ένοιωθε σαν απειλή.

"Που έχω τον φακό μου γαμώτο ;" σκέφθηκε. "Να πάω στην κουζίνα στα τυφλά να ψάξω για σπίρτα και για κανένα κερί στο ντουλάπι, το είχα άραγε αφήσει στη θέση του την τελευταία φορά που το χρησιμοποίησα ?"

Δεν θυμόταν... αλλά δεν μπορούσε να καθόταν έτσι, κάτι έπρεπε να κάνει, αυτό το μαύρο, κρύο, πηχτό σκοτάδι λες και βάραινε πάνω της. Μερικές φορές μετάνιωνε που έκοψε το κάπνισμα, θα είχε ένα αναπτήρα στην τσέπη της ρόμπας της όπως είχε παλιά.     

Με το που ξεκίνησε για την κουζίνα ψηλαφίζοντας τον τοίχο, τα λίγα φώτα που είχε αναμμένα πριν άναψαν πάλι. "Λίγο κράτησε" μουρμούρισε ανακουφισμένη... "Αλλά καλού κακού..."

Πήγε στην κουζίνα και άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια. Βρήκε σπίρτα και κερί αλλά βρήκε και κάτι καλύτερο, πιο πρακτικό. Ένα μικρό φακό που η μπαταρία του ήταν λίγο εξασθενημένη αλλά φώτιζε. Έβαλε τον φακό στην τσέπη της ρόμπας της, έβαλε και τα σπίρτα για σιγουριά και ξεκίνησε για το ατελιέ της.
Το κλιματιστικό στο ατελιέ της ήταν κλειστό και η πόρτα της μπαλκονόπορτας ήταν μισάνοιχτη. "έτσι θα την είχα αφήσει" σκέφθηκε.  Δεν το θυμόταν, αλλά ποιός άλλος ;

Άναψε τα φώτα του ατελιέ. Είδε το τραπέζι της, χρώματα, παλέτες, λογιών πινέλα πάνω του, η μοναδική καρέκλα στο πλάϊ, καμβάδες και μερικά τελειωμένα έργα της, το ένα είχε ήδη πουληθεί. Δούλευε ήδη ένα άλλο, δύο κοπέλες που περπάταγαν ξένοιαστες σε ένα λιβάδι. Ήλιος, λίγα σύννεφα στον γαλάζιο ουρανό, λουλούδια παντού, μία πανδαισία χρωμάτων που περιτριγύριζε τις δύο κοπέλες που πιασμένες από το χέρι σεργιάνιζαν ξένοιαστες, χαμογελώντας η μία στην άλλη.  Παραγγελία από μία Καναδή πελάτισσα που έμενε στην Φιλοθέη. Είχε δύο κόρες, ήθελε οι δυό κοπέλες να τις μοιάζουν στο πρόσωπο και στο σώμα. Στην πάνω άκρη του τρίποδου, πάνω από τον πίνακα, τρείς φωτογραφίες έδειχναν τις κοπέλες. Το είχε σχεδόν τελειώσει. Να έβαζε χρώμα στα φορέματα τους και κάποιες ακόμα λεπτομέρειες σε κάτι δένδρα που φαινόταν στο βάθος και θα ήταν έτοιμο. 

H ματιά της ταξίδεψε και στα έργα της που ήταν στον πλαϊνό της τοίχο. Το έργο που είχε πουλήσει ήταν στον τρίποδα του, θα ερχόντουσαν να το πάρουν τις επόμενες μέρες, όταν θα το είχε τελειώσει. Κάποιες μικρολεπτομέρειες ήθελε ακόμα και θα ήταν έτοιμο. Ο πελάτης που το είχε παραγγείλει είχε έρθει χθες και το είχε δει, είχε μείνει πολύ ικανοποιημένος.

Με την σκέψη του συγκεκριμένου πελάτη ένοιωσε να την διαπερνά ένα ρίγος. Η παραγγελία είχε γίνει μέσω του FaceBook, ο Τρίσεκτος  Σοφικός είχε δει τα έργα της, του είχαν αρέσει και ήθελε ένα πίνακα που θα τον απεικόνιζε. Έκλεισαν ραντεβού για την άλλη μέρα, ακόμα θυμόταν εκείνο το ψυχρό χέρι που την χαιρέτησε, το ανέκφραστο χλωμό πρόσωπο και τα διαπεραστικά μάτια κάτω από τα άφθονα γκρίζα μαλλιά. "Κοιτάξτε με καλά..." της είπε με μία φωνή που έμοιαζε να βγαίνει από σπήλαιο. "Δεν θα με βγάλετε φωτογραφία, δεν μου αρέσουν οι φωτογραφίες. Ούτε μπορώ να κάθομαι να ποζάρω με τις ώρες. Σχεδιάστε πρόχειρα αν θέλετε τα χαρακτηριστικά μου. Με αυτά θα δουλέψετε. Έχετε μισή ώρα".

Μισή ώρα που δεν πέρασε εύκολα. Ο πελάτης της δεν ήταν κοινωνικός, καθόταν βλοσυρός, απέφευγε τις πολλές κουβέντες. Βιαζόταν, ήθελε να τελειώνει, αυτό φαινόταν. Του έδειξε στο τέλος το πρόχειρο σκίτσο που είχε κάνει, έγνεψε ικανοποιημένος, ρώτησε πότε να περάσει να δει, πλήρωσε κι έφυγε. Μόνο για μιά στιγμή τα μάτια του έδειξαν ενδιαφέρον όταν χτύπησε το κινητό της. Το σήκωσε και κατά την συνήθεια της έγειρε το κεφάλι της στο πλάϊ προβάλλοντας τον τέλειο λαιμό της. Μία στιγμιαία κόκκινη αστραπή σαν να φώτισε για μία στιγμή τα μάτια του, χάθηκε αμέσως, πριν η Μίνα σιγουρευτεί τι ακριβώς είχε δει. Κατάλαβε όμως ότι δεν του ήταν αδιάφορη. "Τελικά ο κύριος Σοφικός δεν είναι τόσο ψυχρός και αδιάφορος όσο θέλει να δείξει" είχε σκεφθεί αυτάρεσκα.
Στην χθεσινή του επίσκεψη ο Σοφικός έμεινε μόνο μερικά λεπτά. Είδε τον πίνακα, εγκωμίασε το ταλέντο της, συμφώνησαν να τον ειδοποιήσει μέσω του FaceBook ότι ήταν ετοιμοπαράδοτος κι έφυγε. Στα λίγα λεπτά που μίλησαν ούτε μία έκφραση δεν είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του, ακόμα και όταν εγκωμίαζε το έργο της.  

"Περίεργος τύπος" σκέφθηκε πάλι η Μίνα. "Πληρώνει όμως καλά, και εντάξει... δεν θα τον παντρευτούμε κι όλας !" ολοκλήρωσε χαμογελώντας τον συλλογισμό της καθώς κοίταζε τον πίνακα.

Ανέκφραστο πρόσωπο, πυκνά γρκιζα μαλλιά ενός άνδρα ακαθόριστης ηλικίας, θα τον έκανε 40 περίπου ετών. Τον είχε ζωγραφίσει με αυτά που φορούσε την πρώτη φορά, ο Σοφικός επέμενε σε αυτό. Ένα βαθύ κόκκινο δερματινο τζάκετ, μάλλον παλιομοδίτικο αλλά πάνακριβο, παράταιρο με την εποχή, μαύρο πουκάμισο, ζιβάγκο από μέσα, μαύρο κοτλέ παντελόνι, δερμάτινη ζώνη στο χρώμα του τζάκετ. Γκριζόασπρα μαλλιά που δεν τον γερνούσαν πολύ, θα έλεγε κανείς ότι του χάριζαν ενα τόνο ωριμότητας, μαύρα μάτια που έκαιγαν...

Το έμπειρο μάτι της κοίταζε τώρα για πιθανές ατέλειες, κάτι που δεν είχε προσέξει... "Ίσως λίγο, να τονίσω άραγε την έλειψη ρυτίδων στο πρόσωπο ;" αναρωτήθηκε καθώς έπαιρνε μηχανικά την παλέττα, το λεπτό πινέλλο, έκανε χρώμα και ετοιμάστηκε για μια μικρή παρέμβαση... 

Πλησίασε το κάδρο, αλλά πριν αγγίξει το πινέλο της τον πίνακα, ένα κύμα παγωμένου αέρα  μπήκε πάλι από το παράθυρο και τα φώτα πάλι έσβησαν λες και ήταν κεριά που τα φύσηξε κάποιος. 

Η Μίνα σάστισε αρχικά, μετά έβαλε το αριστερό της χέρι στην τσέπη της ρόμπας της και έβγαλε τον φακό. Δεν πρόλαβε να τον ανάψει... Το χέρι μέσα από το κάδρο κινήθηκε σα να είχε δική του ζωή. Μία σιδερένια μέγγενη της έσφιξε το χέρι και την έκανε να αφήσει τον αναπτήρα να πέσει κάτω. Πάγωσε... είδε έντρομη τον πίνακα, δεν ήταν μόνο το χέρι που είχε αποκτήσει ζωή... Η αστραπή που είχε δει στα μάτια του Σοφικού την μέρα που είχε έρθει να ποζάρει, εκείνη η κόκκινη αστραπή που είχε φωτίσει για μια στιγμή τα σκοτεινά του του μάτια καθώς κοιτούσε τον λαιμό της... ναι είχε ξαναγυρίσει, είχε φωλιάσει στα μάτια που είχε ζωγραφίσει, μάτια στα οποία τώρα έλαμπαν δύο κόκκινες φωτιές.

Ένα ουρλιαχτό πήγε να βγεί από το στόμα της... δεν πρόλαβε...

*****

Το πρωϊνό φως του ήλιου έμπαινε από μισάνοιχτο παράθυρο στην άκρη του διαδρόμου που οδηγούσε στα διαμερίσματα. . Η Βούλα, η κοπέλα που καθάριζε εδώ και χρόνια το διαμέρισμα της Μίνας χτύπησε το κουδούνι, αλλά δεν πήρε απάντηση. Περίμενε λίγο ξαναχτύπησε, και πάλι η ζωγράφος δεν άνοιξε την πόρτα ούτε απάντησε. Η Βούλα έβγαλε το εφεδρικό κλειδί που της είχε δώσει η Μίνα και άνοιξε. Δούλευε δυό χρόνια στη ζωγράφο η καλακάγαθη νησιώτισα, ήξερε τη Μίνα από τότε που ερχόταν στην μητέρα της, η ζωγράφος την εμπιστευόταν, την έβλεπε και λίγο σαν ευχάριστη παρουσία που της γέμιζε το σπίτι όταν δούλευε.  

"Θα έφυγε νωρίς" σκέφθηκε η Βούλα καθώς έμπαινε στο σπίτι. Έριξε μια ματιά στο υπνοδωμάτιο της Μίνας, άλλη μία στο καθιστικό και μετά πήγε στο ατελιέ της ζωγράφου. Τα κάδρα ήταν όπως τα θυμόταν, μόνο κάτω από το κάδρο με τον περίεργο άνδρα ήταν πεσμένος ένας φακός.  Έσκυψε και τον έπιασε. Κοίταξε το κάδρο με τις δύο κοπέλες στο λιβάδι, κοίταξε πάλι τον πίνακα μπροστά της, κοίταξε μία θαλασσογραφία στον τοίχο... το μάτι της όμως σαν μαγνητισμένο ξαναγύρισε στον πίνακα με τον άνδρα που ήταν ντυμένος στα μαύρα και στα κόκκινα. 

Τι την ενοχλούσε ; Το κάδρο δεν φαινόταν να έχει αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που το είχε δει, ειδικός δεν ήταν αλλά το μάτι της έκοβε. "Η σταγόνα !" σκέφτηκε ξανακοιτάζοντας τον πίνακα. Μία σταγόνα κάτω από τα χείλια του Σοφικού, μία σταγόνα σε χρώμα βαθύ κόκκινο-καφέ, σαν ξεραμένο αίμα... Δεν ήταν εκεί την προηγούμενη φορά που είχε δει τον πίνακα πριν δυό μέρες. Η μακάβρια σταγόνα την τρόμαξε όπως την είδε  αλλά κατά κάποιο τρόπο ταίριαζε με το πρόσωπο στο κάδρο...

"Θα είναι έμπνευση τελευταίας στιγμής, αλλά πως θα το πάρει ο πελάτης ; η Μίνα μου είπε ότι ήταν περίεργος" αναρωτήθηκε η Βούλα και πήγε προς την αποθηκούλα που είχαν τα πλυστικά...  

ΤΕΛΟΣ

Παρατηρήσεις : (1) Το όνομα "τρίσεκτος" το σκέφθηκα εγώ, δεν υπάρχει. Προέρχεται από τα τρία εξάρια που συμβολίζουν το κακό, το θηρίο της αποκάλυψης κατά την Αποκάλυψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Το επίθετο Σοφικός από το χωριό Σοφικό της Κορινθίας. Κάπου γύρω στα 1700 το έκαψαν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών γιατί πίστευαν ότι το κατοικούν βρυκόλακες. Το χωριό ξαναχτίστηκε αργότερα λίγο πιό πέρα, εκεί όπου βρίσκεται και σήμερα. 

(2) Κατα την μυθολογία των βρυκολάκων (και την λογοτεχνία που την ακολουθεί μέχρι σήμερα σε βιβλία, σενάρια ταινιών κ.λ.π.) οι βρυκόλακες δεν απεικονίζονται στον καθρέφτη. Άρα, σκέφθηκα εγώ, δεν θα απεικονίζονται και ψηφιακά (φωτογραφίες κ.λ.π). Γι αυτό δεν δέχτηκε ο Σοφικός να τον βγάλει φωτογραφία. 

Και ο πίνακας, τον είδα στο Ιντερνέτ : 





2 σχόλια:

  1. Ωραίο αλλά μικρό! Που πήγε το θύμα μ'εβαλες σε σκέψεις!
    Μου θύμισε κάτι κόμικς που διάβαζα μικρή αν θυμάσαι την ΖΑΚΟΥΛΑ και TERROR έμπλεκαν το θρίλερ
    με τον ερωτισμό και το σεξ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ζάκουλα.... τι μου θύμησες τώρα... Όπως και η Βαμπιρέλα, την θυμάσαι ? Ή δάγκωνε ή .... Τρίτο δεν υπήρχε !!! χαχαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή