Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Γ. Θαλάσση 25



-"Εεε, Κύριος... τι κάνεις ;"

-"Κύριε... σε σένα μιλώ.... ναι σε σένα... είσαι καλά ; θέλεις κάτι ;"

Κοίταξε γύρω του με βλέμμα θολό. Που ήταν ; Ποιός ήταν αυτός που του μίλαγε ;

Έριξε μια ματιά γύρω του και οι θύμησες χίμηξαν πάλι στο κουρασμένο του μυαλό. Πιάστηκε πάλι από τα κάγκελα, μισοκάθισε στον τοίχο όπως πριν και το βλέμμα του έψαξε πρώτα στο μυαλό του. Αλλη εικόνα έβλεπε. Κάγκελα, δεν υπήρχε τότε τσιμεντένιος ψυχρός τοίχος με κάγκελα να ξεπηδουν από μέσα του... μόνο ένας χαμηλός πετρόχτιστος τοίχος, ασπροσοβαντισμένος, χαμηλότερος από αυτόν εδώ και μέσα παρτέρια με λουλούδια... Πολλά λουλούδια, την άνοιξη είχαν διάφορα χρώματα, λουλούδια πίσω από τον τοίχο και δεξια αριστερά από το φιδωτό δρομάκι που οδηγούσε στο ξύλινο σπίτι.

- "Κύριε" η φωνή έγινε επίμονη. "Τι κάνεις ; Θες να μπεις μέσα ;"

Να μπει μέσα ; Όχι δεν ήθελε να μπεί μέσα... Δεν είχε λουλούδια, δεν είχε το φιδωτό δρομάκι, δεν είχε το ξύλινο σπίτι. Μονο ένα τέρας είχε πίσω από τα κάγκελα, ένα πελώριο τέρας, με πολλά φωτισμένα μάτια σε διάφορα πατώματα. Δεν του άρεσαν τα τέρατα, τον τρόμαζαν τα τέρατα, έμενε και αυτός σε τέρας στη μεγάλη πόλη, μακριά από εδώ, ήξερε... Ούτε καλημέρα με το διπλανό σου, ούτε χαμόγελα, ούτε μια ζεστή ματιά...

Χάθηκε πάλι... καθισμένος στον πετρόχτιστο τοίχο την περίμενε να βγεί, με το καλό του παντελόνι, φρεσκοσιδερωμένο, η μάννα του μουρμούραγε αλλά δεν τον ένοιαζε. Γι αυτό είναι οι μάννες, για να μουρμουράνε... Την είδε να ανοίγει την πόρτα, να κοιτά γύρω της, τον είδε και το πρόσωπο της φωτίστηκε. Όταν φώτιζε το πρόσωπο της, όλα φωτίζονταν. Άναψε τσιγάρο στα γρήγορα, άνδρας ήταν έπρεπε να καπνίζει, έτσι του 'χαν πει ο Λευτέρης και ο Τάσος, έτσι έκανε.

- "Ξέρεις κανένα εδώ ;" Η επίμονη φωνή ξανακούστηκε. "Να σου ανοίξω μήπως να δεις τα κουδούνια" ;

Το βλέμμα του πέρασε τον νεαρό άνδρα που του μίλαγε. Ούτε τον πρόσεξε. Μια φωνή άκουγε, μια φωνή που τον ενοχλούσε όμως, δεν τον άφηνε σε ησυχία. Ο νεαρός ήταν λίγο πιο πέρα, πρέπει να τον παρακολουθούσε, δεν έφευγε...
 

Έσφιξε στην παλάμη του το ψυχρό σιδερένιο κάγγελο. Επρεπε να πιάνεται, το τσιμεντένιο πεζούλι ήταν στενό, δεν καθόταν καλά. Όρθιος δεν μπορούσε εύκολα, και τι να κάνει, να καβαλικέψει τα κάγκελα ; Ψηλά ήταν, δεν θα τα κατάφερνε... Και γιατί, τι θα κέρδιζε ; Μα πόση ώρα ήταν εδω ;

- "Έλα... πες μου αν θες να δούμε τα κουδούνια... αλλιώς... έτσι που κάθεσαι..."
 

- "Δεν είναι στα κουδούνια... Άσε με λίγο σου λέω ! Άσε με !!"

- "Ότι πεις... Για να μη πέσεις το λέω... Μην έχουμε τρεχάματα..."

Ούτε που τον άκουσε... Πάλι με το φρεσκοσιδερωμένο παντελόνι, το άσπρο πουκάμισο, το τσιγάρο στο χέρι... την έβλεπε που ερχόταν και η καρδιά του βρόνταγε. Τον πλησίασε, χαμογελούσε... και τα λουλούδια γύρω του άνθισαν...

-"Τι κάνει ο μπάρμπας, καθισμένος στο πεζούλι και πιασμένος από τα κάγκελα ;"

- "Ξέρω εγώ ; Τον πήρα από τον σταθμό πριν μισή ώρα, τον έφερα εδώ, όπως μου είπε. Μου είπε να μη φύγω, να τον περιμένω, να τον πάω πάλι στο σταθμό όταν μου πει"

-"Και ήρθε έτσι, κάθισε και κοιτά μέσα ; περιμένει κανένα λες ;"

-"Που να ξέρω... του είπα να δούμε τα κουδούνια, σημασία δε μου δίνει... Και τον προσέχω... μεγάλος άνθρωπος είναι, μη μου πάθει κάτι και φάω την βάρδια μου σε νοσοκομεία και αστυνομίες... Αλλά σημασία δεν μου δίνει... Κάθεται εκεί που τον βλέπεις και κοιτά μέσα. Τίποτε άλλο δε κάνει"

-"Λες να μην είναι καλά ;"

-"Σίγουρα κάτι δεν πάει καλά... Ούτε που με ακούει, ούτε που με βλέπει. Λες και έχει παθει σοκ ή ζει κάποιο όνειρο... "

-"Καλά ξεμπερδέματα, τι να σου πω... Έφυγα..."

-"Γεια χαρά. ...Έλα κύριε... τι θα γίνει εδώ θα τη βγάλουμε ; Εσύ πληρώνεις, δε λέω, αλλά μη μου πάθεις και τίποτα"

Πέταξε το τσιγάρο νευρικά, αφου βεβαιώθηκε πως εκείνη το είδε. Την αγκάλιασε και την φίλησε... 
Την ξάφνιασε, την ένοιωσε να τσιτώνεται αλλά μετά χαλάρωσε και αφέθηκε. Γλυκά τα χείλη της, πετροκέρασα. Η ίδια μύριζε γιασεμί.

Το πρώτο τους φιλί, ήταν μισοσκόταδο, δεν τον ένοιαζε. Τους κάλυπταν και δύο μεγάλα δέντρα, τους μισόκρυβαν από τον δρόμο. Μα δεν τον ένοιαζε κι αν τον έβλεπαν. Ήταν το κορίτσι του, κι ας τολμούσε κανείς να πει κάτι !

Χίμηξε ο χρόνος μέσα του κι άφησε αυτές τις θύμησες αποκαϊδια. Μαζί στο λεωφορείο για την μεγάλη πόλη μετά το γάμο τους, οι δυσκολίες, η ζεστή τους γωνιά, τα δύο τους παιδιά να τρεχοβολούν και να χαλούν τον κόσμο. Οι μεγάλες δυσκολίες που τις πέταγαν έξω με την αγάπη τους. Τα παιδιά τους να μεγαλώνουν, μηχανικός στα καράβια ο μεγάλος τους γιός, κόντευε πια να αφήσει τη θάλασσα αλλά δεν το ήθελε, δάσκαλος σε δημοτικό ο μικρότερος, τώρα πια διευθυντής. Μια καλοχτισμένη οικογένεια με γερα θεμέλια, καλοστεριωμένα.

Κι ο χρόνος προχώρησε... και τα χρόνια πίσω τους μπάλλα σιδερένια στο πόδι που τους βάρυνε το βήμα. Κι η μπάλα μεγάλωνε και το βήμα όλο και πιο δύσκολο, όλο και πιο μικρό.

Ντελικάτη ήταν πάντα. Και στην υγεία της τα ίδια. Εφυγε πρώτη πριν πέντε μέρες. Μετά την κηδεία το σπίτι δεν τον χώραγε. Τα παιδιά του επέμεναν να μείνει μαζί τους, δεν το ήθελε. Το μυαλό του χάνονταν σε ομίχλες που κρατούσαν άλλοτε λίγο κι άλλοτε περισσότερο. Αλλά είχε μια δουλειά να κάνει, έπρεπε να την κάνει... Εκεί που την πρωτοφίλησε... Στη μικρή πόλη που γεννήθηκαν, Γ. Θαλάσση 25.

"Ε κύριος ! Εσύ κλαίς ! Έλα τώρα.... τι έγινε ;"

Το χέρι στο μπράτσο του επίμονο, τον βοήθησε να σταθεί πάλι στα πόδια του. Οι ομίχλες είχαν μισοδιαλυθεί, δεν του άρεσε αυτό. Αλλά τι άλλο να έκανε εδώ ; Όλα αποκαϊδια...

Άφησε τον ταξιτζή να τον οδηγήσει στο ταξί... Ούτε γύρισε να κοιτάξει πίσω του. Ήταν θυμωμένος με το θάνατο που του πήρε ότι πιο πολύτιμο στη ζωή του. Ήταν θυμωμένος με το τέρας που έφαγε το ξυλόκτιστο σπίτι. Ήταν θυμωμένος με τη ζωή που τον έσπρωξε σε αυτό το μονοπάτι. Δεν ήξερε την συνέχεια, δεν τον ένοιαζε...

- "Λοιπον στο σταθμό πάλι έτσι ; Έχεις εισιτήριο ;"

Κάποιος μίλαγε, ούτε που άκουγε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου