Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

ΩΡΕΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Σήμερα (30/3/14) δε θα βάλω όμορφα τοπία. Ούτε θα γράψω κάτι εύθυμο. 

Δυστυχώς το νέο πολυνομοσχέδιο που είναι προς ψήφιση τη Βουλή διαλύει ότι απέμεινε. Θα φέρει για μία ακόμα φορά "τα πάνω κάτω". Αρτοποιοί, φαρμακοποιοί, κτηνοτρόφοι και άλλοι επαγγελματίες, βλέπουν όσα έκαναν με τον ιδρώτα τους να σκορπίζονται. 

Μεγάλες οι επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο. Επαγγέλματα κηρύσσονται σε διωγμό, κόποι μιας ζωής για τους παλιούς, προσδοκίες και όνειρα για τους νεότερους σε αυτούς τους τομείς τινάζονται στον αέρα.

Και όλα αυτά γιατί ;

Οι ξένοι, τα περιβόητα "ξένα αφεντικά" έχουν τεράστια ευθύνη. Ακολουθούν σχέδιο να μας διαλύσουν οικονομικά, ψυχολογικά, να μας κάνουν σκλαβάκια που θα γονατίζουν και θα σκύβουν το κεφάλι για ένα κομμάτι ψωμί.
Θέλουν να μας πάρουν πρώτα ότι έχουμε στις τσέπες μας, ότι αξίζει από τους πλουτοπαραγωγικούς μας πόρους, στο υπέδαφος, στη θάλασσα, στα "φιλέτα" των περιοχών που έχουν μεγάλη τουριστική αξία.
Θέλουν να ρημάξουν την ντόπια παραγωγή και να την αντικαταστήσουν με εισαγόμενες πολυεθνικές από τα εξωτερικό που ήδη έχουν αρχίσει να βάζουν χέρι και ξερογλείφονται για την "μεγάλη μάσα" που θα ακολουθήσει. Θέλουν να διαλύσουν τις ένοπλες δυνάμεις ώστε να μην υπάρχει αντίσταση σε ότι αντεθνικό απεργάζονται.
Σκοπεύουν να υπονομεύσουν τις δυνάμεις ασφαλείας για να αυξήσουν την ανασφάλεια μας.
Προσδοκούν να διαλύσουν την εκπαίδευση για να είμαστε άβουλα πλάσματα που θα συμφωνούν σε ότι λένε και θα ακολουθούμε τυφλά τις προσταγές τους. Χωρίς γνώσεις, χωρίς φρόνημα, χωρίς ιστορία. Να μας σβήσουν το παρελθόν για να μην φωτίζει το μέλλον.
Μας θέλουν με υγεία κλονισμένη που θα μας επιτρέπει να σερνόμαστε όσο μακριά θα επιτρέπουν οι αλυσίδες στα πόδια γιατρών και φαρμακοποιών. Προσπαθούν να αμαυρώσουν τον πολιτισμό μας, να μας "γυρίσουν" από χώρα-ιστορικό παράδειγμα σε χώρα-περιοδικό ποικίλης ύλης που του ρίχνεις μια ματιά και μετά το πετάς.

Αυτά γίνονται εδώ και τέσσερα χρόνια, αυτά συνεχίζονται με το πολυνομοσχέδιο.

Αλλά ΜΗΝ βιαστείτε να αγανακτήσετε μόνο με τους κακούς ξένους.

Δυστυχώς, δεν μας έφταναν όσοι πολιτικοί είναι ανίκανοι και οι ηθικά διαβρωμένοι. Και είναι πολλοί. Κουκουλωμένοι κάτω από το βαρύ πάπλωμα των φιλοδοξιών τους δεν βλέπουν, δεν ακούν. Με επιλεγμένα πλάνα και θολές εικόνες στο μυαλό τους οδηγούν μακάριοι και αδιάφοροι ένα ολόκληρο λαό προς την καταστροφή. Θα είναι και δική τους, δεν το βλέπουν, δεν θέλουν να το βλέπουν. Ελπίζουν σε θαύματα που έχουν δημιουργηθεί για να αισθάνονται άνετα και να επιτελούν χωρίς τύψεις το "θεάρεστο" έργο τους.

Δεν μας έφταναν όσοι δημοσιογράφοι έχουν πουλήσει την ψυχή τους, τη μιλιά τους και την πέννα τους σε αφεντικά μέσα και έξω από την Ελλάδα. Και αυτοί πολλοί είναι. Ναι είναι αυτοί που σας κάνουν να θέλετε να σπάσετε την τηλεόραση, αυτοί που δεν τους αντέχετε πια. Θλιβεροί σφουγγοκωλάριοι, κοιμούνται έξω από την πόρτα των αφεντικών τους, διαμορφώνουν ειδήσεις, διαμορφώνουν πραγματικότητες κατά πως τους βολεύει. Σκοπός τους να μας πείσουν ότι το μαύρο είναι άσπρο, ότι το σκατό είναι φιλέτο. Τους πολλούς τουλάχιστον, αν δεν μπορούν όλους. Πουλάνε ξεδιάντροπα πατρίδα, ιδανικά, ιδέες, ιστορία, αγώνες. Τα πουλάνε στον καλύτερο μειοδότη, έτοιμοι να γλύψουν αύριο εκεί που αποπατούσαν χθες.

Πέρα από όλα αυτά τα αποπλύματα, μερικά από τα "ντόπια αφεντικά" ακολουθούν τον ίδιο δρόμο με τους ξένους δυνάστες μας.

Το μόνο που κατάλαβαν από την κρίση είναι ότι είναι η "χρυσή ευκαιρία" για να φουσκώσουν τα πορτοφόλια τους και τους λογαριασμούς τους στο εξωτερικό. Όσα επί χρόνια ονειρεύονταν για να μας πατήσουν κάτω, όσες αμυντικές γραμμές δεν μπορούσαν να σπάσουν επί δεκαετίες χάρη στους αγώνες μας και το αίμα μας, τώρα τα ποδοπατούν και επελαύνουν νικηφόρα σαν τανκς που περνάνε βροντερά πάνω από οχυρωματικές γραμμές διαλύοντας και σκορπίζοντας ότι υπάρχει από κάτω.

Τι κάνουν ; έχουν έρθει σε συνεννόηση με τους τροϊκανούς και τα αφεντικά τους έξω. Έτσι παρουσιάζεται αυτό που θέλουν οι λίγοι, σαν αναγκαίο μέτρο που που έρχεται δήθεν απ΄έξω για να σωθούν οι πολλοί. Η τρόϊκα δουλεύει πλέον και σαν γωνιακό παραμάγαζο... Βάζει νέους όρους και βαπτίζει ως "νέο απαραίτητο μέτρο" ότι συμφωνήσουν τα ντόπια με τα ξένα αφεντικά. Με το αζημίωτο ; Εσείς τι λέτε ; Απόδειξη δεν έχω αλλά κάνω σκέψεις όπως κάνετε και εσείς...

Τα σκέφτομαι όλα αυτά εγώ ο τίποτα, ο ένας απλός πολίτης αυτού του τόπου. Ο ένας από τους πολλούς. Τα σκέφτομαι και μαυρίζει η καρδιά μου που τα γράφω. Αυτή την "κληρονομιά" αφήνει η γενιά μου στην επόμενη γενιά, την ήδη κατεστραμμένη σε μεγάλο βαθμό. Εμείς οι μεγαλύτεροι προλάβαμε άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο και κάποιες καλές στιγμές. Τους επόμενους σκέφτομαι και μελαγχολώ.

Σήμερα ψηφίζεται το πολυνομοσχέδιο-πολυεργαλείο που θα μας ξεκοιλιάσει και θα μας πετσοκόψει.

Ώρα ευθύνης. Για εκείνους, για μας.

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

H ΣΚΑΛΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ...

ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΥ ΔΙΉΓΗΜΑ (14/3/14) ΠΟΥ ΤΟ ΕΔΩΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΒΑΣΕ ΣΤΟ BIBLIO.NET Ο ΦΙΛΟΣ  ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΡΜΟΓΙΑΝΝΗΣ.  ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΠΑΛΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΤΩΝ 1000 ΠΕΡΙΠΟΥ ΛΕΞΕΩΝ ΚΑΙ ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ. 


Ανέβηκε ένα ακόμα σκαλί. Τα χέρια του έτρεμαν, πιανόταν και από τα υποστυλώματα καμιά φορά, προχειροφτιαγμένη η σκάλα, δεν την εμπιστεύονταν και πολύ. Μεγάλωνε το ολόγιομο φεγγάρι σε κάθε του βήμα προς τα πάνω, μεγάλωνε όμως και η νύχτα μέσα του, πιο μαύρη, πιο πηχτή από τη νύχτα έξω.
Ένα ακόμα σκαλί. Στάθηκε κι αφουγκράσθηκε, τίποτα δεν ακουγόταν. Έπνιγε το πηγάδι τους ήχους του έξω κόσμου, έπνιγε... ρίγησε και μόνο που σκέφθηκε τη λέξη. Ένα βήμα ακόμα, το φεγγάρι μεγάλωνε αλλά... του γελούσε ειρωνικά ή έτσι του φαινόταν;
Ψηλότερα αρκετά το επόμενο σκαλί, έπιασε πάλι το υποστύλωμα του παλιού ορυχείου στο πλάι. Κάποτε ανεβοκατέβαιναν αρκετοί στο πηγάδι, κόσμος στη δούλεψη της φαμίλιας του εδώ και δυό γενιές. Στέρεψαν κάποια στιγμή τα σωθικά της γης κάτω από το μεγάλο περιβόλι, έφυγε ο κόσμος, γέμισαν κάποια εποχή οι στοές και οι καταβόθρες με νερά, στέρεψαν αργότερα. Όλα αυτά πριν γεννηθεί. Εκείνος ένα ξερό πηγάδι είχε γνωρίσει, ένα πηγάδι στον μεγάλο κήπο. Ένα πηγάδι γεμάτο όχι πια με νερά αλλά με ιστορίες. Κι αυτός μόλις είχε προσθέσει ακόμα μία...
Η Ράνια ήταν μακροξαδέλφη του... τρίτη, τέταρτη, κάτι τέτοιο. Τη θυμόταν μικρή, την είχε δει μια δυό φορές αλλά δεν της είχε δώσει σημασία τότε, στα δέκα περίπου εκείνη τελευταία φορά που την είδε, κόντευε εικοσιπέντε αυτός, κοριτσάκι που δεν στάθηκε η ματιά του δεύτερη φορά πάνω της. Τότε…
Την είχε ξαναδεί, ομορφοκοπέλα πλέον, όταν γύρισε από το εξωτερικό για την κηδεία του αδελφού του. Η μάνα του είχε πεθάνει, ο πατέρας του νωρίτερα, μόνος αυτός είχε απομείνει, κληρονόμος της μεγάλης περιουσίας. Γύρισε νικητής, το αυτοκίνητο που είχε πέσει πάνω στου αδελφού του και του έκοψε τη ζωή, χαϊδευτικό χτύπημα της μοίρας, όλα δικά του πλέον. Μόνο γι’ αυτό θα γύριζε, μετά τον μεγάλο καυγά με τον αδελφό του για την πατρική περιουσία τα είχε μαζέψει και είχε φύγει. Όταν έφευγε από κάπου, έφευγε για τα καλά, δεν κοίταζε πίσω…
Τα δέκα χρόνια που είχαν περάσει από τότε που έφυγε, του πρόσθεσαν μόνο κάποιες επιχειρηματικές νίκες που αυγάτισαν τα όσα είχε πάρει σαν μερίδιο. Ήταν σκληρός και ικανός, απαραίτητα συστατικά στη συνταγή ενός πετυχημένου. Του πρόσθεσαν κι αναμνήσεις από γλέντια, άσωτη η ζωή του, λεφτά είχε για μια ζωή να ξοδεύει. «Η οικογένεια είναι για φαλακρούς με κοιλίτσες, εγώ δεν θα γίνω έτσι». Έλεγε… πριν την ξαναδεί…
Της Ράνιας το κορμί είχε μεστώσει, ένα κορμί που φυλάκισε την ματιά του πάνω του, με το που την ξανάδε. Την θέλησε αμέσως. Αυτό το θηλυκό έπρεπε να γίνει δικό του, το είχε φτιάξει ο πλάστης για να γίνει δικό του.
Κι έγινε! Ποιος θα κοιτούσε μακροσυγγένειες ή διαφορά ηλικίας; Ποιος θα κοιτούσε μέσα στην καρδιά της Ράνιας, αν τον ήθελε κι εκείνη; Ούτε η Ράνια δεν κοίταξε, την θάμπωσαν πλούτη και προοπτικές, την παραγέμισαν οι συμβουλές από συγγενείς και καλές φίλες πως «τέτοια ευκαιρία δεν θα ξανάρθει στη ζωή σου, μη τη χάσεις». Τόσο που τα πίστεψε, στο κάτω κάτω ομορφάντρας ήταν και την κοίταζε μέσα στα μάτια. Κι αν άκουγε καμιά φορά κάποιες φωνίτσες μέσα της να λένε άλλα, τους έδινε μια και σταματούσαν για λίγο.
Ένα σκαλί ακόμα, πρέπει να κόντευε… «πρέπει;» Το άνοιγμα πάνωθε του ίδιο του φαινόταν, δεν είχε μεγαλώσει, δεν είχε μικρύνει η απόσταση που τον χώριζε από αυτό. Το φεγγάρι ίδιο, φωτεινό, αλλά σα να γέλαγε πιότερο μαζί του… Κάτι τον έκανε να αντιπαθήσει το φεγγάρι, δεν ήξερε τι ήταν.
Τη σκάλα την είχε βάλει ο ίδιος, την είχε κουβαλήσει από το εγκαταλειμμένο σπίτι του επιστάτη τους. Κατέβηκε να τη δει, να σιγουρευτεί… Άψυχη κούκλα φάνταζε κάτω από τις ακτίνες του φακού, με το κεφάλι ανοιγμένο από την πτώση, χέρια και πόδια σε αφύσικη στάση. Ο λαιμός που κάποτε τον φιλούσε και ταξίδευε, άψυχος, χωρίς φλεβίτσες να χτυπούν. Τον είχε σφίξει, εκεί στο πηγάδι που την πρόλαβε. Της στέρησε τη ζωή με τα χέρια του, μέσα σε μια τρέλα που τον έκανε να αδιαφορεί για τους πνιχτούς ήχους που έβγαζε το στόμα της, για τα γουρλωμένα της μάτια. Μετά πέταξε το άψυχο κορμί στο πηγάδι. Έτσι της έπρεπε, ώσπου να βρει τι να την κάνει…  
Άλλο ένα σκαλί, είχε αρχίσει να βαριανασαίνει, η έξαψη, το φονικό, η ταραχή, βαριά φορτία. Ένα σφίξιμο στο στήθος του, φυσικό δεν ήταν; Μεγάλωνε όμως το σφίξιμο, ο πόνος στο δεξιό βραχίονα τον δυσκόλευε… «Κοίτα ώρα που βρήκα να πιαστώ» σκέφθηκε και έβαλε τα δυνατά του, δεν είχε πολύ ακόμα. Θα ξαπόσταινε πάνω, θα έβλεπε τι θα κάνει, έπρεπε να την πάει αλλού, θα την έψαχναν στο πηγάδι είτε έπαιρνε τη σκάλα είτε όχι.
Τα κακά μαντάτα του είχαν έρθει από χείλια που έτρεμαν φοβισμένα, από μάτια που κοίταζαν αμήχανα κάτω. Την είχαν δει με το Πάνο στην Αθήνα, τότε που του είχε πει ότι πήγε να δει την αδελφή της. Είχε μπει στο Πλάζα μόνη της, κοιτώντας γύρω της μπας και έβλεπε κανένα γνωστό. Η Ντίνα που την είχε στη δούλεψη του, είχε κατέβει για δουλειές του. Την ζήλευε η Ντίνα την Ράνια για την τύχη της, την ζήλευε αφόρητα.
Έμεινε η Ντίνα στο μπαρ του ξενοδοχείου, πίνοντας καφέ. Περίμενε να δει πότε θα κατέβαινε, με ποιον. Κατέβηκε πρώτα η Ράνια, κοίταξε γύρω της, πρόλαβε η Ντίνα να βυθιστεί στο περιοδικό της πριν την δει. Πέντε λεπτά αργότερα είδε και τον Φώτη να κατεβαίνει και ξανακρύφτηκε πίσω από τις μεγάλες σελίδες… «Ώστε με τον μηχανικό του άνδρα της» σκέφθηκε η Ντίνα, «στην ηλικία της, ομορφόπαιδο, άνετος, γιατί όχι;» Τώρα την ζήλευε διπλά, και για τον σύζυγο και για τον εραστή.
Η Ντίνα πήρε μεγάλη ανταμοιβή για την εξυπηρέτηση. Πήρε κι άλλα τόσα για να μη πει πουθενά αλλού τι του είχε πει. Όσο γι’ αυτόν… την πήρε τη Ράνια και πήγαν στο κτήμα τους για το Σαββατοκύριακο, όπως της είπε, να ξεκουραστεί. Κι από τότε που έφτασαν άρχισε να πίνει και όσο έπινε, τόσο αγρίευε το μάτι του με το που έπεφτε πάνω της.
Η Ράνια κατάλαβε, δεν ήταν χαζή. Πήγε να το σκάσει, να πάρει το αυτοκίνητο, την πρόλαβε, της έκοψε το δρόμο. Σαν τρελή έτρεξε προς το πηγάδι. Εκεί που την πρόλαβε…
Ο πόνος στο στήθος του τον παρέλυσε… Η σκάλα τέλειωνε δέκα μέτρα πριν το χείλος του πηγαδιού. «Το φεγγάρι, σαν να είχε μικρύνει, σα να σκοτείνιαζε… «Μα πως ;» σκέφθηκε ενώ το άψυχο σώμα του γκρεμιζόταν κάτω, να απαντήσει το θύμα του.
Σηκώθηκε… άρχισε πάλι να ανεβαίνει, να σκέφτεται τα ίδια… Η σκάλα, πάλι τέλειωσε μακριά από τα χείλη του πηγαδιού. Πάλι το φεγγάρι γέλαγε. Ξαναγκρεμίστηκε…
Αυτό γίνεται εδώ και είκοσι χρόνια τώρα, κάθε που έχει πανσέληνο… Κανείς πια δεν πλησιάζει το πηγάδι με τη σκάλα…


Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑ.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΠΟ ΤΑ ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ.ΝΕΤ. ΜΗ ΞΕΧΝΑΤΕ, ΕΙΧΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ 1000 ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΤΕ.



Ο Σπύρος κοίταζε αφηρημένα έξω. Έβλεπε… τι έβλεπε; Τούνελ σκοτεινά, σαν κι αυτά που ήταν χωμένοι τα τελευταία χρόνια, χωρίς φως. Μετά μία στάση, φώτα, κόσμος λίγος ή πολύς, διαφημίσεις, από την εποχή που οι διαφημίσεις είχαν ένα κάποιο κοινό να τις χαζεύουν και όχι άδειες ματιές να προσπερνούν αδιάφορα το περιεχόμενο τους. Τους είχε αδειάσει η εποχή, μία ολόκληρη γενιά αδειασμένη. Μπαμπέσικα…
Η Λένα κοίταξε για μία ακόμα φορά το ρολόι της… Είχε αργήσει, το ’ξερε. Της το έλεγε η αδελφή της όταν την χαιρέταγε :  «Είπαμε να αργούμε λίγο κορίτσι μου, αλλά εσύ το παράκανες! Μέχρι που θα τον πω μακάκα αν σε περιμένει!» Η αδελφή της, παραμυθιασμένη, ανύποπτη… Που να ‘ξερε… Καλύτερα έτσι…  
«Και μαμώ τα μπούτια της!» σκέφθηκε ο Μιχάλης κοιτώντας λοξά τα μπούτια της γυναίκας που καθόταν δίπλα του. «Όλα έξω η φαριόλα! Τα θέλει, πάω στοίχημα!» Γύρισε λίγο προς το παράθυρο, και το δεξί του πόδι ακούμπησε «τυχαία» στο γόνατο της. Η καστανομάλλα σαραντάρα δίπλα του δεν αντέδρασε. «Δεν το τράβηξε! Θα βγω μαζί της και θα της την πέσω στο άνετο!» σκέφθηκε ο Μιχάλης. Ένοιωθε την έξαψη να ανεβαίνει μέσα του… Θα ‘τρωγε καλά, το ένοιωθε!
Η Κατρίνα έσφιξε την τσάντα της νευρικά. Όρθια σε ένα βαγόνι που είχε θέσεις, αλλά προτιμούσε έτσι. Να δει κάτι που ίσως έπρεπε να το δει εγκαίρως. «Να την κάνει» αν χρειαστεί… Ήξερε πως δεν το έκανε μόνο για αυτό… Της άρεσε να δείχνει το σώμα της κρατημένη από μία μπάρα… «Έχεις ταλέντο, θα ξεχωρίσεις εκεί που πας, θα δεις. Και μετά μαζί!». Τα παραμύθια του Λεγκ, πριν δυό χρόνια. Πόσο γρήγορα πέρναγε ο καιρός…
Η Αφρούλα καθόταν δίπλα σε ένα σκυθρωπό σαραντάρη με γυαλιά που κοίταζε έξω. Κάτι είχε αυτός ο άνδρας, σα να ήθελε να βάλει τις φωνές. Έβλεπε το πρόσωπο του στο τζάμι του βαγονιού. Ένταση, απελπισία, πόνος, οργή, όλα ζωγραφισμένα σε ένα άγνωστο πρόσωπο. Γύρισε το κεφάλι της, μη την πάρει χαμπάρι πως την κοίταζε… Ο νεαρός απέναντι της είχε αρχίσει να κολλάει στην γυναίκα δίπλα του. Εκείνη είχε το μυαλό της αλλού, ούτε το πρόσεξε. Η Αφρούλα του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα, ανάθεμα κι αν εκείνος το πρόσεξε.
«Τι πάω να κάνω; » σκέφθηκε ο Σπύρος. «Αντί να κοιτώ να βρω καμιά δουλειά, να βγάλω καμία δεκάρα, τρέχω σε συγκεντρώσεις… ‘Πρέπει να οργανωθούμε’» του έλεγε ο Φώτης που απολύθηκε λίγους μήνες πριν από αυτόν. «Να οργανωθούμε σε κάθε γειτονιά, να μιλήσουμε, να συντονιστούμε με άλλες γειτονιές, να παλέψουμε. Να δούμε από πού ξεκινάμε και που θέλουμε να φτάσουμε. Θέλουν να σαπίσουν πρώτα τα όνειρα μας, μετά τα κορμιά μας… Θα τους αφήσουμε; Πρέπει να αντιδράσουμε!». Ο Φώτης και οι κορώνες του. Τότε έλεγε ότι ήταν λόγια οργής γιατί απολύθηκε… Μετά ήρθε η σειρά του, οι σπόροι του Φώτη φύτρωσαν αυτή τη φορά στο μυαλό του. Και θέριεψαν! Ένα κωλοφάρμακο για το άσθμα της δεκάχρονης κόρης του. Η Μαρία, η χαρά της ζωής του, η Μαρία με τις πλεξίδες, τα γελαστά μάτια αλλά και το άσθμα της. Δεν έμπαινε στο φαρμακείο ο Σπύρος, χρώσταγε κι εκεί! Η φαρμακοποιός τον έβλεπε να περνά, τον είχε φωνάξει μια φορά, πελάτης από τις καλές εποχές. «Πάρτε ό,τι πρέπει για την Μαρία» του έλεγε. «Και όποτε έχετε...» Ντρεπόταν! Αρκετά «όταν έχετε» είχαν μαζευτεί, απλήρωτοι λογαριασμοί, με μαγνήτακι στο ψυγείο να τους βλέπει.
Η Αφρούλα είδε κι εκείνη έξω… Πλησίαζαν. Σε λίγο θα ήξερε… θα ήξερε από τα λόγια που θα άκουγε το αν θα γύρναγε ξέγνοιαστη ή σαν τον διπλανό της. «Έχει σκοτούρες ο κόσμος» σκέφθηκε «όχι μόνο εγώ. Παναγιά μου, βοήθα μας όλους! Όσους το αξίζουν τουλάχιστον. Είμαι δεν είμαι μέσα!». Ο γιος της με διακόσια ευρώ νυχτοφύλακας, είχε δυό παιδιά να θρέψει. Είχε και πτυχίο φιλόλογου αλλά δεν μέτραγε πια αυτό, πού παιδιά να κάνει μαθήματα, μόνο στα δικά του. Η νύφη της διωγμένη από το σούπερ μάρκετ γιατί λέει «συνδικαλιζόταν». Το ότι είχε μείνει ένα βράδυ παραπάνω και είδε πράγματα που δεν έπρεπε σχετικά με τα κρέατα την έφαγε. Έτσι έλεγε ο γιος της, δεν ήξερε αν είχε δίκιο ή ήταν λόγια θυμού.
Ο Μιχάλης κοίταξε μπροστά απορροφημένος τάχα από το θέαμα της όρθιας κοπέλας και τους υπόλοιπους επιβάτες στα καθίσματα. Το γόνατο του τρίφτηκε ελαφρά στο γόνατο της γυναίκας δίπλα του. Περίμενε αντιδράσεις και ένοιωθε την καρδιά του να χτυπά.
Η Λένα, ένοιωσε το πόδι του νεαρού να ακουμπά στο δικό της και μηχανικά τραβήχτηκε. Του έριξε ένα βλέμμα, κοίταζε αλλού αλλά κάτι της έλεγε ότι έπαιζε. Το στυλάκι του συνοικιακού γόη, με ηλικία γύρω στα είκοσι και μυαλά πιο κάτω. «Μόνο αυτό με μάρανε» σκέφτηκε. Σε λίγο όμως θα έφταναν, δεν άξιζε να αλλάξει θέση. Ίσως έπαιρνε το μήνυμα και συμμορφωνόταν. Έσφιξε την τσάντα της, το ρολόι της μάνας της μέσα, δυο λίρες από τότε που είχε παντρευτεί, κάτι καλά δαχτυλίδια και βραχιόλια. Από τις καλές εποχές, τότε που δεν είχαν πολλά, αλλά κάτι είχαν. Μετά ο άντρας της έμπλεξε με κτηματομεσιτικά για να βγάλει περισσότερα, τον γέλασαν, ήρθε η κατάρρευση, οι πιστωτικές πού να πληρωθούν πια. Κάποτε πλήρωναν άνετα τα διακοποδάνεια και γύρναγαν με τον Τάκη της σε Ελλάδα και Ευρώπη… Τώρα μια κακομοιριασμένη οικογένεια που ανήμπορή, σκυφτή, έτρωγε σφαλιάρες. Η τσάντα σα να βάρυνε… θα τα σκότωνε. Σκοτωμένοι ήταν όλοι τους έτσι κι αλλιώς…
Η Κατρίνα έσφιξε τη δική της τσάντα, το βλέμμα του νεαρού που είχε στυλωθεί πάνω της δεν της άρεσε. Δεν είχε κάτι απειλητικό, είχε όμως κάτι το προσποιητό, το βρώμικο. Τους ανθρώπους με τα βρώμικα βλέμματα τους ζούσε ώρες κάθε μέρα, τους ήξερε, τους σιχαινόταν. Πλενόταν πολλές φορές την ημέρα η Κατρίνα, αλλά η βρώμα τους δεν έφευγε… Λεφτά είχε στην τσάντα, τα δύο κινητά, και το σετ για τη δουλειά της. Ένα διχτυωτό καλτσόν, ψιλοτάκουνες γόβες, ένα πακέτο προφυλακτικά και τις απαραίτητες λιπαντικές και απολυμαντικές κρέμες. Κοίταξε το ρολόι της. Ο πελάτης θα την περίμενε, πάντα περίμεναν, μαγεμένοι, καρτερούσαν να ακούσουν τον ήχο των τακουνιών της όταν πλησίαζε την πόρτα του δωματίου, του νοικιασμένου για «ημιδιαμονή».
Το μετρό είχε φτάσει στο τέρμα. Οι επιβάτες ειδοποιήθηκαν να κατέβουν. Ο Μιχάλης όπως όλοι κατευθύνονταν προς την πόρτα βιάστηκε να κολλήσει πίσω από την κοπέλα που είχε σηκωθεί αγνοώντας τον. «Μου κάνει τη δύσκολη» σκέφθηκε ξαναμμένος. Την στιγμή που πήγε να κολλήσει εντελώς από πίσω της, να την κάνει να νοιώσει την έξαψη του, ένα σιδερένιο χέρι του άρπαξε το μπράτσο.
«Στρίβε νεαρέ» άκουσε τη φωνή του απέναντι του στο αυτί του. «Αν σε δω πίσω από την κοπέλα, τώρα ή μετά, δεν θέλεις τη συνέχεια, πίστεψε με!» Έριξε μία ματιά στον Σπύρο που σχημάτιζε ένα αόρατο τοίχος πίσω από την Λένα και βιάστηκε να πάει τελευταίος στη σειρά. «Ατυχία» σκεφτόταν. Ίσως όταν γύρναγε…
Η Αφρούλα βγήκε χαμογελώντας. Ο άνδρας δίπλα της δεν ήταν τόσο βυθισμένος στα δικά του. Νοιαζόταν. Χαιρόταν η Αφρούλα όταν έβλεπε ανθρώπους να νοιάζονται. «Φύλαξε με Παναγία μου» ξαναβυθίστηκε στα δικά της και το χαμόγελο έσβησε. «Ας είναι καλά τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Μην έχω κάτι…»
Το άδειο βαγόνι δεν έμεινε άδειο για πολύ. Άλλος κόσμος μπήκε… Ίδιες ή άλλες ιστορίες…