Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

SOKOLOFF

Μόνος, δεν τον ένοιαζε, έτσι πίστευε τουλάχιστον. Είχε το μυαλό του, τον τελευταίο φίλο που του είχε μείνει, τον μόνο που δεν μπορούσε να τον προδώσει. Εκτός αν ερχόταν η μεγάλη κατάρα, να του το στερήσει κι αυτό, δεν ήταν δα και νέος.

Tα ηχεία από το κομπιούτερ του έπαιζαν Sokoloff. O Αγαπημένος του από τότε που τον άκουσε στο μπλογκ της Λεβίνας, μπλόγγερ σαν κι αυτόν, καλή, αγαπημένη φίλη, από την εποχή που πάθη και αδυναμίες δεν είχαν ρίξει βαριά σκιά σε κάθε του κύτταρο.

Τον είχε λατρέψει τον Sokoloff, τον άκουγε και τον ξανάκουγε, ρίζωσαν μέσα του οι ρομαντικές του μελωδίες. Πιάνο αριστοτεχνικά παιγμένο, το αγαπημένο του, από παιδί. Aισθηματία τον έλεγαν, ήταν άραγε ποτέ του ; Ήταν γαμώτο του ; Και τότε πως ; ΠΩΣ ;

Τον παράτησε τον Sokoloff όπως παράτησε και άλλα πράγματα που κάποτε του άρεσαν. Παρασύρθηκε από μια πρωτόγνωρη δίνη που τον συνεπήρε… Μια δίνη που τον πήρε μακριά, τον στροβίλιζε και τον πέταξε… Κι οι δαίμονες πλησίαζαν, θα γινόταν το μεγάλο κακό, ήταν θέμα χρόνου… Κλείστηκε, κουβαριάστηκε, μαζεύτηκε σαν φοβισμένο μικρό παιδί, έφυγε από φίλους και γνωστούς. Μόνο στο facebook έμπαινε, να πει στα γρήγορα μια καλημέρα, να διαβάσει ή να γράψει κάτι εύθυμο, να διώξει για μερικά λεπτά τα μεγάλα σύννεφα. Φεύγουν όμως τα μεγάλα μαύρα σύννεφα με μια ανάσα από αδύνατα πνευμόνια ; Δε φεύγουν, συνεχίζουν την πορεία τους. Κατά πάνω του….

Μήνες μετά, μπαίνοντας στο facebook να γράψει κάτι είδε ένα τραγούδι τουSokoloff πάλι. Μια άλλη αγαπημένη του φίλη, η Μαράντη τον είχε ανακαλύψει, τον λάτρεψε και εκείνη, τον έβαλε σε μία ανάρτηση της.

Δεν τον ξανάφησε. Μάζεψε σε ένα φάκελο τα κομμάτια του Ρώσου φίλου του, αυτά που του άρεσαν πιο πολύ και τα άκουγε. Ταξίδευε το μυαλό, ταξίδευε στο χρόνο, σε στιγμές που έζησε παλιότερα, σε στιγμές που δεν είχε ζήσει αλλά θα ‘θελε να είχε ζήσει, στα όσα έκανε και καμάρωνε, στα όσα έκανε και τον άφησαν με τόση αγωνία, πόνο και με μία αίσθηση καταστροφής. Όλα ήταν θέμα χρόνου.

Ταξίδευε το μυαλό και σε μέρη και σε χρόνους πριν από αυτόν, σε αυτά που είχε δει, είχε ακούσει, είχε διαβάσει και τον είχαν συνταράξει. Ευαισθησίες, παραλήρημα ταραγμένου μυαλού, ξέφευγε όμως, ξέφευγε για λίγο από τις ερινύες, ξέφευγε με μουσική. Αυτό ήταν το μέσο που τον ταξίδευε, μια ζωή. Για μια ευχάριστη βόλτα ή για να δραπετεύει.

Μικρή φωτογραφία που βρήκε στο γραφείο του πατέρα του όταν χάθηκε. Σοβαρός ο πατέρας του, στητός, με αυστηρό ύφος, δεν τον θυμόταν και πολλές φορές να γελά, πριν τα πολύ γεράματα και οι αρρώστιες λυγίσουν το κορμί του. Το λύγισαν, δεν το έσπασαν, παρά μόνο στο τέλος. Στο πλάϊ του αυτός, έφτανε δεν έφτανε τότε στη μέση του πατέρα του. Το χεράκι του χωμένο στη φούχτα του πατέρα του. Φόβος, αλλά και σιγουριά. Καλά αρμένιζε την ζωή ο πατέρας του, έμπειρος καπετάνιος. Την ήπιε την ζωή, δεν την ξέρασε… ήξερε να την πίνει… Κι έφυγε αγαπημένος, με το κεφάλι ψηλά. Εκείνος δεν θα έφευγε έτσι, το φοβόταν, για να μη πει πως το ΄ξερε. Φρόντισε, έβαλε τα δυνατά του για να τα γκρεμίσει όλα…

Ανοίγει, βυθίζεται… εγκεφαλικά παιχνίδια, παραφορά νοητική, έκσταση με περίεργη συνταγή φτιαγμένη. Πάθη μιας ζωής, αδυναμίες, ξεσπάσματα πριν το γελοίο ρίξει βαριά κουβέρτα και τα κουκουλώσει όλα. Βαριά κουβέρτα τα τόσα του χρόνια, πολύ βαριά…

Χορεύει. Τα βήματα της ντάμας του έκπληκτα στην αρχή τον ακολούθησαν. Έχει πάντα δίκιο, δεν έχει ; Ήθελε τόσο να χορέψει… Εκεί, σε ακατάλληλο χώρο και τόπο, μια φωτεινή πινελιά, τρελή. Λες και προσπαθεί να δώσει κάποια ποιότητα σε στιγμές που ίσως δεν την άξιζαν.

Οι παρουσιάσεις των βιβλίων του… περικυκλωμένος από αγαπημένα πρόσωπα που τον ζέσταιναν με μια φλόγα αγάπης και ενδιαφέροντος το κάθε ένα. Μικρή φλόγα ή μεγάλη, από διαφορετική προέλευση, φλόγα όμως, τον ζέσταινε και τον φώτιζε. Η κόρη του, η ανάσα του δεν μπορούσε να έρθει, θλιβερή παραφωνία… . Πως καμάρωνε όμως ο γιός του, πως περιτριγύριζε ανάμεσα σε φίλους, συγγενείς που τον συνέχαιραν για τον πατέρα του. Έλαμπε ! Και αυτή η λάμψη έμπαινε σε κάθε του κύτταρο. Όπως και το γέλιο της γυναίκας του. Έλαμπε, καμάρωνε κι αυτή, λαμπερή έκανε τη ζωή του σαράντα χρόνια. Να ήταν το χτύπημα που ερχόταν απαλό… για εκείνη τουλάχιστο, μη τη λιώσει το σφυρί της μοίρας…

Ζεστή καρδιά… η ευχή του, είχε μπει έξαφνα στο μυαλό του και είχε ριζώσει. Η δικιά του πάγωνε σιγά σιγά, το ένοιωθε. Λαβωμένη από τα λάθη της, πέρασε καλά, ναι πέρασε, το ομολογούσε αλλά πολλά τα πάθη, πολλά τα λάθη, άσχημο τέλος σε μια όμορφη ζωή. Πάντα έτσι είναι όταν πρέπει να πληρώσεις το λογαριασμό… Έφτανε η ώρα να πληρώσει… Pay time…

Να δει μπρος ; τι γαμωτο ; τι ; Να είχε τουλάχιστον κουράγιο, να έμπαινε στο αυτοκίνητο του, να έπαιρνε φόρα, το κοντέρ να ανηφορίζει, αυτός να κατεβαίνει στην παραλιακή, ώρα χωρίς κυκλοφορία. Να κατεβαίνει και το κοντερ να σκαρφαλώνει… Κι ο δρόμος προς το Σούνιο να ανεβαίνει, μαζί με το κοντερ. Εκεί στην κλειστή στροφή να μη στρίψει, η θάλασσα τον καλούσε, την άκουγε να τον φωνάζει…

Χάθηκε στιςτελευταίες νότες ενός ακόμα κομματιού του Sokoloff. Νοσταλγικό, τρυφερό, με μια γλυκόπικρη γεύση… Γύρισε πίσω, είδε μια ζωή που την πέρασε καλά και όμως τα κατάφερε, την χαράμισε. Το πώς την τελειώνεις μετράει…

Να είχε το κουράγιο… αλλά ούτε αυτό…. Θα το πάλευε, κι ότι έβγαινε. «Που ξέρεις, καμιά φορά γίνονται και θαύματα» του ψιθύρισε μια φωνή. «Σε αυτούς που τα αξίζουν» ψιθύρισε μια άλλη.

Θα το πάλευε, κι ότι ερχόταν… Πάντως είχε περάσει καλά, είχε πει στον φίλο του να του το γράψει αυτό. Έζησε κατά πως ήθελε, τώρα θα πλήρωνε… ή το θάμα…

Άκουσε βήματα στη σκάλα. Έκλεισε το Sokoloff και φόρεσε το ξένοιαστο χαμόγελο του… Καλή νύχτα είπε στις σκέψεις του, βάζοντας τις στην άκρη. Καληνύχτισε και τον Sokoloff. Θα τον ξανάκουγε, έτσι ήθελε, έτσι ευχόταν. Με την ίδια, με χειρότερη ή με καλύτερη διάθεση.

Θα δείξει… Αυτός εκεί, περιμένοντας την θύελα, αλλά κι ελπίζοντας. Γίνονται καμιά φορά, δεν γίνονται ;

Mερικά τραγούδια που ακούστηκαν όταν το έγραφα...

http://www.youtube.com/watch?v=CQ_Uxxogv-I


http://www.youtube.com/watch?v=ub3udiG5_OE

http://www.youtube.com/watch?v=bcdSNqhepxQ

Το παραπάνω κείμενο, γραμμένο με μουσική υπόκρουση τον Sokoloff, έχει κάποιες πραγματικές εικόνες (η σκηνή με τον πατέρα μου, η παρουσίαση των βιβλίων μου) αλλά ΔΕΝ είναι αυτοβιογραφικό. Περιγράφει την απελπισία ενός ανθρώπου που νοιώθει πόρτες να σφαλίζουν πίσω του. Μην γράφω πάντα αστεία και ευχάριστα, έχει κι άλλες όψεις η ζωή, το ξέρετε. 


Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

ΠΟΙΚΙΛΙΑ

Κάνοντας κλικ στις εικόνες και στα κείμενα, μεγαλώνουν, τα ξέρετε. 
ΠΡΩΤΑ ΛΙΓΟ ΧΙΟΥΜΟΡ... ΝΑ ΣΚΑΣΕΙ ΤΟ ΧΕΙΛΑΚΙ ΜΑΣ... 
1) Τρώω ένα φρούτο, πεινάω γρήγορα. Τρώω μετά ένα γιαούρτι και μερικές φρυγανιές, τα ίδια, μαύρη πείνα. Αφού στο τέλος θα καταλήξω με δυό σουβλάκια ή μία πίτσα, τι τις ήθελα πριν τις περιττες θερμίδες ; 

2) Δεν μπορώ να καταλάβω τις γυναίκες.... Αγοράζει η γυναίκα μου σέξ
υ κόκκινα εσώρουχα. "Για σένα τα πήρα" μου λέει. Τα φοράω λοιπόν και αυτή τσαντίζεται !! 

ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΟΦΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ. 

O σωστός άνδρας παίρνει ρίσκα. Η σωστή γυναίκα τα αξίζει. 


Και τώρα φωτογραφικό υλικό

Χειμωνιάτικο τοπίο. Σέντραλ Παρκ, Νέα Υόρκη. Δίπλα η πανέμορφη, εγκεφαλική Πράγα... Η ομορφιά έχει πολλά πρόσωπα....




Φαβέλες στη Βραζιλία. Οι παραγκουπόλεις των ξεχασμένων από Θεούς και άρχοντες. Στο Ρίο και στο Σάο Πάολο. Δίπλα σε υπερπολυτελή ξενοδοχεία. Οι λίγοι δίπλα στους πολλούς σε ένα κόσμο γεμάτο αντιθέσεις. Παντού ! Μη ξεχνιόμαστε...



Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΕΝΟΣ ΑΓΡΙΟΥ ΑΛΛΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΟΥ ΖΩΟΥ...




Γυναίκες με πολύχρωμα μαλλιά... Πάντα με εντυπωσιάζουν... Αν μάλιστα έχουν και όμορφα πρόσωπα....



Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

ΜΕΤΑ ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ

Αλλά ακόμα σε μέρες γιορτινές... 
Μου το έστειλαν, μου άρεσε, το ανεβάζω και εδώ για όσους δεν το είδαν στο φατσομπούκι που το ανέβασα επίσης. 

Έχετε προσέξει ότι τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς είναι λίγο ... ασυνάρτητα ;

Όσο και αν προσπαθήσετε δεν βγαίνει νόημα μεταξύ των στίχων - για να θυμηθούμε τα Κάλαντα :

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
Ψηλή μου δεντρολιβανιά 

Κι αρχή καλός μας χρόνος

Εκκλησιά με τα' άγιο θόλος 

Άγιος Βασίλης έρχεται

Και δε μας καταδέχεται

Από την Καισαρεία

Συ είσ' αρχόντισσα κυρία 

Βαστάει πένα και χαρτί

Ζαχαροκάντυο ζυμωτή 

Χαρτί-χαρτί και καλαμάρι

Δες και με το παλικάρι 


Ας δούμε λοιπόν πώς εξηγείται η ασυναρτησία ... Η ιστορία μας διαδραματίζεται στο Βυζάντιο. Σε εκείνα τα χρόνια οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές.

Κάποιος νεαρός λοιπόν, ταπεινής καταγωγής, ήταν ερωτευμένος με μια αρχοντοπούλα. Επειδή δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτό να την πλησιάσει παρά μόνο σε περίοδο εορτών για να της απευθύνει ευχές, αποφάσισε ανάμεσα στα κάλαντα του Μεγάλου Βασιλείου να εντάξει και ένα ερωτικό ποίημα που είχε συνθέσει !

Αρχίζει λοιπόν και βάζει ενδιάμεσους στίχους (αυτούς που είναι σε κόκκινο χρώμα, γραμμή παρά γραμμή). Με αυτόν τον τρόπο και τα κάλαντα θα έλεγε ακολουθώντας τους κοινωνικούς κανόνες αλλά ταυτόχρονα θα παίνευε την καλή του ... !!!

Την αποκαλεί ψηλή, σαν δεντρολιβανιά.

Επειδή φορούσε ένα από τα ψηλά τα κωνικά καπέλα με το τούλι στην κορυφή, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με το Άγιο θόλος (θόλος εκκλησίας).

Της λέει ότι δεν τον καταδέχεται (ο Άη Βασίλης δεν έχει να κάνει!) γιατί είναι αρχόντισσα κυρία.

Τέλος κλείνει με τις γαλιφιές !!! Την λέει ζαχαροκάντυο ζυμωτή, δηλαδή φτιαγμένη από ζάχαρη (γλυκιά μου) και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά.


Έτσι λοιπόν αυτά τα παράδοξα Κάλαντα πέρασαν από γενιά σε γενιά και έγιναν τα πιο διαδεδομένα σε όλο τον ελληνικό χώρο ... !!!

Να είσαστε καλά !!