Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

ΧΟΝΤΡΕΣ BUSINESS (ευθυμο)

Και εις πεισμα των καιρών και των δύσκολων στιγμών... μια προσπάθεια να σας προσφέρω ένα χαμόγελο με ένα χιουμοριστικό σκετσάκι !! 

ΧΟΝΤΡΕΣ BUSINESS

-Καλημέρα σας !

-Καλημέρα ! Κάθισε !

-Ξέρετε, ήρθα για…

-Ξέρω γιατί ήρθες ! Για να τα πάρεις χοντρά ήρθες ! Όλοι εδώ γι αυτό έρχονται !

-Eεεε, όχι… δηλαδή…. ναι…. Έχω ακούσει ότι έχετε κάποιες σίγουρες πληροφορίες… Από μέσα… Και μια και έχω κάτι λεφτουδάκια στην άκρη…

-Πόσα ;

-Να σας πω…. Μη περιμένετε και πολλά βέβαια… είχα προλάβει κι είχα βγάλει πριν την κρίση μερικά έξω, έχω περίπου…

-Άσε τα περίπου τόσα, πάντα πέφτουμε έξω. Θα σε ρωτάω και θα μου λες. Να δούμε και τις ανάγκες σου… Έχεις δουλειά ;

-Δημόσιος Υπάλληλος είμαι.

-Μάλιστα… οπότε δε ρωτώ πόσα παίρνεις… κατάλαβα. (γράφει). Εσύ κάνεις πως δουλεύεις και αυτοί κάνουν πως σε πληρώνουνε. Παντρεμένος ; Παιδιά ;

-Παντρεμένος. Eχω και δύο κοριτσάκια….

-Μάλιστα… Θα θέλεις να τους αφήσεις και κάτι… (γράφει)

-Ε… καλά θα ήταν. Αν μπορεί να γίνει δηλαδή….

-Θα δούμε… Δε μου λες, σπίτι δικό σου έχεις ;

-Εχω ένα τριάρι ! Από την μητέρα μου !

-Που είναι ;

-H μητέρα μου ; Την θάψαμε πριν δυό χρόνια !

-Ααααα ! Δεν θα τα πάμε καλά !

-Επειδή τη θάψαμε ;

-Eπειδή δεν καταλαβαίνεις και μου τρως τον χρόνο μου ! Το σπίτι ρώτησα που είναι, όχι η μητέρα σου !

-Α, μάλιστα, στο Βύρωνα !

-Όροφος, τετραγωνικά ;

-Στον δεύτερο όροφο, γύρω στα ογδόντα πέντε τετραγωνικά. Μα καλά, δεν καταλαβαίνω… την φορολογική μου δήλωση θα φτιάξετε ;

-Ακου να δεις, εσύ ήρθες εδώ για να πιάσεις την καλή… Εγώ βλέπω πρώτα τι ανάγκες έχει ο πελάτης και μετά του λέω πόσα πρέπει να επενδύσει και που. Και για να δω τις ανάγκες του πρέπει να ξέρω τι έχει, κατάλαβες ; Ετσι δουλεύω εγώ… Αν δεν σου αρέσει…. Μη μου τρως τον χρόνο… Εγώ κοινωνικό έργο προσφέρω… Εξω ουρά περιμένουνε…

-Εντάξει, κατάλαβα….

-Η γυναίκα σου δουλεύει ;

-Βέβαια, είναι καθηγήτρια Αγγλικών. Δουλεύει σε Φροντιστήριο.

-Αυτοκίνητα ; εξοχικό ; κανένα σκαφάκι ;

-Τι αυτοκίνητα ; Eνα παλιό Όπελ έχω, δεκαετίας. Κάνει όμως
δουλειά του. Οσο για εξοχικό και σκαφάκι, που λεφτά για τέτοιες
πολυτέλειες. Οταν έχεις και παιδιά, κρατάς και καμιά δεκάρα
στην πάντα. Για διακοπές πάμε στο χωριό της γυναίκας
μου, κοντά στη Χαλκίδα. Στη πεθερά μου μένουμε, έχει ένα σπίτι
κοντά στη θάλασσα.

-Κατάλαβα… Από μετρητά ;

-E δεν είπαμε ; Γύρω στα πενήντα έξω… Κι αυτά… όσα μείνανε γιατί τα τελευταία χρόνια… όλο τραβάμε και δεν μαζεύονται…

-Κανένα οικοπεδάκι υπάρχει ;

-Εχω δυό στρέματα στην Πάρο. Από τον πατέρα μου…. Μου το άφησε για τα κορίτσια μου, πριν κλείσει και αυτός τα μάτια του, θεός ‘χωρέστον !

-Λοιπόν για περίμενε μισό λεφτό να στα βγάλω.. Εχουμε και λέμε, Ενα μικρό τριάρι, ένα παλιό αυτοκίνητο, δυό μισθοί της κακιάς ώρας, δυό στρέμματα στην Πάρο, από μετρητά πενήντα στην τράπεζα… λίγα φίλε μου πολύ λίγα… Τα οικονομικά σου θέλουν μεγάλη βελτίωση… Πολύ μεγάλη…

-Το ξέρω, γι αυτό ήρθα !

-Ακου λοιπόν : Κατ’ αρχήν θέλεις ένα σπίτι ανθρωπινό να μείνεις τώρα με τα παιδιά σου. Να πούμε για μιά μεζονέτα, γύρω στα 10 δωμάτια, Κηφισιά φυσικά ή Εκάλη…

-10 δωμάτια ; Τι να τα κάνω ;

-Με δουλεύεις άνθρωπε μου ; Μία κρεββατοκάμαρα για σας και από μία για τα κορίτσια σου, τρεις, και ένα δωμάτιο για ξένους τέσσερα…

-δωμάτιο για ξένους ;

-E βέβαια, αν έρθει δηλαδή κάποιος μουσαφίρης που θα τον βάλεις να κοιμηθεί στο μπάνιο ;

-Μάλιστα ! Δίκιο έχετε !

-Φυσικά έχω δίκιο, τη δουλειά μου δεν ξέρω ; Λοιπόν που είχαμε μείνει ; Α, ναι στα 4 δωμάτια… και δύο μικρά για τις δύο καμαριέρες έξη…

-Θα’χω και καμαριέρες ;

-Φυσικά, ποιός θα συγυρίζει και θα μαγειρεύει ; η γυναίκα σου ; Αμαρτία. Ούτε μία καμαριέρα μονάχα δεν φτάνει… Aσε που αν διαλέξεις τις καμαριέρες με προσοχή, όταν κοιμούνται όλοι οι άλλοι στο στο σπίτι… εσύ… κατά λάθος στο δωμάτιο της μιας ή της άλλης… καταλαβαίνεις…

-(ενθουσιασμένος) : Καταλαβαίνω ! Καταλαβαίνω ! (τρίβει τα χέρια του)

-Έξη λοιπόν, βάλε και άλλα δύο για μία μεγάλη σαλοτραπεζαρία πάμε στα οχτώ, ένα γραφείο για σένα ενιά, ένα μικρό καθιστικό πάνω δέκα, ένα πρόχειρο καθιστικό και ένα play-room κάτω δώδεκα, τι σού λεγα ; Το δέκα λίγο ήταν ! Και φυσικά μία μεγάλη κουζίνα κάτω, μία μικρή για τα απαραίτητα πάνω, τρείς τουαλέτες με μπάνιο…

-τρείς τουαλέτες ;

-Και λίγες λέω ! Μία για σας, μία για τα κορίτσια σου και μία για μιά ώρα που όλοι βιάζονται ή για κανένα ξένο ή την καμαριέρα…

-Κατάλαβα… Ωραία τα λέτε…

-Και που είσαι ακόμα… Μία σοφίτα κάτω από την κεραμοσκεπή, κήποs φυσικά, πισίνα…

-Πισίνα ;

-Φυσικά πισίνα ! Στη θάλασσα θα τρέχεις όλη την ώρα ; Οσο να’ ναι μιά βουτιά στα γρήγορα το πρωί, πριν πας στη δουλειά…

-Εχετε δίκιο… Θα κολυμπά και η γυναίκα μου, τα κορίτσια μου…

-Βλέπεις ; Ξέρω εγώ τι σου λέω ! Λοιπόν… Θα υπάρχει βέβαια και γκαράζ, λυκόσκυλα…, το σπιτάκι του σωφέρ…

-Θα’χω και λυκόσκυλα ; και σωφέρ ; με σπιτακι ;

-Ρε φίλε γιατί με παιδεύεις ; Εδώ μιλάμε ότι θα αλλάξει η ζωή σου ! Ποιός θα σου φυλά το σπίτι ; εγώ ; Για τόσο μεγάλο σπίτι με κήπο, ένα λυκόσκυλο δε φτάνει… Μία φόλα, ένα αναισθητικό σπρέϋ και τελείωσε… Ενώ άμα είναι δύο, όσο να’ναι θα δυσκολευτεί περισσότερο…

-Εντάξει, αλλά σωφέρ…

-Και την Μερσεντές ; ποιός θα σου την οδηγεί όταν κατεβαίνεις στην Αθήνα ; στο πεζοδρόμιο θα την παρατάς, να μην την ξαναβρείς ή σε κανένα πάρκινγκ να την βρείς αγνώριστη ; Εντάξει για την Πόρσε δε λέω, σπορ αυτοκίνητο είναι,…

-Μερσεντές, Πόρσε ;

-E βέβαια ! Εδώ μιλάμε για επίπεδο ζωής ! Και ένα τζιπάκι για τις εκδρομές… Και ο σωφέρ θα έχει το σπιτάκι του βέβαια στον κήπο, μαζί σας θα μένει ; Οχι μεγάλα πράγματα, ένα τριάρι να μένει με τη γυναίκα του που θα βοηθα και αυτή στις δουλειές… Μεγάλο σπίτι, δυό καμαριέρες μόνο δεν φτάνουνι. Ετσι πάνε αυτοί συνήθως ο σωφέρ με τη γυναίκα του… πακέτο… Αυτός θα είναι σωφέρ, κηπουρός, θα σου κάνει μερικές εξωτερικές δουλειές και η γυναίκα του θα βοηθά στο σπίτι. Μαζί με τις άλλες…

-Αυτές που εγώ… όταν όλοι κοιμούνται…

- Μπράβο, επιτέλους το’ πιασες !

-Και δεν τα αφήνω ! Ωραία !

-Γουστάρεις έτσι ; Εμ βέβαια ! Κοινωνικό έργο κάνω εγώ ! Πάμε παρακάτω… Εχεις δυό κορίτσια… να μη τους αφήσεις και τίποτα ακόμα ; Μέσα στις δυνατότητες σου δηλαδή, από ένα ωροφοδιαμέρισμα σε μια πολυκατοικία κοντά σας… Μέχρι τότε θα παίρνεις βέβαια εσύ τα νοίκια….

-Από ένα ωροφοδιαμέρισμα… Θα παίρνω και τα νοίκια…

-Φυσικά, να συμπληρώνεις γιατί όσο να’ναι… μη κρυβόμαστε, θά’χεις έξοδα… Βέβαια θά’χεις και τα μετρητα στην Ελβετία να αυγατίζουν… Θα παίρνεις και από τις επενδύσεις…

-Επενδύσεις ; μετρητα ;

-Φυσικά, καμιά πεντακοσάρα στην Ελβετία για καλό και για κακό, άλλα τόσα εδώ σε επενδύσεις, σε τράπεζες, στο χρηματιστήριο…

-Πεντακόσια χιλιάρικα μέσα και πεντακόσια έξω ; Μιλάμε για ένα εκατομύριο ;

-Λίγα σου φαίνονται ε; Να δούμε αν βγαίνουν θα τα κάνουμε ενάμισυ, αλλά δεν στο εγγυώμαι… Ααα όλα κι όλα, εγώ είμαι ύπευθυνος επαγγελματίας, όχι της αρπαχτής… Δεν μου αρέσει να τάζω πράγματα που δεν γίνονται… Κοινωνικό λειτούργημα κάνω εγώ…

-Μα τι λέτε τώρα… Αλλοίμονο… Και ένα μια χαρά είναι… Συνεχίστε, συνεχίστε…

-Είπαμε λοιπόν γα τα μετρητά… Συνεχίζουμε λοιπόν.. Ενα σκαφάκι θα το θέλεις όσο νά’ναι… Να σας πηγαίνει ο καπετάνιος το καλοκαίρι σε κανένα νησί…

-Καπετάνιος ; Ποιός καπετάνιος ;

-Πως φαίνεσαι ότι είσαι φτωχοκαρμίρης ! Πρέπει να αλλάξεις τρόπο σκέψης… Ποιός θα οδηγεί εικοσιπέντε μέτρα γιώτ ; εσύ ;

-Εικοσιπέντε μέτρα ; εγώ νόμιζα…

-Τι σου έλεγα ότι είσαι φτωχοκαρμίρης… Σκάφη για τα άπλυτα θες να πάρεις ; Να’ χεις τις ανέσεις σου, τις καμπίνες σας, να φιλοξενείτε και ένα-δυό ζευγάρια άμα λάχει, να πηγαίνει και γρήγορα… Τι θέλεις να ξεκινάς πρωϊ για τη Μύκονο και να πηγαίνεις βραχάκι βράχάκι σε δυό μέρες ; Θα’χεις πλήρωμα το καλοκαίρι. Τον καπετανιο και ένα βοηθό που θα σας σερβίρει και θα φροντίζει το σκάφος…

-Ετσι που τα λέτε… Τι να πω… Μου αλλάζετε τη ζωή, με σκλαβώνετε… Να σας φιλήσω !
-Δεν χρειάζεται… δεν είσαι ο τύπος μου ! Κάτσε τώρα να δούμε πόσα πρέπει να βγάλεις για να τα πάρεις όλα αυτά… Εχουμε και λέμε… Ενα δεκάρι στη κηφισιά…. Κήπος,, πισίνα, το σπιτακι του σωφέρ…

-Τις καμαριέρες ! μην ξεχάσουμε και τις καμαριέρες… που εγώ τα βράδυα…

-Είσαι και τσαχπίνης έτσι ; Kαι δεν σου φαίνεται ρε μπαγάσα ! Βάζω και τις καμαριέρες… Ασε που παίζει και η γραμματέας σου… θα την διαλλέξουμε και αυτή…

-Μα δεν έχω γραμματέα !

-Θα με τρελλάνει αυτός ! Δεν μου λες, φαντάσθηκες πως θα μείνεις υπάλληλος ; Αφεντικό ρε θα σε κάνω ! Αφεντικό ! Η γυναίκα σου δεν θα δουλεύει και εσύ θα κάνεις δικιά σου επιχείρηση ! Εννοούνται αυτά τα πράγματα !

-Δικιά μου δουλειά ! Ωραία ! Οπότε μπορώ να διαλέξω και την γραμματέα… δίκιο έχετε ! Και μπορεί ...και με τη γραμματέα ;

-Εμ τι σου λέω ; Αμα την διαλλέξουμε καλά…

-Θα τη διαλλέξουμε, θα τη διαλλέξουμε, συνεχίστε !

-Μη με διακόπτεις όμως συνέχεια γιατί δεν θα τελειώσουμε… Λοιπόν… Μερσεντές, Πόρσε, τζιπάκι., σκάφος, δύο ωροφοδιαμερίσματα… ας πούμε από διακόσια τετραγωνικά το καθένα…

-Ας πούμε ! Ας πούμε !

-Τα μετρητά , Η επίπλωση… μιά επιχειρησούλα… Το προσωπικό κάθε μήνα… (κάνει υπολογισμούς και προσθέσεις) Νομίζω πως με έξη καθάρισες ! Καλά είμαστε!

-Τι έξη ; δισεκατομύρια ;

-Oχι, μαρουλόφυλλα !

-Και που θα τα βρώ τόσα λεφτά ;

-Και γιατί ήρθες σε μένα ρε φίλε ; Eγώ είμαι εδώ ! Τι σου είπα ; Κοινωνικό έργο κάνω ! Τώρα πάμε στο τι έχεις ! Για να δω… Ενα τριάρι στο Βύρωνα… βάλε είκοσι εκατομύρια… και το οικόπεδο στην Πάρο… να πούμε άλλα πενήντα ; πάμε στα εβδομήντα… και εννιά στην τράπεζα… εβδομήντα ενιά… και ένα που θα πουλήσεις το αυτοκίνητο… ογδόντα… Μας λείπουνε λίγα… Α ! μια στιγμή, το σπίτι της πεθεράς σου ! Στο όνομα της γυναίκας σου είναι ;

-Εεεε.. όχι… Δεν της το έχει γράψει ακόμα…

-Να της το γράψει ! Αύριο κι όλας ! Μεγάλο, παραθαλάσσιο… Δεν θα πιάνει άλλα είκοσι ; Και ογδόντα που μαζέψαμε ; Nα τα τα εκατό που θέλουμε ! Ξεκινάμε με εκατό μύρια και τα αυγατίζουμε !! Σιγά τα αυγά, έχω καταφέρει και δυσκολότερα,,,

-Ναι… αλλά η πεθερά μου έχει και ένα γιό ! Είναι μικρότερος, δεν έχει βρεί ακόμα μια καλή δουλειά…

-Τα βλέπεις ! Θα τον κάνεις προσωπάρχη στην επιχείρηση σου ! Ενας καλός μισθός και έτσι όλοι βολεύονται ! Καλά, κεντάω σήμερα, δεν παίζομαι !

-Καλά… όμως έτσι… Σας δίνω ότι έχουμε και δεν έχουμε… ξεσπιτωνόμαστε όλοι… Που θα μένουμε ;

-Καλά τον καιρό μου έχανα τόση ώρα ; Εγώ πάω να σε κάνω δισεκατομυριούχο και εσύ μου κολλάς σε λέπτομέρειες ; Δεν έχετε ρε κανένα φίλο, κανένα συγγενή να σας φιλοξενήσει κανα-δυό μήνες ; Δανεικά θα σας ζητάνε σε λίγο !

-Μα ότι έχουμε και δεν έχουμε… Μεγάλο ρίσκο…

-Σήκω !

-Γιατί ; Όχι δεν φεύγω, συζητάμε…

-Έλα σήκω ! Πρέπει να πάς στη δουλειά ! Σήκω από το κρεβάτι !

-Μαρία ; Όνειρο έβλεπα γαμωτο ; ΟΚ, σηκώνομαι... Φτιάξε καφέ...

-Οχι εγώ χρυσέ μου ! Εχεις μιά γραμματέα και δύο καμαριέρες να βγάζεις τα στραβά σου μαζί τους. Αυτές να σου φτιάξουν ! Τις μελέταγες συνέχεια ! Πορνόγερε !! Σήκω και θα τα πούμε… Γιατί για να τα βλέπεις στον ύπνο σου…

-Όνειρο είναι Μαράκι μου ! Έλα τώρα ! (μουρμουρίζει : και δεν προλαβα να δω ούτε πως είναι αυτές οι τρεις !)

-Τι μουρμουράς ;

-Είπα, έλα... όνειρο ήταν. Τα όνειρα θα ζηλεύεις ; Έλα αγαπούλα μου, φτιάξε ένα καφέ στον αντρούλη σου που μόνο στα όνειρα του... μόνο στα όνειρα του...

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Γ. Θαλάσση 25



-"Εεε, Κύριος... τι κάνεις ;"

-"Κύριε... σε σένα μιλώ.... ναι σε σένα... είσαι καλά ; θέλεις κάτι ;"

Κοίταξε γύρω του με βλέμμα θολό. Που ήταν ; Ποιός ήταν αυτός που του μίλαγε ;

Έριξε μια ματιά γύρω του και οι θύμησες χίμηξαν πάλι στο κουρασμένο του μυαλό. Πιάστηκε πάλι από τα κάγκελα, μισοκάθισε στον τοίχο όπως πριν και το βλέμμα του έψαξε πρώτα στο μυαλό του. Αλλη εικόνα έβλεπε. Κάγκελα, δεν υπήρχε τότε τσιμεντένιος ψυχρός τοίχος με κάγκελα να ξεπηδουν από μέσα του... μόνο ένας χαμηλός πετρόχτιστος τοίχος, ασπροσοβαντισμένος, χαμηλότερος από αυτόν εδώ και μέσα παρτέρια με λουλούδια... Πολλά λουλούδια, την άνοιξη είχαν διάφορα χρώματα, λουλούδια πίσω από τον τοίχο και δεξια αριστερά από το φιδωτό δρομάκι που οδηγούσε στο ξύλινο σπίτι.

- "Κύριε" η φωνή έγινε επίμονη. "Τι κάνεις ; Θες να μπεις μέσα ;"

Να μπει μέσα ; Όχι δεν ήθελε να μπεί μέσα... Δεν είχε λουλούδια, δεν είχε το φιδωτό δρομάκι, δεν είχε το ξύλινο σπίτι. Μονο ένα τέρας είχε πίσω από τα κάγκελα, ένα πελώριο τέρας, με πολλά φωτισμένα μάτια σε διάφορα πατώματα. Δεν του άρεσαν τα τέρατα, τον τρόμαζαν τα τέρατα, έμενε και αυτός σε τέρας στη μεγάλη πόλη, μακριά από εδώ, ήξερε... Ούτε καλημέρα με το διπλανό σου, ούτε χαμόγελα, ούτε μια ζεστή ματιά...

Χάθηκε πάλι... καθισμένος στον πετρόχτιστο τοίχο την περίμενε να βγεί, με το καλό του παντελόνι, φρεσκοσιδερωμένο, η μάννα του μουρμούραγε αλλά δεν τον ένοιαζε. Γι αυτό είναι οι μάννες, για να μουρμουράνε... Την είδε να ανοίγει την πόρτα, να κοιτά γύρω της, τον είδε και το πρόσωπο της φωτίστηκε. Όταν φώτιζε το πρόσωπο της, όλα φωτίζονταν. Άναψε τσιγάρο στα γρήγορα, άνδρας ήταν έπρεπε να καπνίζει, έτσι του 'χαν πει ο Λευτέρης και ο Τάσος, έτσι έκανε.

- "Ξέρεις κανένα εδώ ;" Η επίμονη φωνή ξανακούστηκε. "Να σου ανοίξω μήπως να δεις τα κουδούνια" ;

Το βλέμμα του πέρασε τον νεαρό άνδρα που του μίλαγε. Ούτε τον πρόσεξε. Μια φωνή άκουγε, μια φωνή που τον ενοχλούσε όμως, δεν τον άφηνε σε ησυχία. Ο νεαρός ήταν λίγο πιο πέρα, πρέπει να τον παρακολουθούσε, δεν έφευγε...
 

Έσφιξε στην παλάμη του το ψυχρό σιδερένιο κάγγελο. Επρεπε να πιάνεται, το τσιμεντένιο πεζούλι ήταν στενό, δεν καθόταν καλά. Όρθιος δεν μπορούσε εύκολα, και τι να κάνει, να καβαλικέψει τα κάγκελα ; Ψηλά ήταν, δεν θα τα κατάφερνε... Και γιατί, τι θα κέρδιζε ; Μα πόση ώρα ήταν εδω ;

- "Έλα... πες μου αν θες να δούμε τα κουδούνια... αλλιώς... έτσι που κάθεσαι..."
 

- "Δεν είναι στα κουδούνια... Άσε με λίγο σου λέω ! Άσε με !!"

- "Ότι πεις... Για να μη πέσεις το λέω... Μην έχουμε τρεχάματα..."

Ούτε που τον άκουσε... Πάλι με το φρεσκοσιδερωμένο παντελόνι, το άσπρο πουκάμισο, το τσιγάρο στο χέρι... την έβλεπε που ερχόταν και η καρδιά του βρόνταγε. Τον πλησίασε, χαμογελούσε... και τα λουλούδια γύρω του άνθισαν...

-"Τι κάνει ο μπάρμπας, καθισμένος στο πεζούλι και πιασμένος από τα κάγκελα ;"

- "Ξέρω εγώ ; Τον πήρα από τον σταθμό πριν μισή ώρα, τον έφερα εδώ, όπως μου είπε. Μου είπε να μη φύγω, να τον περιμένω, να τον πάω πάλι στο σταθμό όταν μου πει"

-"Και ήρθε έτσι, κάθισε και κοιτά μέσα ; περιμένει κανένα λες ;"

-"Που να ξέρω... του είπα να δούμε τα κουδούνια, σημασία δε μου δίνει... Και τον προσέχω... μεγάλος άνθρωπος είναι, μη μου πάθει κάτι και φάω την βάρδια μου σε νοσοκομεία και αστυνομίες... Αλλά σημασία δεν μου δίνει... Κάθεται εκεί που τον βλέπεις και κοιτά μέσα. Τίποτε άλλο δε κάνει"

-"Λες να μην είναι καλά ;"

-"Σίγουρα κάτι δεν πάει καλά... Ούτε που με ακούει, ούτε που με βλέπει. Λες και έχει παθει σοκ ή ζει κάποιο όνειρο... "

-"Καλά ξεμπερδέματα, τι να σου πω... Έφυγα..."

-"Γεια χαρά. ...Έλα κύριε... τι θα γίνει εδώ θα τη βγάλουμε ; Εσύ πληρώνεις, δε λέω, αλλά μη μου πάθεις και τίποτα"

Πέταξε το τσιγάρο νευρικά, αφου βεβαιώθηκε πως εκείνη το είδε. Την αγκάλιασε και την φίλησε... 
Την ξάφνιασε, την ένοιωσε να τσιτώνεται αλλά μετά χαλάρωσε και αφέθηκε. Γλυκά τα χείλη της, πετροκέρασα. Η ίδια μύριζε γιασεμί.

Το πρώτο τους φιλί, ήταν μισοσκόταδο, δεν τον ένοιαζε. Τους κάλυπταν και δύο μεγάλα δέντρα, τους μισόκρυβαν από τον δρόμο. Μα δεν τον ένοιαζε κι αν τον έβλεπαν. Ήταν το κορίτσι του, κι ας τολμούσε κανείς να πει κάτι !

Χίμηξε ο χρόνος μέσα του κι άφησε αυτές τις θύμησες αποκαϊδια. Μαζί στο λεωφορείο για την μεγάλη πόλη μετά το γάμο τους, οι δυσκολίες, η ζεστή τους γωνιά, τα δύο τους παιδιά να τρεχοβολούν και να χαλούν τον κόσμο. Οι μεγάλες δυσκολίες που τις πέταγαν έξω με την αγάπη τους. Τα παιδιά τους να μεγαλώνουν, μηχανικός στα καράβια ο μεγάλος τους γιός, κόντευε πια να αφήσει τη θάλασσα αλλά δεν το ήθελε, δάσκαλος σε δημοτικό ο μικρότερος, τώρα πια διευθυντής. Μια καλοχτισμένη οικογένεια με γερα θεμέλια, καλοστεριωμένα.

Κι ο χρόνος προχώρησε... και τα χρόνια πίσω τους μπάλλα σιδερένια στο πόδι που τους βάρυνε το βήμα. Κι η μπάλα μεγάλωνε και το βήμα όλο και πιο δύσκολο, όλο και πιο μικρό.

Ντελικάτη ήταν πάντα. Και στην υγεία της τα ίδια. Εφυγε πρώτη πριν πέντε μέρες. Μετά την κηδεία το σπίτι δεν τον χώραγε. Τα παιδιά του επέμεναν να μείνει μαζί τους, δεν το ήθελε. Το μυαλό του χάνονταν σε ομίχλες που κρατούσαν άλλοτε λίγο κι άλλοτε περισσότερο. Αλλά είχε μια δουλειά να κάνει, έπρεπε να την κάνει... Εκεί που την πρωτοφίλησε... Στη μικρή πόλη που γεννήθηκαν, Γ. Θαλάσση 25.

"Ε κύριος ! Εσύ κλαίς ! Έλα τώρα.... τι έγινε ;"

Το χέρι στο μπράτσο του επίμονο, τον βοήθησε να σταθεί πάλι στα πόδια του. Οι ομίχλες είχαν μισοδιαλυθεί, δεν του άρεσε αυτό. Αλλά τι άλλο να έκανε εδώ ; Όλα αποκαϊδια...

Άφησε τον ταξιτζή να τον οδηγήσει στο ταξί... Ούτε γύρισε να κοιτάξει πίσω του. Ήταν θυμωμένος με το θάνατο που του πήρε ότι πιο πολύτιμο στη ζωή του. Ήταν θυμωμένος με το τέρας που έφαγε το ξυλόκτιστο σπίτι. Ήταν θυμωμένος με τη ζωή που τον έσπρωξε σε αυτό το μονοπάτι. Δεν ήξερε την συνέχεια, δεν τον ένοιαζε...

- "Λοιπον στο σταθμό πάλι έτσι ; Έχεις εισιτήριο ;"

Κάποιος μίλαγε, ούτε που άκουγε...