Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

H ΒΟΛΤΑ (δεύτερο μέρος)

(περίληψη προηγουμένου : πάω βόλτα στη Βούλα. Πίνω καφέ σε ένα καφενεδάκι. Έρχεται ένας πανήψηλος τύπος που τον λένε Ίσκιο με ένα μεγαλώσωμο άσπρο σκύλο, τον Βόλτα. Μου ζητάνε να πάμε βόλτα. Τους ακολουθώ)

Aρχίσαμε να περπατάμε. Εγώ στη μέση, ο Βόλτας από τη μια μεριά και ο Ίσκιος από την άλλη. Δυό φίλοι που έβγαζαν βόλτα τον σκύλο τους, κανείς δεν μας έδινε σημασία.
Στο επόμενο τετράγωνο ανταμώσαμε μία κυρία που ερχόταν προς εμάς κρατώντας από το λουρί ένα μεγαλόσωμο μαύρο σκύλο.
«Ωχ !» σκέφθηκα «έχει γούστο να αρπαχτούν τώρα» . Αυτή η συνήθεια των σκύλων να τρέχουν ο ένας στον άλλον με φιλικές ή επιθετικές διαθέσεις πάντα με ενοχλούσε, από τότε που είχα δικά μου σκυλιά. Δεν ήξερα πως να αντιδράσω.
Κι όμως η κυρία πέρασε ήσυχα δίπλα μας, το ίδιο και ο σκύλος της χωρίς να μας δώσουν σημασία. Ούτε ο Βόλτας έδωσε καμιά σημασία, δεν γύρισε καν το κεφάλι του.
«Ήρεμος είναι ο σκύλος σου» είπα στον Ίσκιο.
Δεν απάντησε. Ούτε καν γύρισε να με κοιτάξει.
«Ωραία ! Πάω μουγκή βόλτα με τον Ίσκιο και τον Βόλτα» είπα μέσα μου. Πάντα μου άρεσε να φτιάχνω ρίμες. «Προς τα πού πάμε ;» συνέχισα, «δεν μπορεί» σκέφθηκα «θα μου πει κάτι». Ήμουν περίεργος. Κάτι με έτρωγε, δεν μπορούσα να το προσδιορίσω. Όλα μυστήρια από τότε που με συνάντησαν.
«Θα καταλάβεις» είπε ο Ίσκιος. Μιλούσε σιγά, με το ζόρι τον άκουγα.
Άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί γύρω μου. Το τοπίο είχε αλλάξει, δεν ήξερα καλά την Βούλα αλλά δεν έπρεπε να είναι έτσι. Και σα να μην έβλεπα πια καλά, σαν να μίκρυνε το τοπίο γύρω, απομακρυνόταν ή εγώ ανέβαινα ;
Ο Βόλτας προχωρούσε ατάραχος δίπλα μου. Ο Βόλτας που με έγλυψε στο χέρι τη ίδια ώρα με το μούδιασμα – ή ήταν και πόνος ; - στο στήθος… Το ότι δέχθηκα έτσι άνετα να πάω μαζί τους… η κυρία με τον σκύλο που μας προσπέρασαν πριν λίγο χωρίς να μας δώσουν σημασία, σαν να μη μας είδαν καν…
Ήξερα…
«Ο Ίσκιος δεν υπάρχει, έτσι ;» είπα ήσυχα. Δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς. «Τον εμφάνισες στην αρχή να μιλά, να μη τρομάξω ακούγοντας σε.
«Ναι» άκουσα μέσα μου τη φωνή του. «Ένοιωσα ότι κατάλαβες και τον απέσυρα, δεν τον χρειαζόμαστε πια».
«Να ρωτήσω που με οδηγείς ;»
«Μη ρωτάς τίποτα. Εγώ σε συνοδεύω. Ξέχνα το <<πού>> και το <<πότε>> Τέλειωσαν. Ότι θα έβλεπες κι ότι θα άκουγες τώρα μόνο θα το νοιώθεις»
Γύρισα προς το μέρος που ήταν πριν. Τίποτα, έπλεα στο τίποτα. Έπλεα και ένοιωθα. Φως σκοτάδι, χαρές και λύπες, δικές μου αλλά και δικών μου ανθρώπων. Ήμουν εκεί. Πότε πήγαινα πίσω, πότε μπροστά. Χόρευα στον χρόνο, μετρούσα τόπους και στιγμές, άλλαζαν ξαφνικά, μπλέκονταν η μια ανάμνηση με την άλλη ή κάτι που έζησα με κάτι που δεν πρόλαβα να ζήσω.
Μόνος, στη μπανιέρα τσιρίζω με τα σαπούνια στα μάτια, η νονά μου με απειλεί με πιπέρι στο στόμα επειδή λέω βρωμόλογα,
...η κόρη μου, την κρατώ αγκαλιά, ένα γλυκό μωρό, όλος ο κόσμος, ένας κόσμος φωτεινός στην αγκαλιά μου,
...ο γιός μου στην παρoυσίαση του ντοκτορά του δακρύζω και το κρύβω μη με δει,
...ο πατέρας μου με βάζει να παίξω ξύλο με ένα άλλο παιδί συνομήλικο μου, το πλήρωσε να παλέψει μαζί μου για να με σκληραγωγήσει, τις τρώγω, κλαίω και με δέρνει όχι γιατί τις έφαγα αλλά γιατί έβαλα τα κλάματα, «οι άνδρες δεν κλαίνε» μου λέει, κουταμάρες εγώ έκλαψα και όχι μία φορά,
...η κόρη μου παίρνοντας το πτυχίο της, τόσο χαρά στα μάτια της που γελούν,
...τη χορεύω slow την γυναίκα μου, στο πρώτο μας χορό το όμορφο πρόσωπο της στο στήθος μου, είναι σα να πήρα μετάλλιο, λάθος, ΠΗΡΑ μετάλιο !!
...η κόρη μου νύφη...ο γιός μου γαμπρός, εγώ δίπλα τους, πάντα δίπλα τους, άργησαν μα καλοπαντρεύτηκαν,
...σφίγγω την Ελληνική σημαία που μου δίνει άγημα τιμητικό στην κηδεία του “παππού», από τότε που ο πατέρας μου έγινε παππούς, όλoι μας παππού τον λέγαμε.
...η μάννα μου μού δίνει να διαβάσω Καζαντζάκη, Μυρτιώτισα που ήταν η αγαπημένη της ποιήτρια και Τίμο Μωραϊτίνη,
...μπλέκει η Ελλάδα, ψηλά η γαλανόλευκη, κυματίζει,
...ώρες έξω από μία πολυκατοικία στην Πατησίων, να βγει στο παραθύρι να τη δω,
...η Ελλάδα ανακάμπτει, προχωρά, πότισε πανάκριβα τη γη μ’ ιδρώτα κι αίμα αλλά προχωρά,
...γνωρίζω τη γυναίκα μου και δεν θέλω κάτι άλλο να γνωρίσω,
...τα λέω με τον εξάδελφο, για όλα λέμε, ο ένας για τον άλλο μια ζωή, ο μέντορας μου, ο αδελφός μου, ο καλύτερος φίλος που είχα ποτέ, το «πρώτος ξάδελφος» τελευταίο στη σειρά, τίποτα δε δείχνει.
...λάθη, κρίματα, τύψεις, από την Κυψέλη στη Νέα Σμύρνη με τα πόδια κλαίγοντας για να τα πω στον εξάδελφο, ένα τίποτα νοιώθω,
...γυναικεία τακούνια στο διάδρομο, χτύπημα στην πόρτα,
...οι φίλοι μου, λίγοι και διαλεκτοί, με πολλούς τα έλεγα, με λίγους ίδιο αίμα κύλαγε και ίδιο αέρα ανασαίναμε, δίπλα τους εγώ, δίπλα μου εκείνοι,
...κυπαρίσσια, ένας γνώριμος δρόμος, κόσμος μαζεμένος έξω από μία εκκλησία, γνώριμα πρόσωπα σκυθρωπά, ένοιωσα πόνο, κάποιες παρουσίες τυπικές, άλλες απρόσμενες και συγκινητικές, μ αγαπούσαν, το ξέρω, αλλά και κάποιες σκληρές απουσίες.
Στο σπίτι μου το ψάρι για τους πολύ δικούς μου στη συνέχεια, ένας πιανίστας έπαιζε σιγά Σοπέν, τα αγαπημένα μου κομμάτια αλλά και πιάνο ροκ. Ο τρελός ο γιος μου, τού το είχα ζητήσει για πλάκα χρόνια πριν, το έκανε ! Μου έλεγε ότι για αυτό μάζευε λεφτά, δεν τον πίστευα… δάκρυα όχι ματιών πλέον αλλά ψυχής με πνίγουν. Το παλίοπαιδο, ο θεότρελος, ένα σωρό λεφτά θα έδωσε ! Δεν θα έπρεπε, δεν το άξιζα, δεν το άξιζα… δίπλα τους, τους μεγάλωσα αλλά και τόσα κρίματα…
...ο «παππούς» με μαθαίνει σκάκι... η κόρη μου παίρνει βραβείο στο σκάκι κορασίδω ...ο γιός μου χάνει στη διπλανή σκακιέρα, «μη πας εκεί τον πύργο σου, θα στον φάω» λέει στον αντίπαλο του,
...στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου πολύς κόσμος και καλός, με τιμούν, κάθε παρουσίαση είναι μια ξεχωριστή μέρα για μένα,
...γράφω τα πρώτα μου ερωτικά ποιήματα στη πρώτη μου αγάπη, ο εξάδελφος με μαλώνει για τον συναισθηματισμό μου,
...με την κόρη μου στην Ιταλία μελετάμε λεπτομέρειες για το πρώτο μου βιβλίο, σ αυτήν αφιερωμένο, από την αγάπη μου σε αυτή η έμπνευση,
...με το γιο μου αναλύουμε όσα γίνονται, απεραντολογούμε, τσακωνόμαστε, την καταβρίσκουμε.
...η γυναίκα μου κοντά μου, παρά τα τόσα…. Πάντα τελικά δίπλα μου, να με στηρίζει, να με συγχωρεί, ο άνθρωπος μου, το αποκούμπι μου, το άλλο μου μισό. Μ' αγαπά με πράξεις όχι με λόγια
...Ο μικρός Γιωργάκης τρέχει με τα χέρια ανοιχτά χαμογελαστός προς το μέρος μου. Γαλαζομάτης, κατσαρομάλης, στρογγυλοπρόσωπος, ίδιος εγώ, μα ίδιος μιλάμε ! Πάω στοίχημα πως θα αφήσει και μούσι αργότερα !
Ανοιξα την αγκαλια μου ασυναίσθητα. Λες και είχα χέρια…. Πέρασε από μέσα μου και συνέχισε, αλλά κοντοστάθηκε μια στιγμή, γύρισε για λίγο το κεφάλι του, γέλαγε. Με ένοιωσε ; Κάτι του έδωσα καθώς πέρναγε από μέσα μου, το ένοιωσα σας λέω, κάτι του έδωσα !!
Σβήνουν όλα, που στο καλό είμαι, να κλάψω θέλω, μα δε μπορώ να κλάψω, δεν έχω, τίποτα δεν έχω, τι έγινε ; να θυμηθώ προσπαθώ, θυμάται ο αέρας ; τι είμαι, φεύγω, που πάω γαμώτο, δεν θέλω αλλά δεν το ορίζω, κι έχω κι αυτόν τον μεγαλόσωμο άσπρο σκύλο να μου γελά φιλικά καθώς έρχεται κοντά μου….

ΤΕΛΟΣ

2 σχόλια:

  1. Α....πα πα! Πολύ μελαγχολικό και συγκινητικό συνάμα!Τι έχουμε και ρίξαμε μπλερέζες???
    Για σύνελθε και γράψε κανένα αισιόδοξο, άντε μπράβο μόνο τον επικήδειο σου δεν έγραψες!

    Αντε και καλά σαράντα:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δικιο εχει η Zoyzoy :) ¸.•*`*•.¸¸✽✤¸¸.•*`*•.¸¸✤✽¸¸.•*`*•.¸¸✽✤¸¸.•*`*•.¸¸✤✽¸¸.•*`*•.¸.¸.•*`*•.¸¸✽✤¸¸.•*`*•.¸¸✤✽(●◡●)✽Οπως καθε χρονο δεν ξεχναω ποτε την μπλοκογειτονια ετσι και φετος περναω και απο εδω να σου ευχηθω ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ !!!!¸.•*`*•.¸¸✽✤¸¸.•*`*•.¸¸✤✽¸¸.•*`*•.¸¸✽✤¸¸.•*`*•.¸¸✤✽¸¸.•*`*•.¸.¸.•*`*•.¸¸✽✤¸¸.•*`*•.¸¸✤✽(●◡●)✽

    ΑπάντησηΔιαγραφή