Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

TO ΡANTEBOY

Έγραψα ένα διήγημα. Ερωτικό αυτή τη φορά. η ερωτική λογοτεχνία με θέλγει και είναι κάτι πολύ δύσκολο. Σαν όρθιο νόμισμα. Λίγο παραπάνω και πέφτει σε χυδαία τσόντα. Λίγο λιγότερο πέφτει στο "ξενερουά". 

Το έγραψα ΠΟΛΥ προσεκτικά, παίζοντας με τις λέξεις. Και μαζί σας. Θα το καταλάβετε την δεύτερη φορά που θα το διαβάσετε, αν σας αρέσε την πρώτη, ίσως το ξαναδιαβ
άσετε για να διαπιστώσετε αυτό που σας λέω τώρα.

Παρακαλώ πολύ όσους το διαβάσουν, αν αφήσετε σχόλια, ΜΗΝ προδώσετε το τέλος. έχω το λόγο μου που το λέω. Σχολιάστε μεν, όπως θέλετε, αλλά μην μαρτυρήσετε... 


TO ΡANTEBOY
(Διήγημα Γιώργου Παυλίδη. Αθήνα, Αύγουστος 2014) 

Η αναμονή α
βάσταχτη. Θα ρχόταν ; Μήπως περίμενε πολλά ; Μήπως περίμενε άδικα, όπως άδικα είχε χαθεί τόσος καιρός στα ατελείωτα "πριν" την αναπάντεχη στροφή ? Άνετη η φιλική τους σχέση αρχικά, όπως θα την περίμενε κανείς. Γνωρίστηκαν τυχαία και έδεσαν. Ίδια ηλικία πάνω κάτω, κοινά προβλήματα, κοινά ενδιαφέροντα... Είχαν αγαπήσει και οι δύο κάποια χρόνια πριν γνωριστούν, είχαν παντρευτεί, είχαν παιδιά. Το στραβοσκέπασε όμως ο χρόνος τα μεγάλα πάθη τους, αν είχαν υπάρξει ποτέ δηλαδή, είχε ξεφτίσει το όποιο πάθος έτρεφαν για το άλλο τους μισό... Είχαν τελειώσει ουσιαστικά με τα πάθη, έτσι πίστευαν. 
Μέχρι που η ζωή τους πήρε περίεργες στροφές. Ξαφνικά άρχισε να βλέπει στο "κολητάρι", όπως το αποκαλούσε, πράγματα που δεν είχε προσέξει αρχικά. Ή κι αν τα είχε προσέξει δεν είχε δώσει κάποια ιδιαίτερη σημασία... Από κάποια στιγμή όμως και μετά άρχισε να προσέχει το λυγερό κορμί, τα βαθειά πράσινα μάτια, τα μαύρα μαλλιά που στόλιζαν ένα λαιμό πειρασμό, τα στητά στήθη που διαγράφονταν κάτω από μπλούζες και πουκάμισα, τα τορνευτά πόδια που προκαλούσαν τα μάτια... 

Αρχισε να τα παρατηρεί όλα τούτα. Αρχισε να τα ονειρεύεται, να κάνει βρώμικα όνειρα, βρώμικα αλλά υπέροχα όνειρα... Πως είχαν έρθει τα πάνω κάτω σε μια τόσο φιλική αρχικά σχέση... ούτε ήξερε, ούτε ήθελε να μάθει... Αλλο ήθελε, το αντικείμενο ενός πόθου που μεγάλωνε. Ναι δεν έπρεπε, ναι δεν ήταν σωστό. Ναι τα ήξερε όλα αυτά. Αλλά τις σκέψεις αυτές και τις τύψεις τις άφηνε για αργότερα. 

Αρκεί να υπήρχε ανταπόκριση... Αρκεί να μη πήγαινε στα τυφλά. Δεν ήξερε αν έπρεπε να το ρισκάρει... 

Προσπάθησε να σκεφθεί αντικειμενικά, να μην μπερδέψει την επιθυμία με το τι γινόταν. Όμως, όσο κι αν το παίδευε, το πράγμα μιλούσε... Τα βλέμματα που αντάλλαζαν έγιναν πιο έντονα. Τα πουκάμισα και οι μπλούζες της Στέλλας έγιναν πιο στενές με ένα δυό κουμπιά ξεκούμπωτα, παραπάνω από ότι συνήθιζε. Όταν καθόταν οι γάμπες της σταύρωναν, κόλαζαν, προκαλούσαν... Φώναζαν άραγε "κάνε την κίνηση, τόλμησε το !" ή ήταν φαντασιώσεις μονάχα ενός μυαλού ; 

Όλα αυτά γίνονταν φωνές που ψιθύριζαν ότι ίσως κάτι υπήρχε και στο μυαλό της Στέλλας, ότι στη στροφή που έπαιρνε η σχέση τους πήγαιναν και οι δύο. Με τα μούτρα. Πατώντας γκάζι... 

Τελικά δεν άντεξε... Πήρε την απόφαση... Δεν πήγαινε άλλο... 'Ηθελε να ζήσει ! Ένοιωθε ζωντάνια, δίψα, πείνα, αισθήσεις που ήθελα να κορεσθούν από το κορμί τής Στέλλας. Να πάνε στο καλό οι δεσμεύσεις, τα ταμπού, τα τόσα "μη, δεν πρέπει..."

Ένα μήνυμα στο κινητό. Δεν τολμούσε να μιλήσει. "Έλα στο Κάραβελ, κεντρικό, πολύς κόσμος, δεν δίνει κανείς σημασία. Να το τελειώνουμε. Ή να το αρχίσουμε, πες το όπως θες. Αν θέλεις. Το όχι σου θα το σεβαστώ και αν μπορούμε το συνεχίζουμε στο φιλικό. Αν νοιώθεις άβολα πές το και τελειώνει πάλι εδώ. Αλλά δεν μπορώ άλλο. Σε θέλω !! Και νομίζω πως με θέλεις και εσύ"

Άφησε επίτηδες μια μέρα. Η πρόσκληση ήταν για την αυριανή μέρα, το πρωϊ. Έστειλε το μήνυμα με χέρια που έτρεμαν. Και περίμενε. 

Η απάντηση ήρθε το βράδυ στις δέκα. Ήταν με την οικογένεια, έκανε πως βλέπει το κινητό και κάτι είπε για λάθος. Αν θυμόταν τι έλεγε. Πέντε λεπτά αργότερα πήγε στο μπάνιο και το άνοιξε. Ήξερε πως ήταν από τη Στέλλα. Το ήξερε πριν το δει. 

"Κλείσε δωμάτιο και στείλε μου το νούμερο. Ενδεκα θα είμαι εκεί". 
Πήρε βαθειά ανάσα και έσβησε το μήνυμα. Βρήκε πρόφαση ένα οικογενειακό πρόβλημα υγείας κι έφυγε από τη δουλειά στις δέκα... 
Πήρε ταξί, δέκα και είκοσι ήταν στο Κάραβελ. Δέκα και μισή ήταν στο δωμάτιο 111. Επιασε δωμάτιο για μια μέρα. 

Έστειλε το μήνυμα για το δωμάτιο με το κινητό. Δεν πήρε απάντηση. Άρχισε το μαρτύριο της αναμονής. Τρία τσιγάρα σε μισή μέρα, εκεί που κάπνιζε ένα δύο την ημέρα και αν.... Το ότι η Στέλα είχε δεχτεί. δεν έλεγε κάτι. Και γιατί δεν είχε στείλει μία απάντηση ; Ένα "ΟΚ", ένα "εντάξει" ή ένα "έρχομαι". Τόσο πολύ κόστιζε μια λέξη ; Άρα το πάλευε ακόμα... Η τελική απόφαση δεν πρέπει να είχε παρθεί. Ή είχε παρθεί και ήταν αρνητική. 

Καιγόταν... Άνοιξε ένα μικρό μπουκαλάκι ουίσκυ που βρήκε στο ψυγείο, εκεί που δεν έπινε και μάλιστα πρωί... Θα ερχόταν ; Κι αν όχι που θα έβγαζε όλο αυτό ; Το που θα έβγαζε κι αν ακόμα ερχόταν δεν ήθελε να το σκέφτεται... 
Ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα έκανε την καρδιά να βροντήξει δυνατά. Ακόμα δεν το πίστευε, μπας κι ήταν λάθος ή κάποιος υπάλληλος ; 


Άνοιξε και όλα ήρθαν στη θέση τους. Η Στέλλα είχε έρθει !! Παραμέρισε για να περάσει χωρίς να πει κουβέντα, λες και φοβόταν μήπως οι λέξεις διώξουν το όνειρο. 

Κλείδωσε μόλις μπήκε η Στέλα. Πήγε να μιλήσει μα δεν πρόλαβε. Η Στέλα ΤΗΝ κόλλησε στον τοίχο και τα χείλη τους ενώθηκαν στο πρώτο τους φιλί... 

2 σχόλια:

  1. Τι να μαρτυρήσουμε αφού ήρθε είναι τετελεσμένο γεγονός!
    Ηρθε για να καθαρίσει την παρεξήγηση?? Δεν νομίζω μπαίνοντας στο δωμάτιο είναι αποφασισμένη
    για την συνέχεια και προβλέπεται άγρια!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν εννούσα να μη μαρτυρήσετε το τέλος, όσο αφορά το το τι έγινε. Εννοούσα να μη μαρτυρήσει κανένας το ποιός ήταν ο δεύτερος πρωταγωνιστής της ιστορίας. Αν προσέξεις το διήγημα είναι έτσι γραμμένο που αυτό που είναι έκπληξη δεν φαίνεται πουθενά. Για το τι έγινε μόλις έκλεισε η πόρτα.... τση πόπης έγινε, δεδομένο αυτό.... Όταν θα το βάλω στα διηγήματα που θα εκδώσω σύντομα, (το τρίτο βιβλίο) θα προσθέσω κι άλλες λεπτομέρειες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή